frear

Θρυλική τρομπέτα – του Δημήτρη Χριστόπουλου

Γεννήθηκε λίγο πριν την απελευθέρωση της Αθήνας απ’ τους Γερμανούς, δυτικά του Ποδονίφτη – που σήμερα ονομάζεται Περισσός – από γονείς πρόσφυγες. Ο Βαγγέλης, παιδί της μετακατοχικής Αθήνας, έβλεπε αλλά δεν καταλάβαινε πολλά. Γιατί να ζουν λεύτεροι; Ο λαός απαιτεί λαϊκά δικαστήρια, έγραφε μια αφίσα, αλλά ο μικρός δεν έδινε σημασία σε όλα αυτά και πέρναγε τον καιρό του μέσα στο ρέμα, φτιάχνοντας ακόντια και σπαθιά απ’ τα καλάμια και ακούγοντας με τις ώρες τα βατράχια που φούσκωναν και ξεφούσκωναν ρυθμικά τους λαιμούς τους. Με τις καλαμίδες ψάρευε αμέριμνος, όταν τα νερά ήταν ακόμα πεντακάθαρα και γαργαριστά. Με τα χέρια του, μιμούμενος τα βατράχια, έπαιζε τρομπέτα, κρατώντας σιγόντο στα πράσινα αμφίβια.

Μια μέρα που έκανε εξερευνήσεις σε μιαν αποθήκη με πράματα παλαιικά που είχαν φέρει οι γονείς και οι συγγενείς του απ’ την Ιωνία, ανακάλυψε ένα χάλκινο αντικείμενο με κυλινδρικό σωλήνα και τρεις βαλβίδες. Στη μια πλευρά είχε ένα μικρό ρηχό δοχείο που αμέσως το έβαλε στα χείλη του φυσώντας δυνατά. Ο ήχος τον ξεκούφανε. Ο Βαγγέλης ανακάλυψε την τρομπέτα ή, το πιο σωστό, η τρομπέτα ανακάλυψε τον Βαγγέλη. Έκτοτε οι δυο τους θα ανέπτυσσαν σχέση πάθους και θα έμεναν αχώριστοι διά βίου. Η τρομπέτα ταξίδεψε από τη Σμύρνη. Ένας θείος της μητέρας του την είχε φέρει από τη Νέα Ορλεάνη. Εκεί την είχε κερδίσει σε στοίχημα από έναν μαύρο τζαζίστα, μαζί με κάμποσες παρτιτούρες, που βρίσκονταν κι αυτές μέσα σε ένα μαύρο τετράγωνο βαλιτσάκι.

Οι καιροί ήταν σκοτεινοί. Η οικογένειά του δεν είχε πολλά πολλά με τους γείτονες και ο ίδιος ένιωθε πως τα άλλα παιδιά στο σχολείο τον απέφευγαν. Σύρμα, ρεεε! Τότε τρύπωνε με τις ώρες στο κρησφύγετό του στη ρεματιά, ένας μικρός «ληστής» που έκρυβε τα κλοπιμαία του. Οι νότες ήταν ιερογλυφικά. Γι’ αυτό πολύ γρήγορα τις παράτησε και πάλι μέσα στο βαλιτσάκι. Τα βατράχια κόαζαν και αυτός απαντούσε με τους δικούς του αυτοσχεδιασμούς. Έπαιρνε μάλιστα και ένα καλάμι, το έσπαγε στη μέση και έκανε τον μαέστρο στο πόντιουμ.

Στο σχολείο ήταν συνήθως αφηρημένος και ονειροπαρμένος. Μια μέρα εκεί που χάζευε την άνοιξη έξω από το παράθυρο, άκουσε τον καθηγητή της Ιστορίας να μιλά για δύο ευθείες σάλπιγγες – η μία ασημένια και η άλλη χάλκινη – που βρέθηκαν στον τάφο του Αιγύπτιου Φαραώ Τουταγχαμών και είναι οι παλαιότερες που έχουν φτάσει στα χέρια μας και χρονολογούνται από το 1350 π.Χ. Στο Μεσαίωνα, έλεγε ο καθηγητής, οι σάλπιγγες χρησιμοποιούνταν κυρίως για στρατιωτικούς και τελετουργικούς σκοπούς, και έπαιζαν λαμπρές φανφάρες βασισμένες στον περιορισμένο αριθμό φθόγγων που έδινε η στήλη των αρμονικών.

