Ξαπλώνω στο νερό. Μια απέραντη, ακύμαντη θάλασσα, κρύα, παγωμένη μ’ αγκαλιάζει. Ανάσκελα. Με γρήγορες κινήσεις χέρια και πόδια με απομακρύνουν με ταχύτητα σταθερή από την ακτή. Έρημη η ακτή. Λίγοι οι τρελοί μες τον χειμώνα. Στην πραγματικότητα, μόνον ένας. Εγώ. Εγώ, ξαπλωμένος στο νερό, με τις σπασμωδικές, τις σπαστικές κινήσεις μου. Κινήσεις πάλης με το υγρό στοιχείο που με κυκλώνει, με την ακτή που, μην αντέχοντας, χάνεται απ’ τον ορίζοντα.

Σταματώ τα χέρια και τα πόδια. Κουράστηκα να παλεύω και, έτσι κι αλλιώς, είμαι για τα καλά φευγάτος. Κι αν βρισκόταν κι άλλος ένας τρελός στην ακτή, ούτε που θα με έβλεπε. Είμαι μακριά. Και όχι μόνο είμαι μακριά. Είμαι ξαπλωμένος στο νερό. Μέσα στο νερό. Μόνο τα μάτια, η μύτη και το στόμα μου δεν καλύπτονται από θάλασσα. Τα αυτιά μου ακούν τους ήχους της. Μόνο αυτούς και τίποτα άλλο. Κάθε πόρος του κορμιού μου συγκλονίζεται στην επαφή της. Κρυώνω κι ας λένε πως τον Φεβρουάριο η θάλασσα είναι ζεστή. Παίρνω το βάπτισμα του ψύχους. Δριμύ το ψύχος του χωρισμού, απ’ ό,τι κάποτε υπήρξα. Και είμαι τόσο σίγουρος ότι έχει χαθεί η ακτή και δεν υπάρχει στεριά. Ούτε μια σπιθαμή στέρεο έδαφος. Κι εγώ, αν θέλω να επιβιώσω, θα πρέπει να εξελιχθώ σε νέο είδος.

Είμαι έμβιο ον. Και έμβιο και ον; Υπάρχει μέσα μου ζωή και εγώ υπάρχω. Τι λες τώρα; Πού είναι η ζωή μου και πού η ύπαρξή μου όλη; Συνοψίζεται στην αναπνοή μου και στον χώρο που καταλαμβάνω σ’ αυτόν τον τεράστιο υδάτινο όγκο. Μα αν υπήρχε κάποιος στην ακτή, γι’ αυτόν δεν θα υπήρχα. Είναι η ανάσα μου ζωή; Κι αν σταματήσω τώρα ν’ αναπνέω; Όπως σταμάτησα να κουνώ τα χέρια και τα πόδια μου. Κι αν έρθει τώρα ένα μεγάλο κήτος και με κάνει μπουκιές για το άδειο του στομάχι; Θα εξακολουθήσω να ’μαι ον; Ον, δίποδον, σπονδυλωτόν, θηλαστικόν, έμψυχον, έλλογον;

Λόγος. Αυτός που απ’ την αρχή υπήρχε, μα στην πορεία ξεχάστηκε. Κι ήταν λόγος στην ηλικία τη βρεφική. Πιο λόγος παρά ποτέ, όταν με τα μωρουδίστικα τα «γκαγκα», «γκούγκου» του, άρθρωνε όλη την αλήθεια ενός στήθους που έρρεε γάλα και ζωγράφιζε γαλαξίες να σεργιανούν πλανήτες, να φωτίζουν ήλιοι και να περιφέρονται φεγγάρια απατηλά, να φωταγωγούν τη σκοτεινή μας ύλη και να συντροφεύουν με χαοτικές τροχιές τη μοναξιά μας. Πού πήγε ο λόγος τώρα που πλήθυναν οι λέξεις και βαραίνουν και μάραναν το στήθος και το ξέραναν κι ο ουρανός έχει γεμίσει δορυφόρους και διαστημικά σκουπίδια; Και τι τον έκανα τον λόγο αυτόν και πού τον πέταξα; Σε ποιον απ’ τους διαδρόμους του μυαλού τον έχω παρατήσει να κλαίει ασυντρόφευτος και να ουρλιάζει, ενώ εγώ σωπαίνω ξαπλωμένος στη μέση του ωκεανού μου, προσμένοντας να γίνω κρίκος της τροφικής αλυσίδας κάποιου πανάρχαιου, εξαφανισμένου από εκατομμύρια χρόνια, κήτους; Ενός δεινού έμβιου όντος, σπονδυλωτού, ψυχρόαιμου, κητοειδούς, με δέρμα φολιδωτό, με διάψιδο κρανίο, πτερύγια πτηνού θαλάσσιου και μυώδη ουρά ερπετού που με τα ατσάλινα σαγόνια του θα ανοίξει μια χορδή στον χρόνο, θα δραπετεύσει κατευθείαν από την κρητιδική περίοδο ή, ίσως, την ιαουρασική, για να βρει εμένα τον εξελιγμένο, τον ευπροσάρμοστο, έλλογο και έμψυχο να με κατασπαράξει, δίχως λόγο φανερό πέρα από την επιβεβαίωση της θεωρίας των χορδών.

