Ο φίλος φιλόλογος είναι οινόφλυξ και ποιητής κατά διαστήματα, για να μην τον προσβάλλω και πω πως είναι ποιητής με μεγάλα κενά. Αέρος. Αρέσκεται στα παλιά κείμενα και τα αναφέρει, αναγνωρίζοντας, ως φιλόλογος, πού είναι εκείνες οι πλάγιες αναφορές στις προσωπικές αδυναμίες των μεγάλων και των μικρών της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τη ροπή στο κρασί και τον ποδόγυρο. Επαναλαμβάνει στο τσακίρ κέφι πως ο Κάφκα τα έφτιαχνε μόνο με σερβιτόρες, ο Σελίν με χορεύτριες. Κορίτσια ταπεινής καταγωγής υπηρετούν τους διανοούμενους στη φαντασία του, κι ίσως να έχει δίκιο. Από προσωπική μου άποψη τα καλύτερα κορίτσια για έναν λογοτέχνη και δημιουργό υψηλής (πάντα!) τέχνης είναι οι κομμώτριες (και μάλιστα, όχι αυτές που έβγαλαν τη σχολή, αλλά αυτές που είναι βοηθές πιστολάκι!), αν δεν υπήρχαν οι νοσηλεύτριες.

Οι αδελφές νοσοκόμες με την εξοικείωση τους στα υγρά που αποβάλει το σώμα (κόπρανα, κάτουρα και φλέγματα), είναι τα καλύτερα κορίτσια, και πολύ συχνά τις συναντάμε να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε μεγάλους λογοτέχνες και διανοούμενους. Ο φίλος μου, που δεν στερείται ντοκτορά φυσικά, θεωρεί πως επειδή είναι γερμανόφωνος και σχολής Φρανκφούρτης, δεν απαιτεί ως σύντροφο κάποια δεσποινίδα ισάξιων προσόντων, αλλά ένα απλό κορίτσι του λαού: λίγο πρεζάκι λίγο πουτάνα, και λίγο νοικοκυρά. Εκτιμά και μεταφράζει την τρέλα των παλιών προ εκατονταετίας Γερμανών ποιητών, αλλά δεν βλέπει την τρέλα των σημερινών φίλων που τον συντροφεύουν στο κρασί και γράφουν πύρινα στιχάκια για τις εξαρτήσεις και τις γκόμενες.

Ο φιλόλογος φίλος μου εκτιμά τον Πάρα, αλλά την ίδια μέρα που πέθανε ο Νικανόρ δεν εκτίμησε τα στιχάκια μου που ανέβηκαν, εντελώς κατά σύμπτωση το προηγούμενο βράδυ, σε κάποια ιστοσελίδα με πολλές επισκέψεις. Είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε την τρέλα των παλιών, αλλά η τρέλα των συγχρόνων μας, είναι αλήθεια, μας τρομάζει. Όχι μόνο μας τρομάζει, αλλά την αποφεύγουμε. Τη φοβόμαστε. Τη θεωρούμε μεταδοτική και θανάσιμη. Η τρέλα των συγχρόνων μας δεν βρίσκει αποδοχή και δεν χαίρει εκτιμήσεως. Ο φίλος μου φιλόλογος στον ύπνο λατρεύει το «αρνάκι άσπρο και παχύ» αλλά ακόμη δεν έχει καταλάβει τη ρήξη που έκανε ο ποιητής Φανφάρας με τον στίχο του «άσπρα κοράκια, μαύρα κοράκια», κι ας έχει παρέλθει μια ολόκληρη πεντηκονταετία. Κι απέμεινα να αναρωτιέμαι: πόσα χρόνια χρειάζονται τελικά για να αναδειχτεί το καινούργιο;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.