frear

Το «Σβήσε» της Τόνιας Κοσμαδάκη και άλλα ευγενή μέταλλα – γράφει ο Σταύρος Σταυρόπουλος

[Μερικές σκέψεις για τον πολιτισμό, την ποίηση και το θεαθήναι της βόλτας]

Θα ξεκινήσω με μια πρόβλεψη: Την πρόγνωση, μιας και ο καιρός μεταξύ μας είναι και θα παραμείνει καλός – καλός καιρός είναι αυτός όταν εμείς τον βλέπουμε έτσι, όχι με τα μάτια των άλλων – ότι όσα θα ακολουθήσουν παρακάτω στο κείμενο, δεν θα έχουν καμία σχέση με τον στείρο ακαδημαϊσμό ή με τον ακόμα πιο στείρο κριτικό λόγο, που συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Το ίδιο, δηλαδή, που συμβαίνει και στις παρουσιάσεις βιβλίων στις ανά την Αθήνα «αίθουσες πολιτισμού»: που ο ένας θαυμάζει και ευγνωμονεί τον άλλον για τα λόγια του και για την «βαθειά του κατάδυση» στο δύσκολο έργο του, ντυμένος με την καλύτερη φουστανέλα που διαθέτει η γκαρνταρόμπα του και φιλώντας στον αέρα όποιον βρίσκεται στην εκδήλωση, υποβάλλοντας τα σέβη του και την εκτίμησή του προς όλους γενικώς που βρίσκονται εκεί, ανεξαιρέτως ταυτότητας. Ας είναι αυτό μια αρχική συμφωνία. Όσα θα γράψω εδώ δέον να διαβαστούν απλώς σαν σημειώσεις, σαν περαστικά βλέμματα πάνω στα ποιήματα της Τόνιας Κοσμαδάκη, αλλά και γενικότερα πάνω σε ό, τι συμβαίνει σήμερα στα κεντρικά ιχθυοτροφεία πολιτισμού, που υπάρχουν ως βιτρίνες χωρίς ιστορία, στο κέντρο της πόλης. Μιας πόλης που δεν μπορεί να υπερασπιστεί πια ούτε τις καληνύχτες της. Ποιήματα πολύ ταιριαστά με το πρόσωπο που τα έγραψε, με την αλήθεια που μεταφέρει, ποιήματα ενός κανονικού βιβλίου και όχι μιας φωτοτυπίας βιβλίου.

Είπα φωτοτυπίας. Αυτό εδώ τι είναι; Απάντηση: Είναι μια φωτοτυπία βιβλίου. Και αυτό εδώ; Απάντηση: Αυτό είναι ένα βιβλίο. This is a book, τα πρώτα μαθήματα Αγγλικών – για να παραφράσουμε λιγάκι και την ρήση του Μαγκρίτ για την πίπα: Ce n’ est pas une pipe. Το 80% της βιβλιοπαραγωγής στη χώρα μας σε ότι αφορά τα ποιητικά βιβλία είναι φωτοτυπίες. Λέξεων, ιστοριών, νοημάτων. Ο βερμπαλισμός, η πόζα, το αισθητικό ψέμα και η έντεχνη καλλιέπεια λέξεων βγαίνουν από τις άκρες των σελίδων τους και κάνουν βόλτα στη πόλη. Το υπόλοιπο 20% είναι βιβλία, κανονικά βιβλία που συνυπάρχουν με τον συγγραφέα τους αρμονικά, όπως αρμονικά συνυπάρχει το σώμα με την ψυχή, όχι όπως διαπλέκεται το σώμα με το ρούχο. Πρόσκαιρα, εθιμοτυπικά, στερεότυπα.