Τα αυτιά μου τα καλύπτει το νερό. Ακούω τον ήχο του πλάσματος του παρελθόντος, του από εκατομμύρια χρόνια εξαφανισμένου. Νιώθω τα ρεύματα του νερού που δημιουργεί, καθώς κινεί το ατσούμπαλο κορμί του υποβρυχίως. Τα πλάσματα της θάλασσας νιώθουν κι εκείνα. Τα ακούω με τα αυτιά μου μέσα απ’ το νερό. Σαλάχια κι αχινοί και σμέρνες και δελφίνια σε μια φρενήρη κινητικότητα. Ιππόκαμποι τα θηλυκά τους ψάχνουν, γιατί είναι ωραίο να έχεις μια επιλογή: πώς θέλεις να πεθάνεις. Και μια γοργόνα αναμαλλιασμένη μου ψιθυρίζει να την αγκαλιάσω, να με σώσει. «Πέθανε ο βασιλιάς Αλέξανδρος», της λέω και «χάσου τώρα». Και χάνεται κι αυτή μες τις σπηλιές της μαύρης της αβύσσου.

Όλα, του λόγου μου δημιουργήματα, μ’ αφήνουν μόνο, στην ερημιά του παγωμένου ωκεανού μου, το τέρας μου να περιμένω. Δεν έχουν λόγο εκείνα με τέρατα να αναμετρώνται. Έμβια όντα, τη ζωή τους προστατεύουν, και άλογα. Εγώ όμως που δεν έχω ούτε βίο ούτε λόγο θέλω να ‘χω πια, μονάχα ένα εγώ κοκαλιασμένο, ξυλιασμένο απ’ το κρύο και κατάμονο, εγώ που ακόμα με ορίζω: Ον δίποδον, σπονδυλωτόν, θηλαστικόν, έμψυχον, έλλογον, Εγώ θα μείνω.

Θα μείνω εδώ και θα το περιμένω το αγαπημένο, εξαφανισμένο τέρας να βγει μπροστά μου κατευθείαν από την κοιλιά του χρόνου, ατόφιο και αχώνευτο σαν πέτρα από του Κρόνου το στομάχι, χάρη στην πρόνοια μιας μάνας Γης σε υστερία, άλλος κανείς δεν θα της φάει τα παιδιά της. Θα μείνω εδώ, ξαπλωμένος ανάσκελα, με το παγωμένο νερό να μου μουδιάζει το κορμί και να αναιρεί ό,τι η μνήμη, ακόμα, διατηρεί απ’ την αλλοτινή μου ύπαρξη. Μίλια μακριά απ’ την ακτή, έτη φωτός μακριά από τον τελευταίο του είδους μου. Εδώ θα μείνω, να αφουγκράζομαι τους ήχους της πολυφλοίσβου θάλασσας, μέχρι να μην ακούω τίποτα πια. Εδώ, να περιμένω ένα διαπερνόν αστέρι να του αποδώσω την ευθύνη της βαρυτικής διάσπασης που θα μας σώσει και τους δυο κι εμένα και τ’ αγαπημένο τέρας και θα μας παραδώσει στην παλαιοντολογία. Εδώ θα μείνω, ένα, επιπλέον υλικό, δίχως πόδια και σπονδύλους, δίχως θηλές, δίχως ψυχή και δίχως λόγο. Ένα άμορφο υλικό, επιπλέον δίχως λόγο ύπτια.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]