frear

Το υπόγειο – της Ρέας Ζαχαριά

Μελέτησε το πρόσωπό της στον καθρέφτη του υπογείου.

Ας ήταν φθαρμένος στις άκρες του. Της άρεσε να είναι στο κέντρο του και γύρω της θολούρα και μια πατίνα χρόνου. Γλύκαιναν οι ρυτίδες, τα μάτια της φαίνονταν γυαλιστερά, οι μελανιές έδειχναν ωχρές, σχεδόν αδιόρατες, τα σκισίματα στα χείλη θρεμμένα…

Της άρεσε να ακούει μουσική δυνατά, να καλύπτει τα βήματα από τον πάνω όροφο. Να ξέρει πως όσο δυνατά κι αν φωνάξει, δεν ακούγεται έξω από τον αεροστεγή χώρο της. Είναι ζωντανή θαμμένη. Είναι ζωντανή και αφημένη στην ησυχία της.

Είναι θαμμένη.

«Ογδόντα τρεις μέρες για τα Χριστούγεννα!» της σφύριξε στο αυτί η συνάδελφος, βγάζοντας για λίγο τα ακουστικά από τα αυτιά της και πλησιάζοντας περισσότερο κοντά από όσο άντεχε:

«Ξανά πεθερικά και χωριό, αλλά δε γαμιέται, σάμπως εδώ τί θα ‘κανα; Ρεβεγιόν στη συνυφάδα και τουρ σε κάθε παιδικό πάρτι, όπως πέρσι…»

Την έβαλε στο αθόρυβο. Άνοιγμα χειλιών, μορφασμός τύπου χαμόγελο κατανόησης, ατάκα νούμερο 12, έπιασε, η Τούλα απομακρύνθηκε τραγουδώντας «Στα αστέρια πάμε, άνοιξε τα φτερά σου πετάμε» και με κίνηση «δικό σας».

Πέρασε από το καθαριστήριο· πολυτέλεια της φάνηκε το εικοσάρικο, άλλη φορά θα τα έδινε σε φίλη με δεκάκιλο πλυντήριο τα παπλώματα, ο μικρός είχε αρρωστήσει όμως και ξερνούσε παντού. Σούπερ μάρκετ, ίσα για τα βασικά. Στο ταμείο κατέβηκε υπόγειο: έβγαλε το πορτοφόλι της και το κράτησε με το φόβο να τη δαγκώνει.

Έχω πάρει λεφτά; Κι αν όχι; Αν δεν έχει ούτε η κάρτα; Ο μαλάκας την τσεκάρει την κάρτα, να βάλω λίγα μετρητά, λίγα εκεί. Άνοιξέ το, γαμώτι σου. Δες, έχει; Μπορείς,  ρε, ένα φερμουαράκι είναι. Τράβα το, ώπα. Δες. Έχει; Κανείς δεν σε κοιτάει. Έχει. Έχεις, δικά σου είναι. Σου μιλάνε, ξύπνα.»

Πλήρωσε, πήρε τα ρέστα χωρίς ν’ ακουμπήσει δάχτυλα, μάζεψε σακούλες, μορφασμός χαμόγελο, ατάκα 5, έπιασε. «Ευχαριστώ, γεια σας».

Σταμάτησε το αυτοκίνητο οριακά πίσω από τη μαμά του Παύλου που είχε βάλει τις φωνές στον μικρό στο γήπεδο πριν δυο βδομάδες. Η στρίγγλα. Οριακά, την έλιωνε στο πεζοδρόμιο κι έκανε το εξτένσιον σφουγγαρόπανο για συκώτια.

Βγήκε, πάρκαρε, την προσπέρασε με την ψυχή να χτυπάει στα δόντια, φαντάσου να τη φώναζε – ώπα, τη φώναζε:

«Έλλη μου, μα δεν σε γνώρισα! Πόσο αδύνατη! Παιδάκι μου, έρεψες! Έρωτας, έρωτας; Λέγε».

Της έδωσε κάτι φιλιά στον αέρα και της κράτησε το μπράτσο. Της κρατούσε το μπράτσο το τσόλι, το’ χουμε; Κατάπιε, μάσησε δυο λέξεις, τράβηξε κάπως τα χείλη της και είπε τη στάνταρ-ατάκα-για-μαμάδες-δημοτικού. Ξέφυγε.

Ο μικρός ήταν χαρούμενος και λαμπερός σαν ήλιος. Τον έσφιξε πάνω της με όλη της την δύναμη μέχρι που το παιδί στράβωσε: «Ρε, μαμά!»

Ναι, οκ, ήθελα λίγη αγάπη ακόμα, μυρίζεις κιμωλία και σκόνη και λουκουμά.

Σπίτι. Φως ως τις πέντε, μετά υπόγειο.

Έφαγαν μαζί, μάζεψαν τα πιάτα, της τα είπε όλα, του είπε δυο χαζά, γέλασαν, τον έστειλε να αρχίσει μαθήματα «και θα ‘ρθω».

Το κλειδί. Βούτα. Τώρα. Ήρθε.

Σέρνει τα βήματά του, πάει να αφήσει τα κλειδιά στο τραπεζάκι, πέφτουν, βρίζει.

Το υπόγειο το ανακάλυψε όταν ο πατέρας της γυρνούσε σπίτι τύφλα. Μαζευόταν κάτω από τη μηχανή της μάνας της κι έριχνε και το κάλυμμα μπροστά. Έκλεινε τ΄ αυτιά της και σιγοψιθύριζε το «Ήταν ένα μικρό καράβι», μόνο που στο α-α-ταξίδευτο κολλούσε κανα τέταρτο να μην ακούει άλλα.

Μ’ αυτόν εδώ ήξερε. Μεγάλος πολύ, χασάπης, τη γύρεψε, την έδωσαν, αντέδρασε, χαμός έγινε, αλλά χρωστούσαν και στο θεό ακόμα και είπε να τους ξεχρεώσει και να χωρίσει. Στα λόγια.

Έμεινε έγκυος και δεν το’ θελε, προσπάθησε να το ρίξει, μαύρισε, ζάρωσε, πετσί και κόκκαλο ετοιμόγεννη. Στο Αλεξάνδρας γέννησε. Ο τύπος την είχε σιχαθεί στο μεταξύ, όλο χτικιό και χολή ήταν η μικρή. Ένα σκασμό λεφτά έδωσε να ξεχρεώσει το βρωμιάρη τον πατέρα της κι όταν την πήδαγε κοιτούσε το ταβάνι σα μούμια, ένα αχ, δεν άκουσε ποτέ από το στόμα της. Ζουμπουρλούδες είχε δύο, με το σκατό θα ασχολιόταν; Μια μέρα όμως της έσκασε ένα μπουκέτο και του σηκώθηκε σκληρή σαν πέτρα. Όσο τη βάραγε και δεν μίλαγε, τόσο ερεθιζόταν, έφτασε να τελειώσει πάνω στα αίματα και να φωνάξει κιόλας. Από τότε, το ξανάκανε. Δεν το θελε, μη τη σακατέψει κιόλας, τη λυπόταν μετά, αλλά σάμπως κι αυτός άντρας δεν ήταν;

Ο άντρας της, γαμώ την πουτάνα του. Τί τον φοβόταν το σκατό;

Όταν της έδωσαν το αγόρι της τυλιγμένο στις φασκιές και τον κράτησε στα χέρια της, άνοιξε το υπόγειο και τρύπωσε ο ήλιος στις γωνίες. Έλαμπε. Δικός της όλος, μια τούφα ξανθό χνούδι και δυο μάτια που έγιναν θάλασσα. Δεν ήταν α-α-αταξίδευτη πια, μπάρκαρε. Άρχισε να αντέχει. Πιο πολύ. Πιο πολύ από πολύ.

Λίγο σαν να πήρε τις αράχνες, λίγο σαν να συγύρισε, έπιασε δουλειά όταν τον πήγε σχολείο – τηλεφωνήτρια μερικής απασχόλησης για λίγα, αλλά στο χασάπικο δεν πήγαινε.

«Τί να αξιώσεις, μωρή χλεμπονιάρα; Στο ταμείο είναι η Βάσω, ούτε να σε φτύσει…»

Ούτε. Ποιός χέστηκε;

 

Γάζωσε με το βλέμμα της την πλάτη του, δυο στρέμματα βόδι. Του έστρωσε να φάει, τον περιποιήθηκε, του είχε φτιάξει σαλάτα ιδιαίτερη.

«Τί σκατά βλέπετε στην τηλεόραση με τις κωλοσυνταγές, ρε πούστη μου;»

Το υπόγειο του το’ χε ζητήσει να ράβει. Το καθάρισε, το έβαψε, το έκανε δικό της. Έβαλε δυο πράγματα της μάνας της όταν πέθανε, δύο όμως: τη ραπτομηχανή και τον καθρέφτη. Ο πατέρας της πήγε από κίρρωση μετά το γάμο και ησυχάσανε.

Εκεί ζούσε σαν άνθρωπος, εκεί ανέπνεε μέχρι να πάει το ζωντανό για ύπνο. Εκεί, σ’ ένα περβάζι είχε τις γλάστρες της και τα μυρωδικά. Εκεί και το μωβ κρυφό φυτό της.

Όταν τη σακάτευε, εκεί μάζευε τα κομμάτια της και τα αίματα, σ’ ένα νιπτηράκι. Εκεί λουζόταν, εκεί ξεπλενόταν, εκεί έβαζε οινόπνευμα και άρνικα να μαλακώσουν οι μελανιές. Εκεί δεν πάταγε κανείς άλλος. Ούτε το παιδί. Ποτέ. Διπλοκλείδωνε και άλλαζε θέση στην κρυψώνα κάθε τρίτη μέρα.

Το μωβ φυτό το έψαξε και το παρήγγειλε για τις ημικρανίες της. Μια ρίζα μόνο, δυο χρόνια πριν. Το φρόντιζε και το ανάσταινε, ήρθε και φούντωσε, μα μάτι δεν έφτανε να το δει εκεί. Το παράθυρο έβλεπε στο κηπάκι του σπιτιού τους, κρυμμένο ήταν ολότελα.

Όταν το ξεπάστρεψε πριν δυο μέρες, αγριεύτηκε. Φοβήθηκε ως το μεδούλι, μα πίσω δεν έκανε πια. «Κρυφό μου» του ψιθύρισε και του ’βγαλε τη ρίζα.

«Έχει μια αψάδα το φαί;» γκάριξε.

Ήρθε, κάθισε δίπλα του και πήρε μια πιρουνιά στο στόμα.

«Μπα, ιδέα σου. Το φασκόμηλο της Βάσως…»

Πήγε να του φέρει νερό και το ‘φτυσε στην παλάμη της. Άκουγε την καρδιά της στ’ αυτιά, καθώς ξεπλενόταν στο μπάνιο. Τσέκαρε τον μικρό και πήγε πάλι πίσω.

Τα γκρέμισε όλα πέφτοντας ο μαλάκας. Είχε πιάσει το λαιμό του και σφάδαζε, σαν τα ζωντανά που ξεπάστρευε. Τον κοίταξε λίγο και τον κουκούλωσε με ένα τραπεζομάντηλο της προίκας, του πίεσε και το στόμα να σκάσει, έσκασε τελικά. Τον ξεσκέπασε, πήρε σφυγμό, περίμενε, ξαναπήρε και έψαξε για το σταθερό. Ατάκα χωρίς νούμερο, ειδική παραγγελία, τελευταίας εσοδίας:  

«Η καρδιά του- λυγμός – δεν αναπνέει – λυγμός – είμαι μόνη μου με το παιδί, η καρδιά του, υπέρβαρος, ναι».

Μια φορά ήταν ένα μωρό γειτόνισσας μ’ ένα μπουσούλημα τόσο περίεργο! Μάζευε, μάζευε το κορμάκι του κι έδινε μια σαν ελατήριο και πήγαινε μπροστά. Και δώσ’ του πάλι. Μάζευε κι εκείνη χρόνια. Που και που το λάδωνε το ελατήριο στο υπόγειο. Έδωσε μία, αλλά τι μία…

Κανείς δεν το ‘ψαξε παραπάνω, να’ ναι καλά ο κυρ «Άδης – Τελεταί».

Υπέγραψε, τα κανόνισε, τρεις τον σηκώσανε και τους έφυγε η μέση.

Το παιδί στο δωμάτιο· του είπε τον πάνε στο νοσοκομείο τον πάτερα, κάτι σοβαρό με την καρδιά του, σάμπως δεν τον φοβότανε; Θα μάθαινε χωρίς το φόβο. Μαθαίνεται κι αυτό.

Έδωσε μία και βγήκε στον ήλιο. Τέντωσε το πρόσωπό της ψηλά και λούστηκε στο φως. Το σκοτάδι του υπογείου ρουφούσε σκέψεις και τις λέρωνε. Θα μάθαινε με το χρόνο, θα λυτρωνόταν.

Δεν θα μενε α-α-αταξίδευτη άλλο.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly