Ξύπνησα απ’ τη μυρωδιά.
Α, ρε μάνα, με τα λιβανιστήρια. Ανασηκώθηκα έτοιμος για καβγά.
Τότε την είδα. Μια φιγούρα θολή στην άκρη της πόρτας.
Δεν ξεχώριζαν τα χαρακτηριστικά αλλά εγώ την γνώρισα.
Ήταν ίδια, μόνο πιο νέα.
«Σαραντίζω και ήρθα να σε αποχαιρετίσω».
Ήρθε κοντά, με φίλησε, σήκωσε τα φουστάνια της, γύρισε και έφυγε.
Μύριζε λιβάνι για ώρα πολλή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.