Πρέπει όμως να με συγχωρήσεις αν χασμουριέμαι με τις ατελείς φράσεις σου, τις επαναλήψεις σου, το ψεύτικο πάθος σου, το λίγωμα της φωνής σου και τις αποκηρύξεις σου, τις ταλαντεύσεις και τους δισταγμούς σου, τα ω και τα α σου, τα καπέλα και τα φουλάρια σου. Για μένα όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα και οι ώρες είναι πραγματικά πολύτιμες για να τις σπαταλά κανείς –αν βέβαια έχει κάτι καλύτερο να κάνει από το να γράφει οδηγούς καλής συμπεριφοράς.

Εσύ είσαι που θα καταστρέψεις την Εταιρεία Συγγραφέων; Εσύ θα κάνεις το επάγγελμα του λογοτέχνη αναξιοπρεπές; Δεν πρέπει να φοβόμαστε τους ανατρεπτικούς εν τη αθωότητί τους νεαρούς, αλλά αυτούς τους Ταρτούφους, τους δευτεροκλασάτους ποιητές που δήθεν μας υπηρετούν κάνοντας τα γλυκά μάτια στην ιεραρχία μας, κι επιχειρούν, αν δεν το έχουν ήδη καταφέρει, να χωθούν ανάμεσά μας. Άνθρωποι που ούτε αρχές έχουν, ούτε συγκεκριμένες και κατασταλαγμένες απόψεις περί λογοτεχνίας και ποιήσεως. Τυχάρπαστοι τυχοδιώκτες, αριβίστες και παρβενού, που δεν τρέφουν λογοτεχνικές πεποιθήσεις και δεν ασπάζονται κανένα ποιητικό δόγμα.

Όμοιοί σου, ανεπαρκή νεαρέ μου συνομιλητή, που ακολουθούν ό,τι είναι εκείνη τη στιγμή του συρμού, και στον κοντόφθαλμο ορίζοντα αναμονής. Οπορτουνιστές και καιροσκόποι. Πριμαντόνες και κλόουν. Ισορροπιστές και σχοινοβάτες με μαύρα σταυρωτά και κουμπωτά γιλέκα που αν τύχει και τους δεις όλους μαζί αρχίζεις να πιστεύεις πως αυτός ο κόσμος, στο σύνολό του σχεδόν, έχει τέτοια χάλια που δεν αξίζει τελικά να ασχοληθεί κανείς μαζί του.

Πιθηκάνθρωποι, παγώνια. Σκύλοι της ποιήσεως. Γατάκια που βγάζουν τα νύχια τους. Σκύλοι έχουν επιτεθεί ως γνωστό στα αφεντικά τους. Κουταβάκια που τα περιέθαλψες και τους βοήθησες να ανοίξουν τα ματάκια τους μετατρέπονται σε άγρια κι αιμοβόρα σκυλιά που τολμούν να δαγκώσουν το χέρι που μέχρι χθες τα τάιζε. Σκύλοι της δημοσιότητας που μόλις τους σβήνεις το φως του προβολέα μετατρέπονται σε αρπακτικά και σου ξεσκίζουν τις σάρκες. Τυμβωρύχοι και πτωματολάγνοι. Νυκτόβιοι και νεκροφάγοι κι αχόρταγοι για σάπια σάρκα, κόκκαλα και εντόσθια. Κανίβαλοι που αφού τους μεγαλώσεις στη φωλιά σου, δεν βλέπουν την ώρα να μυρίσουν το πτώμα σου για να σε κατασπαράξουν.

Ανεπαρκή νεαρέ μου συνομιλητή, τούτο εστί το σώμα μου, τούτο εστί το αίμα μου. Υπενθύμισε όμως στους συμπότες σου τους νεκροφάγους πως «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ».

[Άντονι Τρόλοπ, Οι πύργοι του Μπάρτσεστερ, μτφρ. Ισμήνη Καπάνταη, Orbis Literae, 2017 και για την αντιγραφή Σ.Π. Zωγραφική: Jan Van Der Zee.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.