«Δεν αξιώθηκα ούτε Θεό, ούτε κάποιο σταθερό σημείο επάνω στη γη, απ’ όπου θα μπορούσα να προσελκύσω την προσοχή ενός Θεού· πολύ περισσότερο δεν αξιώθηκα τη συγκαλυμμένη οργή του σκεπτικιστή, την ακαμψία του ορθολογιστή ή τη ζέουσα αθωότητα του άθεου».

Ο Στιγκ Ντάγκερμαν στο αυτοβιογραφικό του αυτό δοκίμιο (Μελάνι, 2005) εκθέτει τις σκέψεις ενός δημιουργού πάνω στην υπαρξιακή αγωνία. «Η ανάγκη μας για παρηγοριά» γράφει «είναι απεριόριστη», καθώς η «ζωή δεν είναι παρά μια παράλογη πορεία προς τον βέβαιο θάνατο». Ο ίδιος «παγιδεύ[ει] την παρηγοριά όπως ο κυνηγός το θήραμά του», καθώς «η παρηγοριά δεν διαρκεί παρά όσο το φύσημα του ανέμου στην κορυφή ενός δέντρου».

Το δοκίμιο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως πεζοποίημα καθώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού αυτού είδους που διακρίνεται από τη ρευστότητα της μορφής και την αντινομική ειδολογική υπόσταση. Ο συγγραφέας αναμιγνύει τα περισσότερα είδη με τα οποία ασχολήθηκε: διήγημα, «φιλοσοφικό» δράμα, ποιητική πρόζα. Ο Ντάγκερμαν υπηρέτησε με επιτυχία τα προαναφερθέντα είδη καθώς και το μυθιστόρημα, την ποίηση, αλλά και τον σατιρικό στίχο (!).

Το κείμενο γράφτηκε το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1952 στο περιοδικό Husmodern, ένα γυναικείο περιοδικό το οποίο του ζήτησε να γράψει «κάτι για την τέχνη της ζωής» – ο Ντάγκερμαν εργαζόταν ως δημοσιογράφος. Αναφέρεται στον αγώνα του να ξεπεράσει την κατάθλιψη, καθώς και στο «συγγραφικό μπλοκάρισμα», το γεγονός δηλαδή ότι «μπλόκαρε» ως συγγραφέας και δεν μπορούσε να βρει ξανά την επαφή με τη γραφή.

«Ο καθένας έχει το δικό του αφεντικό […] το ταλέντο μου με καθιστά υποχείριό του, σε σημείο που να μην τολμώ να το χρησιμοποιήσω, από φόβο μήπως το στερηθώ […] Η μεγαλύτερή μου ελπίδα να το διαφυλάξω […] Η ικανότητα να δημιουργώ κάτι ωραίο μέσα στην απελπισία μου».

Ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει ένα σταθερό σημείο να κρατηθεί. Η πίστη στον Θεό έχει καταρρεύσει και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι φανέρωσαν τη φριχτή πραγματικότητα για την ανθρώπινη φύση, ότι δηλαδή ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ζώο είτε για να επιβιώσει είτε γιατί –όπως έδειξαν οι εξελικτικές θεωρίες– διαθέτει αντανακλαστικά και ορμές που τον εξομοιώνουν με τα ζώα. Ο άνθρωπος είναι ικανός τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Η διττή ανθρώπινη φύση είχε σκιαγραφηθεί, πριν τα τέλη του 19ου αιώνα, στην πεζογραφία μέσα από το λογοτεχνικό ρεύμα του νατουραλισμού, αλλά εκφράστηκε κυρίως με τον μοντερνισμό και ειδικότερα τον εξπρεσιονισμό, ο οποίος εστίασε στα αισθήματα απόγνωσης, τρόμου και αγωνίας –αισθήματα που αποτυπώθηκαν στον γνωστό πίνακα «Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ.

Η υπαρξιακή μοναξιά, η ψυχική αστάθεια, η πληθώρα ερεθισμάτων, τα εφιαλτικά τοπία των μοντέρνων βιομηχανικών πόλεων και η κατάργηση της χρονικής συνέχειας έγιναν αντικείμενα αναπαράστασης στη λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Πολλοί δημιουργοί, με διαφορετικά εκφραστικά και αφηγηματικά μέσα, έδωσαν έμφαση και τόνισαν την αξία της χρονικής στιγμής.

«Η ζωή μου είναι σύντομη μόνο αν την εναποθέσω επάνω στο σώμα του χρόνου […] Κατά βάθος ο χρόνος είναι ένα εργαλείο μέτρησης χωρίς αξία, γιατί δεν αγγίζει παρά προμαχώνες της ζωής μου. Οτιδήποτε αξιόλογο και ό,τι δίνει στη ζωή μου το μεγαλείο της είναι: Η συνάντηση με κάποιον αγαπημένο, ένα χάδι…».

Η διττή φύση της ψυχής του Ντάγκερμαν φαίνεται και στο γεγονός ότι ο συγγραφέας έγραφε και σατιρικούς στίχους τους οποίους δημοσίευε στην αναρχοσοσιαλιστική εφημερίδα Arbetaren («Εργάτης»). Για την ακρίβεια έγραψε περίπου 1.300 στίχους, οι οποίοι είναι πολύ δημοφιλείς στη Σουηδία και έχουν μελοποιηθεί.

«Γιατί ο χρόνος είναι μια παρηγοριά. Επειδή τίποτα από τ’ ανθρώπινα δεν διαρκεί – και πόσο μίζερη παρηγοριά, που δεν βολεύει παρά μόνο τους Ελβετούς!»

Η παρηγοριά έρχεται «απρόσκλητη» ή «μεταμφιεσμένη» και ακόμη μπορεί να είναι «αναγκαιότητα». Η «μίζερη» παρηγοριά μάς θυμίζει αυτό που θέλουμε να λησμονήσουμε. Ο συγγραφέας μπορεί να φτιάξει «τις πιο ωραίες λεκτικές επινοήσεις» αναζητώντας ένα νόημα στη ζωή, που να μην αφορά μόνο το υποκείμενο που γράφει αλλά τον κόσμο προς τον οποίο το απευθύνει.

Η ερμηνεία των πράξεων του ανθρώπου μέσα από την επιστήμη δεν είναι αρκετή στον συγγραφέα. «Αυτό που αναζητώ δεν είναι η συγχώρεση στη ζωή μου αλλά ακριβώς το αντίθετο της συγχώρεσης: η συμφιλίωση […] η παρηγοριά που δεν λαβαίνει υπόψη της την ελευθερία μου είναι απατηλή»

Η λέξη κλειδί για την ερμηνεία του δοκιμίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η λέξη «ελευθερία». Ο Ντάγκερμαν ανήκει στο λογοτεχνικό και φιλοσοφικό κίνημα του υπαρξισμού που πρεσβεύει ότι ο άνθρωπος οφείλει να δημιουργεί τους δικούς του κανόνες. Ο αυτοκαθορισμός είναι ενέργεια ελευθερίας. Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκωρ τόνιζε, επίσης, τη σημασία της προσωπικότητας του ατόμου και τη σχέση της με τον κόσμο, καθώς αυτός αποτελεί αντανάκλαση του εαυτού. Ο φιλόσοφος έλεγε χαρακτηριστικά: «Δύο άτομα μπορεί να πιστεύουν ότι πολλοί γύρω τους είναι φτωχοί και χρειάζονται βοήθεια αλλά η επίγνωση αυτού του γεγονότος μπορεί να οδηγήσει μόνο τον έναν να πάρει την απόφαση να βοηθήσει ενεργά τους φτωχούς». Με τον ίδιο τρόπο ανάλυσης και γνώσης της ανθρώπινης φύσης είχε κάνει την ανατομία των χαρακτήρων του και ο Ρώσος συγγραφέας Ντοστογιέφσκι.

«Τι να το κάνω λοιπόν το ταλέντο μου αν δεν είναι μια παρηγοριά στο γεγονός ότι είμαι μόνος – μα μια αποτρόπαια παρηγοριά που με κάνει απλώς να νιώθω τη μοναξιά μου πέντε φορές πιο δυνατή!»

Ο Ντάγκερμαν στο δοκίμιό του Η ανάγκη μας για παρηγοριά φαίνεται πως αμφιταλαντεύεται πάνω στην αξία της γνώσης της ελευθερίας του ατόμου όταν αυτή την υποκειμενική γνώση δεν μπορεί να τη μοιραστεί με τους άλλους.