Υπάρχουν δύο ειδών ποιητές: Οι ποιητές που δεν είναι ποιητές και οι ποιητές που είναι. Οι πρώτοι ισχυρίζονται ότι είναι ποιητές, το πουλούν παντού, αγοράζουν την πρόσκαιρη ωφέλεια της ιδιότητας. Οι δεύτεροι λένε ότι δεν είναι ποιητές, αλλά αυτοί είναι που είναι, αυτοί είναι που θα μείνουν μόνο στην διαδρομή των χρόνων, ως λίπασμα για αυτούς που θα έρθουν μετά. Μπορεί και οι άλλοι να μείνουν, βέβαια – αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο: ως ανεκδοτολογικό σχήμα, ως παράδειγμα προς αποφυγή, ως ξιπασμένη μετριότητα που βούλιαξε ανάμεσα στα αποσιωπητικά. Τα παραδείγματα του παρελθόντος είναι πολλά. Η Κοσμαδάκη θα μείνει, είμαι πολύ σίγουρος γι αυτό. Θα μείνει, όταν ούτε εγώ, ούτε αυτή, ούτε εσείς θα υπάρχουμε. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα με τη λογοτεχνία: Να διαρκείς, και όχι να παρέρχεσαι. Είναι αυτό που έλεγε ο Ρίλκε για την αγάπη: «Να αγαπάς σημαίνει να διαρκείς. Να αγαπιέσαι σημαίνει να παρέρχεσαι».

Το «Σβήσε» είναι, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό, ακόμα και η ίδια η Τόνια μπορεί να μην το γνωρίζει, ένα βιβλίο αγάπης, όχι έρωτα. Για μένα είναι ένα από τα 10 καλύτερα ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στη χώρα μας τα τελευταία 10 χρόνια. Έχω γράψει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ότι μου θυμίζει, 40 χρόνια μετά, την ποίηση μιας πολύ αγαπημένης μου φίλης: της Κατερίνας Γώγου. Κατηγορήθηκα γι’ αυτό. Άηχα. Μου μεταφέρονταν οι φήμες και τα υπονοούμενα, από δω κι από κει, από τους ακέφαλους και τους υποδεέστερους περιπατητές της οδού Σόλωνος, χωρίς ποτέ να τολμήσουν να μου το πουν καθαρά κατά πρόσωπο, χρησιμοποιώντας διάφορους υπαινιγμούς περί «απροκάλυπτης εύνοιας». Ο χρόνος που μεσολάβησε, αυτοί οι 11 μήνες, από τον Μάρτιο του ’17 που κυκλοφόρησε το βιβλίο, επιβεβαίωσαν και επικύρωσαν αυτή τη σκέψη μου. Ένας γνωστός ποιητής, των 10 και πλέον βιβλίων, μου εξομολογήθηκε πρόσφατα πόσο πολύ του άρεσε το «Σβήσε», ξεχνώντας προφανώς το αρχικό του δηλητηριώδες σχόλιο, μήνες πριν, για την ίδια συλλογή. Και το υπονοούμενο που άφησε για μένα και την δήθεν «υπερβολή» του οπισθόφυλλου. «Αν είναι δυνατόν», να τα γράφεις αυτά, είχε πει τότε. Τα γράφω αυτά γιατί δεν χρωστάω σε κανέναν.

Η Κατερίνα Γώγου έσκασε σαν βόμβα στη μεταδικτατορική Ελλάδα, που ήταν έμπλεη και απροστάτευτη από τον Θεοδωράκη και τους υπόλοιπους. Ήταν και κάτι ακόμη χειρότερο: Εθισμένη στο εύκολο σύνθημα και στη μεγαλοπρεπή ιστορία αυτού του έθνους. Πέσανε και οι συστημικοί «ποιητές» από δίπλα και το πράγμα ξεχείλωσε. Η Κατερίνα μίλησε απλά, με τα χειροποίητα ποιήματά της, για την αγάπη – μέσω της πολιτικής ελευθερίας και της αυτοδιαχείρισης. Τα ποιήματα της Τόνιας Κοσμαδάκη μιλούν για την αγάπη – μέσω της ίδιας της αγάπης. Κοινός τόπος, κοινή οπτική, κοινή γλώσσα. Άλλη όμως καταγωγική ρίζα, άλλος στόχος. Μοιάζουν, βέβαια, πολύ στην ελευθεριότητα της εκφοράς τους. Στην αλήθεια που περιέχουν – χωρίς κουκούλα. Στην αποκάλυψη του σφαγείου, πίσω από τις κουίντες. Και στο μεγάλο ενδιαφέρον τους για τον άνθρωπο, μιλώντας εκ μέρους τους, ιδιωτικά, για το πιο δημόσιο πράγμα, το πιο δημόσιο ζήτημα, που είναι και το μεγάλο πρόβλημα τούτου εδώ του κόσμου. Του κόσμου που άρχισε και του κόσμου που τελείωσε οριστικά, κλείνοντας τις πόρτες του με θόρυβο.

Ούτε νεράιδες, ούτε πρίγκιπες. Μια ανθοδέσμη από αητούς, μόνο. Τατουάζ στο σώμα. Ζωή, στο ακατάσχετο φρόνημα, στον στόχο, στην άκρη ενός γκρεμού από λέξεις. Η αγάπη διακρίνεται στο ξημέρωμα, με αρτιμελή πρωινά. Όταν χαράζει το πρώτο φως, εκεί που τα σεντόνια λείπουν και όλα τα άσχημα όνειρα έχουν μια λανθασμένη μανία. Όταν ξυπνάς δίπλα σε μια αρχαία βλάβη και ζητάς απλώς 20 γραμμάρια περισσότερο βάρος, που πάλι δεν φτάνουν. Όταν αναπαύεσαι σε ένα ελπιδοφόρο μωσαϊκό, εκείνη τη μεγάλη ώρα, που νιώθεις την πραγματική όραση. Και πάλι πλέκεις. Πλέκεις, πλέκεις, πλέκεις, επειδή το τσίρκο δεν λέει να σταματήσει και τις προάλλες πέρασε πάλι κάτω απ’ το μπαλκόνι σου, κάτω απ’ τα σφιγμένα σου δάκτυλα. Όλο πλέκεις, προκαλώντας τα δευτερόλεπτα. Που κι αυτά καίγονται μέσα σε μια λίμνη από γάλα. Όλα καίγονται και είναι το δικό σου αίμα. Που δεν το ξέρεις ‒ επειδή το έβαψαν άσπρο για να διαφέρει από τις ζωές των φιδιών. Τις υπόλοιπες. Για να διακρίνεται από την αμηχανία του λόγου των άλλων και να ξεχωρίζει.

Φωτογραφία: Γιώργος Λαθύρης

Τα ποιήματα της Τόνιας Κοσμαδάκη έχουν μαχαίρια με επιβεβαιωμένες λάμες στις άκρες τους και αφήνουν έναν ανεπαίσθητο λεκέ στο τραπέζι σας, σαν ίχνος από αίμα. Μην το γλείψετε, πονάει. Ανεπαίσθητα κόκκινο, όπως το χρώμα του τίτλου στην πρώτη έκδοση, όπως το φως στις σελίδες του βιβλίου, που μπαίνει από χαραμάδες για να ξαναβγεί. Μπαίνει και βγαίνει, μπαίνει και βγαίνει και αυτή η αιώρηση, αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στο είναι και στο μη είναι είναι η ύπαρξη, είναι η ταυτότητα της ψυχής, είναι το ανθρώπινο χρέος που είναι ο πόνος. Είναι παράξενο να ανακαλύπτεις σήμερα, την εποχή της μεγάλης επιτήδευσης, τέτοια άμεσα δείγματα γραφής που σ η μ α ί ν ο υ ν. Τέτοιο άτιμο κόκκινο, όπως το δικό μας. Τα ποιήματα του Σβήσε, με μια διάχυτη αύρα ειλικρίνειας, λειτουργούν σαν προαύλιος χώρος που ετοιμάζεται να σε υποδεχτεί, με όλους τους καθρέφτες του ανοιχτούς. Σαν κήπος, όπου κυριαρχούν τα κόκκινα τριαντάφυλλα.

Είναι όμως πιστόλια.

[*Info: Τόνια Κοσμαδάκη, Σβήσε, Απόπειρα, Αθήνα 2017. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly