Ο τίτλος της συλλογής (Πρωσικό μπλε) και τα παραστατικά σκίτσα της Μαργαρίτας Βασιλάκου με εξπρεσιονιστικές αναφορές εναρμονίζονται πλήρως, τόσο με το ύφος, όσο και με το περιεχόμενο πολλών ποιημάτων, καθώς ανάμεσα στις λέξεις αναδύεται η παραπομπή στο μπλε. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν είναι το πρωσικό ή άλλη απόχρωσή του, όπως το «Μπλε κοβαλτίου» στο πρώτο ποίημα της ενότητας «Τρικυμία εντός», καθώς ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι η συλλογή χρωματίζεται μπλε, το χρώμα που ειδικά στη γενιά μας είναι συνυφασμένο με την αντανάκλαση της μελαγχολίας, την παρατεταμένη εποχή της ματαίωσης συλλογικών και προσωπικών ουτοπιών, τη σκούρα λάμψη της απόγνωσης.

Θεωρώ ότι η επιλογή του πρωσικού μπλε από την ποιήτρια, του πρώτου συνθετικού χρώματος της Βιομηχανικής Επανάστασης (μια σκούρα, λαμπερή έντονη απόχρωση του μπλε) δεν έγινε τυχαία, αφού αυτό το μπλε εκφράζει το τέλος μιας εποχής και την αρχή μια άλλης που επηρέασε όλες τις τέχνες. Άλλωστε, ανέκαθεν το μπλε των ποιητών συναντά το μπλε των θρύλων, το γαλάζιο των παραμυθιών και τις απαστράπτουσες μπλε χίμαιρες.

Η συλλογή ξεκινά με δυο ποιήματα που σηματοδοτούν τις προθέσεις της ποιητικής δημιουργίας, που δεν είναι άλλες από την επικοινωνία με τον αναγνώστη. Η εντύπωση που θα δημιουργηθεί στην πρώτη ανάγνωση πως η μοναξιά, η θλίψη και ο θάνατος είναι το τρίγωνο πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η συλλογή, ανατρέπεται σύντομα. Ο αναγνώστης συνεχώς επανέρχεται στην πετυχημένη ποιητική απόπειρα της πεζογράφου, η οποία μετουσιώνει σε ποίηση το συναίσθημα χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, κρατώντας σε υψηλά επίπεδα το αισθητικό αποτέλεσμα. Από το πρώτο ποιητικό της βήμα η Βασιλοπούλου υπογραμμίζει την στέρεη σχέση της με την ποίηση. «Τη μοναξιά μου/μες στο ποίημα απόψε εξορίζω./Αύριο θα της βρω χαρτιά γι’ άλλη πατρίδα.» Μαζεύει τα χαρτιά της και μετουσιώνει σε τέχνη τη μοναξιά όχι μόνον τη δική της, αλλά και τη συλλογική μοναξιά που κουβαλάνε οι ευαίσθητοι άνθρωποι στον ορθολογικά σκληρό κόσμο των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών.

Το κυρίαρχο στοιχείο που προσδίδει στη συλλογή πρωτοτυπία είναι η δεξιότητα της ποιήτριας να διακρίνει την «ποίηση που κρύβεται πίσω απ’ την αρρώστια! / Ονόματα αιθέρια/ελκυστικά/αγνώστου προελεύσεως και ετυμολογίας».

Στο Μαγικό βουνό του Τόμας Μαν η αρρώστια γίνεται αφορμή για υπέροχη γραφή, για διαδρομές στα σπλάχνα των ηρώων με τρόπο που καθηλώνει τον αναγνώστη. Και συναντώ σ’ αυτή η συλλογή κάτι απ’ τη βλάστηση του Μαγικού Βουνού, που ξεπρόβαλλε κάθε άνοιξη μέσα απ’ τα χιόνια, καθαρή υπόμνηση της ομορφιάς που κρύβεται στη μήτρα της γης. Μιας ομορφιάς που αποτελεί το μόνο αντιστάθμισμα στη ζοφερή κατάσταση φόβου που προκαλεί η ασθένεια. Στο πλαίσιο αυτό συναντάμε την ομορφιά των λέξεων που οδηγούν σε συνειρμούς και συνδηλώσεις. Έτσι ο μηνίσκος γίνεται μικρή σελήνη, η ωχρά κηλίδα σπινθηροβόλο σκότωμα κι ο διάσυρτος λημνίσκος ανακαλεί στο φαντασιακό της ποιήτριας διακειμενικές αναφορές με αρχαία κείμενα (Φιλοκτήτης). Σαν αναγνώστρια και ομότεχνη αντιλαμβάνομαι ότι το ταξίδι της στη διακειμενικότητα οφείλεται στη δική της ασθένεια, που δεν είναι άλλη από την εμμονή της γραφής. Έτσι η γλώσσα της εμβολιάζεται με τα αντιγόνα της ποίησης, που διασφαλίζουν, αν μη τι άλλο, μια νέα οπτική στη γλώσσα, ανοίγοντας ρωγμές στα σκοτάδια που μας περιβάλλουν.

