Blues

(Η ορχήστρα παίζει χαμηλά. Ήχος φθινοπώρου με διακριτικά κρουστά. Διάφανες κιθάρες ανοίγουν ένα παράθυρο στη σκιά. Όταν πια το μπάσο βρει έναν χτύπο για να ζήσει, η ορχήστρα μοιάζει προς στιγμήν ευτυχισμένη. Χαμηλός φωτισμός, έξω από την πόρτα η πόλη φορά στρας, ποζάρει στον καθένα. Είναι παιδί, πρέπει κανείς να την αγαπάει και να την κατευθύνει σωστά. Δεν φοβάται όμως το σκοτάδι, φτιάχνει λιμπρέτα για να τελειώσει μες στη δόξα. Η ορχήστρα πάντα θα τη συντροφεύει. Ένα κορίτσι λέει ένα, δυο τραγούδια. Οι ιστορίες τους μοιάζουν κάπως έτσι. Είναι το μόνο που σώθηκε απ’ εκείνα τα χρόνια.)

Ο μαύρος αυλητής του αεροφώνου, τότε και τώρα, παίζει λυπημένα όλους τους σκοπούς. Ακίνητος στη θέση του σκορπίζει μπλουζ πάνω απ’ τους ερωτευμένους, μπλουζ στην οροφή του μαγαζιού, μπλουζ των αστεριών, πάνω από το πρόσωπό σου, παντού μπλουζ.

Μια λύπη παράφορη θα τον κάνει για πάντα να μοιάζει απόκοσμος, ένας άγγελος που ποτέ δεν αγαπήθηκε. Στο τέλος της βραδιάς βαδίζει καθώς πάντα τους άδειους δρόμους. Ακολουθεί πιστά τον άνεμο που βγάζει ως το ξημέρωμα.

Ο μαύρος αυλητής του αεροφώνου ξοδεύεται στη μεγάλη πόλη, επειδή οι τοίχοι της είναι σκοτεινοί, επειδή πάνω απ’ τον ουρανό της γεννιούνται ατέλειωτες σειρές μπλουζ κομματιών. Όλα αυτά κάνουν τη ζωή του στις υδρίες να μοιάζει ανυπόφορη.

Ο μαύρος αυλητής του αεροφώνου ονομάζεται Τζόε ή Τζιμ ή όπως αλλιώς μπορεί να φανταστεί κανείς. Γνωρίζει το Κλερμόντ σαν τον μέσα κόσμο των χεριών του και η ζωή του επιφύλασσε μονάχα λύπες.

Το πρόσωπό του κόβει μια βαθιά ρυτίδα, μια παράξενη ρωγμή. Ο μαύρος αυλητής του αεροφώνου κάπως παράξενα και απρόβλεπτα, συστρέφεται γύρω της. Πως υπήρξε το μαρτυρούν μονάχα τα μπλουζ που πετούν ξέφρενα πάνω από τον μυστικό του κήπο. Ο μαύρος αυλητής του αεροφώνου μπορεί να είναι μονάχα ένα χάρτινο φάντασμα ή μια αρχαία μυρωδιά. Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν ρωτά κάτω απ΄τις βροχές των τραγουδιών, φίλε.

Μισέλ

Στην αρχή δούλεψε για μερικούς μήνες σ’ ένα καραβάνι. Έφυγε γρήγορα για τ’ ανατολικά. Κράτησε μονάχα το ονομά της και υποσχέθηκε στον εαυτό της πως θα φτιάξει μια ζωή. Ήταν όμορφη σαν άγγελος, μα περισσότερο μας συγκινούσε η φωνή της. Τότε ήταν μόλις είκοσι χρονών.

Την συναντήσαμε ένα βράδυ, χρόνια μετά, στην οδό Πάρκερ με διαλυμένη καρδιά, με φωνή που έσπαγε πάνω στους άδειους τοίχους του παλιού ξενοδοχείου της. Ήταν δυο τρεις παρέες και εκείνη μέσα από τους καπνούς με τα μάτια κλειστά, ολομόναχη έβγαινε μετέωρη πάνω από όλους μας. Τι θάρρος θα χρειαζόταν θεέ μου εκείνη την ώρα, πάνω στο σόλο ενός Ιρλανδού να αρθρώσεις έστω μια λέξη.

Όμως η Μισέλ έσπαγε το καλούπι της μέρας, εκεί μπροστά μας. Τώρα είμαστε καταδικασμένοι να παραμείνουμε σε αυτό το μέρος. Είμαστε οι μοιραίοι θαμώνες, Μισέλ. Οι εφημερίδες έτσι θα πουν για μας. Και έπειτα θα κλείσουν το μικρό σαλόνι στα μέσα φύλλα με μια φωτογραφία σου, με ικεσίες και προσευχές για τη φωνή σου. Βαθιά, γαλάζια μου Μισέλ, κοντά σου είναι όλα αποχαιρετισμός.

(Έπειτα είπαν και άλλα τραγούδια, με παρατεταμένα σόλο των κιθαριστών. Άλλωστε , τα μπλουζ δεν τελειώνουν. Οι χιλιάδες ιστορίες, οι μεγάλες αγάπες, ένα κορίτσι που περνά μέσα απ’ τις δεκαετίες, τα φαντάσματα του παλιού καιρού, όλα γίνονται τραγούδια και ζουν από στόμα σε στόμα σαν επιζώντες δραματικοί κάποιας υπόθεσης.)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.