Ένας κεραυνός χτύπησε τον Βαγγέλη και τον μεταμόρφωσε στον πιο επιμελή μαθητή της τάξης. Την επόμενη χρόνια μάλιστα που ήρθε στο σχολείο και μια καθηγήτρια Ωδικής, ο Βαγγέλης έγινε κανονικός σπασίκλας. Ανακάλυψε έναν καινούργιο κόσμο, που δεν είχε αντικρίσει ξανά και δεν ήταν διατεθειμένος να τον εγκαταλείψει. Τώρα μπορούσε δειλά δειλά να διαβάζει τις νότες και να τις μετατρέπει σε ήχους.

Η κυρία Ισμήνη, η καθηγήτρια της Ωδικής, μια σαραντάρα, ψηλόλιγνη γυναίκα, με όμορφα μακριά δάχτυλα, κάλεσε ένα απόγευμα τον Βαγγέλη στο σπίτι της. Ένα νεοκλασικό στα Πατήσια με μεγάλο κήπο και ένα μαύρο πιάνο με ουρά στην τραπεζαρία. Έκανε οικονομίες και αγόρασε έναν μεταχειρισμένο φωνόγραφο από κάποιον μαυραγορίτη για ν’ ακούει τους αγαπημένους της δίσκους. Ο Βαγγέλης άκουγε και σώπαινε. Μια μέρα σύστησε την τρομπέτα του στην κυρία Ισμήνη. Εκείνη έκατσε στο πιάνο της και ο μικρός πήρε την τρομπέτα του. Έτσι έμαθε κάποιον Ρόυ Έλντριτζ, αργότερα μια Billie Holliday, έναν Luis Armstrong και άλλα παράξενα ονόματα.

Δυο χρόνια κράτησε τ’ όνειρο. Η κυρία Ισμήνη μετατέθηκε λόγω φρονημάτων στη Μακεδονία και ο Βαγγέλης ξύπνησε απότομα ένα πρωί απ’ τις φωνές του πατέρα του. Οι κακές γλώσσες τού σφύριξαν πως ο γιος του τ’ απογέματα επισκεπτόταν το σπίτι μιας γεροντοκόρης και ποιος ξέρει τι κάνανε τόσες ώρες κλεισμένοι εκεί μέσα. Τι δουλειά είχε ένας 13χρονος στο σπίτι μιας γεροντοκόρης; Τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τον πατέρα του άλλοι τον φοβόντουσαν, άλλοι τον χαιρετούσαν με υπόκλιση στον δρόμο. Ο μικρός δεν καταλάβαινε από πολιτικά και τέτοια. Θυμόταν όμως αμυδρά λίγα χρόνια πριν τον πατέρα του να γιορτάζει την εκτέλεση κάποιου Μπελοτάδε. Πάει ο μπελάς. Ξεμπερδέψαμε με δαύτονε…

Μπαίνοντας στα δεκαπέντε, ο πατέρας του, ένα πρωινό που ο ήλιος πυρπολούσε τα πάντα, τον συνόδευσε όχι στο σχολείο αλλά στο φανοποιείο του Παντελή. Επάγγελμα με μέλλον, όσα έμαθες έμαθες. Να στρωθείς τώρα στη δουλειά, να καταλάβεις και τη ζωή. Τέρμα τα όργανα! Το είπε και το εννοούσε. Τρομπέτα δεν ξανάπαιξε στο σπίτι του. Όσες φορές ικέτεψε με τα μάτια τη μάνα του να παρέμβει, εκείνη έλεγε είναι σαφής εντολή του πατέρα σου και χαμήλωνε τα μάτια, σα να ντρεπόταν, μη με ανακατεύεις, τα ’θελες και τα ’παθες.