Στην ενότητα «Ημισέληνος θλίψη» συναντάμε άριστα δείγματα αυτών που προανέφερα μα διαβάζοντάς την ξανά και ξανά ο αναγνώστης θα οικειοποιηθεί όχι μόνο το πέταγμα της γλώσσας, μα προπάντων την τρυφερότητα, τη συμπόνια, τη δυνατότητα παρηγοριάς που φανερώνεται με το ποίημα. Ένα τέτοιο ποίημα είναι η:

Πομφολυγώδης επιδερμόλυση
Επιδερμόλυση και δη πομφολυγώδης./Λέξη ρομαντική/εξαίσια γοητευτική./Ποιος να το φανταζόταν;/Απέχετε από κάθε είδους επαφή!/Κομμένα τα φιλιά. Οι αγκαλιές. Τα χάδια./Απαγορεύονται ρητώς.//Αλλιώς και σποροτρίχωση. Ασθένεια των κηπουρών τριανταφυλλιάς./Επιστημονικώς Bullosa./Καλή μου ωραία κοιμωμένη,/έπεσες τάχα θύμα της;/Και με τι βουλιμία, Θέ μου,/ο χρόνος δική του σε κρατούσε έναν αιώνα!//Και όταν έγιναν τα χρόνια εκατό/στα τρυφερά τρωτά σου χείλη/ ο πρίγκιπας σε φίλησε και θεραπεύτηκες.//Κι έγινε από τότε η αρρώστια σου/πενθολιγώδης και πομφολυγμώδης.

Το ποίημα ξεκινά με την αέναη έλξη για τις λέξεις. Άραγε ποιος ποιητής δεν θέλγεται απ’ τις λέξεις; Αιφνιδιαστικά όμορφη είναι η διαπίστωση της δύναμης κάποιων λέξεων που κρύβονται πίσω απ’ την ασθένεια, χαμογελούν σιωπηλά σαν ντροπαλές μαθήτριες που δεν ξέρουν ακόμη πόσο γοητευτικές είναι. Με έναυσμα το σημαίνον της αρρώστιας ξεκινά η διαδρομή του ποιήματος, όπου ανατρέπεται το στερεότυπο του μύθου της ωραίας κοιμωμένης και το ποίημα γίνεται η πρόφαση για να ξετυλιχτεί το γαϊτανάκι της γραφής.

Η αιτιώδης συνάφεια των λέξεων με την ποίηση σ’ αυτό το ποίημα είναι παραπάνω από φανερή και η πρόθεση της ποιήτριας είναι η ανάγκη να μιλήσει για τον θάνατο και τον έρωτα. Αρρώστια είναι η κατάσταση του μη έρωτα, η απαγόρευση των φιλιών και των χαδιών. Ύπνος για χρόνια εκατό είναι ισοδύναμο θανάτου. Κι όταν τελειώνει αυτός ο αυθάδης και ανάρμοστος ύπνος, η χειμερία νάρκη των συναισθημάτων και των αισθήσεων και γιατί όχι των ψευδαισθήσεων, έρχεται η αρρώστια του έρωτα, αγέρωχη και καταλυτική για να πάρει την πρωτοκαθεδρία, να γίνει επιτέλους μια αρρώστια όμορφη, γοητευτική και τραγική όπως αρμόζει σε κάθε έρωτα. Πενθολιγώδης και πομφολυγμώδης. Δεν έχω συναντήσει πιο ταιριαστούς προσδιορισμούς για τον έρωτα, που ευδοκιμούν πάνω σε μια ρίζα λέξης που ανακαλεί ασθένεια, δυο λέξεις που πλάθει η ποιήτρια για να εκφράσει το άρρητο και το ανεξερεύνητο αυτής της ασθένειας, που δεν επιδέχεται καμιάς θεραπείας, παρά μόνο αναζητά λέξεις όπως αυτές για να ξαποστάσει.

Ακολουθεί το ποίημα «Η Γέννηση του ποιητή» που προκύπτει από έναν θάνατο. Ο θάνατος του γεννήτορα ή ό,τι αυτός συμβολίζει γεννά την αδήριτη ανάγκη έκφρασης, ουσιαστικά οδηγεί σ’ αυτό που προείπαμε, στην πατρίδα του ποιητή, το ποίημα. Δεν διστάζει ακόμη και την συμβολική πατροκτονία, μια «πατροκτονία θυσιαστική στης ποίησης τον βωμό. / Γιατί / ποιος ποιητής που σέβεται την τέχνη του / δεν έχει για πατέρα του έναν νεκρό;»

Το αρχέτυπο έρωτας-θάνατος αναδύεται συνεχώς με ρώμη στα ποιήματα. Ο πικρός σαρκασμός για την οδύνη της ζωής, την αρχέγονη πληγή της ύπαρξης συνεχίζεται με τα ποιήματα «Εκπνοή χρόνου» και «Οδηγίες έντιμου βίου», τα οποία προηγούνται του εξαιρετικού ποιήματος «Πλάνης» με καρυωτακικές επιρροές και αντικειμενική συστοιχία με ποιήματα της Ανν Σέξτον, όπου αποτυπώνεται με σπάνια λιτότητα (κάθε λέξη μελετημένη, δεν λείπει ούτε περισσεύει τίποτε) ο καθημερινός θάνατος και η αβάσταχτη πλήξη της στερούμενης νοήματος ζωής, όπου μόνο η υγρασία της τέχνης δεν αφανίζεται. Μια στιβαρή αλληγορία διατρέχει σχεδόν ολόκληρη τη συλλογή με χαρακτηριστικό το ποίημα:

Δαγκώνει
Απόψε έβγαλα τη μοναξιά μου βόλτα/Κακό σκυλί που αλύχταγε έσκιζε τη σιωπή/
Γέρους παιδιά όλους τους γάβγιζε τους έπαιρνε από πίσω/Λαχτάρα μαύρη η μοναξιά σκυλί.//Σφιχτά του πέρασα στο σβέρκο λαιμαριά/Εκείνο φρένιαζε το ‘σφιγγα πιο πολύ/Από τα δάχτυλά μου έσταζε αίμα/Δε μ’ ένοιαζε. Δε θέλω να το χάσω//Στον κόσμο ό,τι έχω/ Είναι τούτο το μπάσταρδο σκυλί//Σ’ όλο τον δρόμο περπατούσα μόνος/Μόνος δεν ένιωσα ούτε στιγμή.

Στην ενότητα «Τρικυμία εντός», επιχειρεί και καταφέρνει την απόλυτη κατάδυση στο εγώ, συνομιλεί με τον βαθύτερο εαυτό της μα εκφράζει και τη συλλογική μελαγχολία, εγείροντας προβληματισμούς για την απόγνωση του σύγχρονου ανθρώπου καθώς κάθεται στην «έρημη αμμουδιά» του στην σελ. 29, για να φτάσει χωρίς αναστολές στην πιο βαθειά αλήθεια του ποιητή που δεν είναι άλλη από την συντριβή του. Τα ποιήματα είναι ο προσωπικός τρόπος της συντριβής αυτής. Δεν μπορώ να μην σκεφτώ τους στίχους της Έμιλυ Ντίκινσον: Σε μια στιγμή κανείς δε χάθηκε/Αργά γλιστράς—στη Συντριβή— όταν διαβάζω το ποίημα της Φωτεινής Βασιλοπούλου με τίτλο «Τρικυμία»

Μόνη παρηγοριά οι εφιάλτες μου/Εκεί θα γραπωθώ/Και με τον τρόμο του κενού στα μάτια/Σε παραπλέοντες υφάλους θα πηδήξω//Μέχρι να φτάσω στις δικές μου Συμπληγάδες/Κι εκεί να συντριβώ/Με τον δικό μου τρόπο.

Ώσπου φθάνουμε στην τελευταία ενότητα με τίτλο «Έρωτας στο βάθος», που αποτελείται από πέντε ποιήματα των οποίων και μόνο οι τίτλοι: Βροχή, Άνοιξη, Ανάφλεξη βραδυφλεγής, Επιστροφή, Απουσία, αποτελούν μια αδιατάραχτη φυσική ένωση, συμπεριφέρονται σαν πέντε δάχτυλα του σώματος της ποίησης και των απολήξεων της θλίψης, που όμως έχουν την δική τους ζωτικότητα και κρατούν στις άκρες τους την υγρασία από τους υδρατμούς του έρωτα, ο οποίος σ’ αυτό το βιβλίο λειτουργεί σαν μοχλός μιας βραδυφλεγούς ανάφλεξης, που καταλήγει όμως σε δυνατή συμπαντική έκρηξη, γιατί ο έρωτας είναι η κοσμογονία του κάθε ερωτευμένου.

Τα πέντε αυτά ποιήματα της συλλογής αγγίζουν θαρρείς τον αναγνώστη με ένα παράξενα λυτρωτικό χάδι, δίνοντάς του τη δυνατότητα να σμιλέψει τις ανάγλυφες μικρές αβύσσους του έρωτα μέσα από την μυσταγωγία της ποίησης.

Κάθε συλλογή ποίησης είναι για μένα μια παρηγοριά, αφού η ποίηση ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει το προδιαγραμμένο, των ανθρώπων την κοινή μοίρα, ελαφρύνει το άλγος, μας γνωρίζει την ομορφιά της ασθένειας της ποίησης με φόντο ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μπλε που ίσως είναι η γλώσσα του ουρανού που μετριάζει κάποιες φορές την αβάσταχτη βεβαιότητα της θνητότητάς μας.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.