«Με δεδομένο ότι αναζητώ ένα στήριγμα, ότι η ζωή μου δεν είναι χωρίς νόημα και ότι δεν είμαι μόνος πάνω στη γη, συγκεντρώνω όλες αυτές τις λέξεις σ’ ένα βιβλίο και το προσφέρω στον κόσμο […] Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι αυτό που δεν θα έχω: η επιβεβαίωση ότι οι λέξεις άγγιξαν την καρδιά του κόσμου.»

«Τι να το κάνω λοιπόν το ταλέντο μου αν δεν είναι μια παρηγοριά στο γεγονός ότι είμαι μόνος – μα μια αποτρόπαια παρηγοριά που με κάνει απλώς να νιώθω τη μοναξιά μου πέντε φορές πιο δυνατή!»

Ο Ντάγκερμαν παρομοιάζεται από μελετητές του με τον Κάφκα, τον Φώκνερ και τον Καμύ. Με τον τελευταίο διακρίνω περισσότερη ομοιότητα στον τρόπο γραφής καθώς ο Ξένος του Καμύ και οι ήρωες του Ντάγκερμαν εμφανίζουν μια μελαγχολική, ωστόσο αντισυμβατική θέση απέναντι στην κοινωνία. Η άρνηση συμβιβασμού με τις κοινωνικές και ηθικοθρησκευτικές συμβάσεις είναι φανερή και στο μυθιστόρημα του Ντάγκερμαν Η σκιά του Μαρτ. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Ντάγκερμαν ήταν πολιτικά τοποθετημένος στον αναρχοσοσιαλισμό τον οποίο γνώρισε μέσω του πατέρα του.

Γεννήθηκε το 1923 στο Ελβκάρλερμπι, στην περιοχή της Ουψάλας, από οικογένεια εργατών. Υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της γενιάς των λεγόμενων «συγγραφέων του 1940», που υπήρξαν οι βασανισμένοι και ανίσχυροι μάρτυρες της ευρωπαϊκής σύρραξης. Σήμερα θεωρείται ένας σύγχρονος κλασικός, τα έργα του δεν σταμάτησαν ποτέ να επανεκδίδονται στην πατρίδα του και να μεταφράζονται στον υπόλοιπο κόσμο. Εμφανίστηκε στα γράμματα με το μυθιστόρημα Το φίδι (Ormen, 1945) και απέσπασε το λογοτεχνικό βραβείο της εφημερίδας Svenska Dagbladet. Από το πρώτο του μυθιστόρημα Το φίδι (1945) αναλύει το άγχος που συνοδεύει και ρυθμίζει τις ενέργειες του ανθρώπου, οδηγώντας τον σε πράξεις καταστροφικές. Ακολούθησαν σημαντικά μυθιστορήματα όπως Το Νησί των καταδίκων (1946), το ρεπορτάζ Γερμανικό φθινόπωρο (1947), τα θεατρικά έργα Ο καταδικασμένος σε θάνατο (1947), Ο αριβίστας (1949), Κανένας δεν είναι ελεύθερος (1949). Θεωρώντας τη ζωή «σαν μια χωρίς σκοπό και νόημα πορεία προς τον βέβαιο θάνατο», ο Ντάγκερμαν αυτοκτόνησε το 1954 στη Στοκχόλμη.

Το δοκίμιο προαναγγέλλει την αυτοκτονία του καθώς υποφέρει από κατάθλιψη, η οποία, όπως γράφει, «έχει εφτά κουτιά το ένα μέσα στο άλλο, και στο τελευταίο βρίσκονται ένα μαχαίρι, μια λάμα, δηλητήριο, σκοτεινό νερό και ένας καταρράκτης […] η αυτοχειρία είναι η μόνη ένδειξη της ανθρώπινης ελευθερίας».

Ο Ντάγκερμαν με την αυτοκτονία του απόκτησε την ελευθερία που αναζητούσε και δεν έβρισκε στη ζωή του. Ωστόσο, το έργο του έγινε πυξίδα ζωής και έμπνευσης για πολλούς συνθέτες, συγγραφείς και σκηνοθέτες.

Η Μαργαρίτα Μέλμπεργκ που μετέφρασε το δοκίμιο Η ανάγκη μας για παρηγοριά, ανήκει σε αυτούς που σύστησαν τον συγγραφέα στους Έλληνες αναγνώστες. Η ίδια έχει μεταφράσει και άλλα δύο έργα του Καμένο παιδί (Εστία) και Η σκιά του Μαρτ (Νεφέλη).

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.