Η τρομπέτα και η τζαζ κλείστηκαν για τα καλά στη μαύρη βαλίτσα και θα ’καναν καιρό να ξαναβγούν. Με τους δικούς του σιγά σιγά ξέκοψε. Βρήκε μια καλύβα κοντά στο αγαπημένο του ρέμα για ν’ ακούει τη συναυλία των βατράχων. Ο πατέρας του για να τον καλοπιάσει, τον διόρισε στον Δήμο, για να μπορεί να παίζει στη φιλαρμονική. Ο Βαγγέλης όμως αρνήθηκε πεισματικά την εκδούλευση του πατέρα του και δεν πάτησε ποτέ το πόδι του.

Νέες αγάπες μπήκαν στη ζωή του και ένα πάθος άσβεστο. Κάθε Κυριακή έπαιρνε το τρένο με τους φίλους – που επιτέλους απέκτησε – και κατέβαιναν στο Φάληρο. Η ερυθρόλευκη δεν άργησε να γίνει η ομάδα της καρδιάς του. Είχε τόσο πάθος που γρήγορα μεταμόρφωσε την κερκίδα σε κανονική ορχήστρα με μαέστρο τον ίδιο. Έφτιαχνε αυτοσχέδια στιχάκια, έβαζε μουσική κι όλος ο θίασος τραγουδούσε επί σκηνής, με τη δική του καθοδήγηση. Μια Κυριακή αποφάσισε να πάρει μαζί του την πρώτη του αγάπη, το χάλκινο όργανο με τους υπέροχους ήχους. Ένας παρ’ ολίγον τζαζίστας που ξεσήκωνε τον κόσμο και όλοι τον επευφημούσαν.

Από τότε και για πολλές δεκαετίες ο Βαγγέλης έγινε η ατραξιόν της κερκίδας. Όταν η ομάδα ήταν στα κάτω της, ο Βαγγέλης με τις μελωδίες του τους έφτιαχνε το κέφι, και το χαμόγελο άνθιζε και πάλι στα πικραμένα χείλη τους. Επούλωνε πληγές και ένωνε ανθρώπους που τους χώριζαν πολλά. Γλύκαινε τα όνειρα. Οι αντίπαλοι τον σέβονταν και τον φώναζαν ο «Τρομπέτας».

Μια μέρα που γύρναγε σπίτι κάτι καλόπαιδα του στήσανε καρτέρι και του πουλήσανε αγριάδα. Αρπάξανε με μίσος την τρομπέτα και την κάνανε χίλια κομμάτια.

Ο Βαγγέλης συνέχισε και τα επόμενα χρόνια να δίνει κάθε Κυριακή βροντερό παρόν στο γήπεδο. Κάτι μέσα του όμως είχε σπάσει. Οι καιροί άλλαξαν και ο ίδιος είχε γεράσει. Τα βερνίκια στο συνεργείο και η τρομπέτα χάλασαν τα πνευμόνια του. Οι γιατροί τον προειδοποίησαν. Μια Παρασκευή που έριχνε καρεκλοπόδαρα πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα. Δεκατρία χρόνια αφότου η τρομπέτα έπαιξε πένθιμα εικοσιμία φορές.

Θυμάμαι εκείνη την Κυριακή. Παίκτες και φίλαθλοι τηρήσαμε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του ανθρώπου που υπήρξε το σύμβολο της κερκίδας για τριάντα χρόνια. Για τους ρομαντικούς ο Βαγγέλης έφυγε παίρνοντας μαζί του και τη μελωδία της τρομπέτας του, σιγώντας για πάντα. Μαζί του έφυγε και η ελπίδα, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η ομορφιά. Η πίστη, το πάθος, η συγκίνηση, η φαντασία. Η χαρά του παιχνιδιού.

Σήμερα πήρα τον γιο μου και τον πήγα για πρώτη φορά στο γήπεδο. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν η θρυλική τρομπέτα. Ο μικρός ρώτησε, μπαμπά, πού είναι ο κύριος που παίζει την τρομπέτα; Στις καρδιές μας, αγόρι μου. Για πάντα.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter