Κολυμπάω απαλά σε μια θάλασσα αλμυρή, κάτω από την επιφάνειά της, δεν με αγγίζουν τα κύματα πια, μα ούτε και εγώ αγγίζω τον βυθό. Η θάλασσα είναι σκοτεινή, δεν ξέρω τι έχει στα βάθη της, ούτε και στα πέρα της και η αλμύρα της, στ΄ αλήθεια, με τσούζει στα μάτια πολύ. Όμως χαίρομαι που μπορώ να κουνάω τα χέρια μου και τα πόδια μου, με κόπο μεν μα αρτιμελής ακόμη. Ευγνωμονώ που έζησα τις λιακάδες της, την ήσυχη κάποτε επιφάνειά της, τα γλαροπούλια της, τα δελφίνια της. Μου δώρισε ταξίδια, που δεν πίστευα ποτέ ότι θα αξιωνόμουν. Και ο πόνος, που νιώθω πια σε κάθε μου κίνηση, κολυμπώντας κάτω από την επιφάνειά της, μοιάζει με τον πόνο που είχαμε παιδιά, όταν αγγίζαμε με τη γλώσσα μας το πονεμένο ούλο στη θέση του εκπεσόντος νεογιλού δοντιού και πονούσαμε μεν, αλλά θέλαμε ακόμη να το ακουμπάμε, να ανασκαλεύουμε την πληγή, να νιώθουμε πως υπάρχουμε μέσω αυτού του περίεργου πόνου, το δόντι δεν υπήρχε πια, υπήρχε μόνο μια πονεμένη θέση στη μνήμη του και κάτι παράξενο όταν την αγγίζαμε, που μας μούδιαζε υπόγλυκα κι υπόπικρα μαζί, μαγευτικά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Kourtney Roy.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.