frear

Νίκος Ιατρού: Σκόνη στο πρόσωπο – του Νίκου Καζάζη

Παρουσίαση βιβλίου
Νίκος Ιατρού,
Σκόνη στο πρόσωπο, εκδ. Ιωλκός

Η αντιπαράθεση φωτός και σκιάς, απόκρυψης και αποκάλυψης και η επώδυνη λειτουργία της μνήμης αποτελούν τον πυρήνα της νουβέλας του Νίκου Ιατρού. Δύο ζευγάρια, η Λυδία με τον Μιχάλη και η Έλενα με τον Στέφανο, αποφασίζουν να οργανώσουν μια σπηλαιολογική εξόρμηση, με τη βοήθεια ενός εξειδικευμένου οδηγού. Αν και ξεκινά σαν ένα παιχνίδι, η εκδρομή αυτή καταλήγει να γίνει μια αναμέτρηση των ηρώων με υφέρπουσες εντάσεις και πάθη, που λες και περίμεναν να βουτήξουν στο απόλυτο σκοτάδι μιας σπηλιάς για να φωτιστούν. Και κάπου εδώ ξεκινά η λογοτεχνία. Αυτό που εννοώ είναι ότι η λογοτεχνική γραφή δεν συγκροτείται με μόνα εφόδια τα γλωσσικά παιχνίδια ή τη διάθεση αποτύπωσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Η λογοτεχνία είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα μία κατασκευή, που πάει να πει αποτέλεσμα δουλειάς, οργάνωσης και επιλογών, που δίνουν μορφή και σχήμα σε μία αφήγηση, συνθέτοντας γεγονότα, σκέψεις και κίνητρα και γεννώντας πηγές αβεβαιότητας. Και, μάλιστα, με έναν τέτοιο τρόπο, όπως λέει ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, ώστε «στα καλά μυθιστορήματα, αυτό το οποίο αφηγούνται και ο τρόπος με τον οποίο το κάνουν, αποτελούν μια ακατάλυτη ενότητα».

Ο Νίκος Ιατρού φαίνεται ήδη από το πρώτο του βιβλίο να το γνωρίζει αυτό καλά. Η αντιστικτική ανάπτυξη πρωτοπρόσωπης και τριτοπρόσωπης αφήγησης, η λιτότητα των σχολίων, οι υπαινικτικές συνδηλώσεις κινήσεων και βλεμμάτων, η ρεαλιστική πλαισίωση των αναφορών, ο ασθματικός, κατά διαστήματα, γλωσσικός ρυθμός, όλα συντείνουν στη συναρμογή του «τι» και του «πώς» της αφήγησης, στην οικοδόμηση της συναισθηματικής φόρτισης και της αβίαστης ροής γεγονότων και καταστάσεων.

Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνονται όλοι οι κειμενικοί δείκτες της ρεαλιστικής σύμβασης, (όπως τα πραγματολογικά στοιχεία αναφορικά με τις σπηλαιολογικές εξορμήσεις, ο χώρος των σπηλαίων και η μετακίνηση μέσα σε αυτά), στον κορμό της αφήγησης, χωρίς να κραυγάζουν, χωρίς να επιδεικνύουν τη βιωματική καταγωγή τους. Αν και ο Νίκος έχει προσωπική εμπειρία, -είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι έχει συνοδεύσει κάμποσες ομάδες μέσα σε σπήλαια, κι έχει ζήσει από πρώτο χέρι φόβους, αγωνίες κι ανασφάλειες- ξέρει πολύ καλά πως η λογοτεχνία δεν μπορεί να είναι μια απλή αναπαράσταση, προϋποθέτει να σκάψεις βαθιά μέσα σου, να φτάσεις ακόμη πιο μακριά, να κατανικήσεις την ευκολία του ίδιου σου του εαυτού, να γίνεις σαν τον Θεό, πανταχού παρών και πουθενά ορατός. Η μυθοπλασία εξάλλου, από την εποχή του Ντεφόε και μετά, εδράζεται πάνω σε μια σιωπηρή συμφωνία συγγραφέα και αναγνώστη: από τη μια διαφημίζει την αναλήθειά της, και από την άλλη σου προσφέρει πρωταγωνιστές αρκετά χαρακτηριστικούς, για να τους βιώνεις σαν πιθανές εκδοχές του εαυτού σου, αλλά και αρκετά ιδιαίτερους ώστε να παραμένουν ξένοι προς εσένα. Πώς το είχε πει ο αθεόφοβος ο Φίλιπ Ροθ: αν ένας συγγραφέας φτάσει τα σαράντα και αξίζει το ψωμί που τρώει, δεν μεταφράζει πια τις εμπειρίες σε τέχνη, αλλά την τέχνη σε εμπειρίες.

Οι ήρωες της νουβέλας του Νίκου αγωνίζονται να βρουν τον βηματισμό τους μέσα στην καθημερινότητά τους, αδυνατούν ν’ ανταλλάξουν λέξεις και βλέμματα, νιώθουν ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σώμα, αναζητούν την περιπέτεια, μήπως και τους ξελασπώσει από τα αδιέξοδά τους. Συνειδητοποιούν με αργό και επώδυνο τρόπο πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις, ν’ αγαπήσεις και να κλάψεις, γι’ αυτό και κάθε αναμέτρηση με τον εαυτό τους σκοντάφτει πάνω σ΄ ένα φως, σωτήριο και βασανιστικό παράλληλα.

«Προσπαθούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, αλλά το τρένο με υπνώτιζε· ο ρυθμικός ήχος του πάνω στις ράγες, το παραμορφωμένο από την ταχύτητα τοπίο που περνούσε μπροστά από το ασάλευτο βλέμμα μου, το παιχνίδι της αδράνειας με το σώμα μου σε κάθε σταμάτημα και ξεκίνημα. Πάσχιζα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, όχι γιατί φοβόμουν τι θα έβλεπα αν τα έκλεινα, αφού είχα συνηθίσει πλέον στα δυσάρεστα όνειρα. Το φως ήταν αυτό που με τρόμαζε όταν τα άνοιγα ξανά. Το φως που έσκιζε βίαια το σκοτάδι της ζωής μου.»
Η αντιπαράθεση φωτός και σκιάς διαπερνά όλη την αφηγηματική σύνθεση του Νίκου, για να εντείνει την αδυναμία των ηρώων του να διεκδικήσουν την αλήθεια, όχι την απόλυτη, -αυτήν, θέλοντας και μη, την αντικρίζουμε- αλλά τη σχετική, τη δική μας, αυτή που συνέχει όνειρα και επιθυμίες, αυτή που μας κάνει με δυο λόγια ανθρώπους ελεύθερους. Μόνο που η κατάκτηση αυτής της ελευθερίας, δανείζομαι τα λόγια του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, «έχει να κάνει με την προσοχή και την επίγνωση, την πειθαρχία και την προσπάθεια και την ικανότητα να νοιάζεσαι αληθινά για τους άλλους και να θυσιάζεσαι γι’ αυτούς, ξανά και ξανά, με αναρίθμητους, ασήμαντους, αφανείς και διόλου ελκυστικούς τρόπους, κάθε μέρα». Δύσκολη δουλειά. Ίσως γι’ αυτό οι ήρωες της νουβέλας είναι αναγκασμένοι να σιωπούν, να δυσκολεύονται να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο στα μάτια, να αδυνατούν ν’ αντλήσουν ευχαρίστηση από τον ερωτικό τους σύντροφο, να αντικρίζουν παντού τις ανοιχτές πληγές τους. Ακόμη και το μεσσηνιακό τοπίο με το γυμνό, ψυχρό καθρέφτισμα των περιγραφών του Νίκου μοιάζει να συνηγορεί σε αυτό· σκαμμένοι βράχοι, πλαγιές τραυματισμένες, λάσπη και χώμα, δυσκολεύουν την πορεία των τεσσάρων ηρώων, τους υπενθυμίζουν διαρκώς πως η εκδρομή αυτή είναι ένα ψέμα, μια ψευδαίσθηση, πως η σύγκρουση, η έκρηξη, ο θυμός παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Και δεν θα μπορέσουν να τα αποφύγουν.

Το μοτίβο της σκόνης, μόνιμη υπενθύμιση της τεθλασμένης πορείας τους μέσα στη ζωή, -οι συνειρμοί με το εμβληματικό έργο του Τζον Φάντε μοιάζουν αναπόφευκτοι- επανέρχεται ξανά και ξανά μέσα στη νουβέλα, και τους ακινητοποιεί μέσα στο κλειστό σύμπαν των προσωπικών τους ενοχών, είτε είναι η απώλεια των αγαπημένων προσώπων, στην περίπτωση του Άγγελου, είτε η κρυφή ερωτική σχέση, στην περίπτωση του Μιχάλη και της Έλενας. Η σκόνη δεν καλύπτει απλώς τα πρόσωπα, ναρκοθετεί την όποια προσπάθεια και των πέντε χαρακτήρων να διεκδικήσουν την επιθυμία ή την αλήθεια τους, τους κάνει να σκοντάφτουν στα διλήμματα της ζωής και της αναζήτησης νοήματος σε αυτήν.

Ο χώρος του σπηλαίου, που αποφασίζουν να επισκεφτούν οι τέσσερις ήρωες, μαζί με τον οδηγό τους, τον Άγγελο, που αναζητά κι αυτός τη δική του αλήθεια, λειτουργεί σαν καταλύτης, ένα ιδανικό θέατρο σκιών, που ιχνογραφεί τα όρια ανάμεσα στο μέσα και στο έξω, σε αυτό που θέλουμε και αυτό που είμαστε, που δοκιμάζει αντοχές, αντιστάσεις και όρια: «Είχα δει», λέει ο Άγγελος σε κάποια στιγμή, «ανθρώπους να χάνουν την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησή τους, το αίσθημα της αλληλοβοήθειας. Είχα δει ανθρώπους να γυρνούν σε σκοτεινές και ανεξερεύνητες ζώνες της ύπαρξης». Χώρος σκοτεινός που φωτίζεται μόνο απ’ την παρουσία των ανθρώπων που τολμούν να εισέλθουν σε αυτόν, το σπήλαιο επιβάλλει τη σιωπή και επιτρέπει στα αδιέξοδα που κατατρύχουν τους ήρωες να υποφώσκουν ως δράματα, τους προτρέπει να αναμετρηθούν όχι μόνο με αυτά αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κόσμος της νουβέλας του Νίκου είναι ο κόσμος της εσωστρεφούς αναζήτησης νοήματος, της σιωπηλής και όχι κραυγάζουσας συνομιλίας. Είτε είναι αντίκρυ τους ένας άλλος είτε ο ίδιος τους ο εαυτός, οι ήρωες του έργου διαχειρίζονται σιωπηλά και χωρίς εντάσεις ό,τι τους βασανίζει, το δράμα τους είναι υπόκωφο, εσωστρεφές και επομένως πιο έντονο και ανησυχητικό απ’ ό,τι τα εκρηκτικά ξεσπάσματα.

«Το όλο ζήτημα της μνήμης αποτελεί την ηθική ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας», είχε υποστηρίξει ο Ζέμπαλντ, και ο επίμονος, ονειρικά παραληρηματικός κατά διαστήματα, μονόλογος του Άγγελου συγκροτεί μια γλωσσική αναμέτρηση με τις μνήμες του και αποτελεί τον δεύτερο άξονα προώθησης της αφήγησης. Εξακτινώνει τη σκέψη του στο παρελθόν, στη στιγμή, στα πρόσωπα κι εντέλει στο ανείπωτο. Ίσως ο πιο βασανιστικός τρόπος για να θυμάσαι είναι να προσποιείσαι ότι ξέχασες, κι ο Άγγελος αρνείται να το κάνει, ωθεί στα άκρα τις δυνατότητες αφηγηματοποίησης των σκληρών δεδομένων του παρελθόντος του, προσπαθεί να εξομαλύνει την υποκειμενικότητα των εμπειριών του, να διαχειριστεί την τραυματική εσωτερίκευση της απώλειας. Ανακατασκευαστική λειτουργία η μνήμη, γι’ αυτό και η αφηγηματοποίησή της, όσο επώδυνη κι αν είναι, μοιάζει να είναι ο μόνος δρόμος για να ξεμπλέξεις από τον συναισθηματικό ιστό απώθησης και άρνησης, που αναστέλλει τη συμφιλίωση με αυτό που είσαι, με όσα έκανες και δεν έκανες, με την ίδια σου τη μοναξιά. Ο Μαξ Φρις συσχετίζοντας την αφηγηματική δημιουργία με την αναζήτηση νοήματος, βάζει τον Στίλερ να λέει το εξής, στο ομώνυμο μυθιστόρημά του: «Είναι τόσο δύσκολο να επιλέξεις τον εαυτό σου, επειδή η επιλογή αυτή αποκλείει οριστικά τη δυνατότητα να γίνεις κάποιος άλλος, να φανταστείς τον εαυτό σου ως κάποιον άλλο. Γι’ αυτό κάθε άνθρωπος εφευρίσκει μια ιστορία, που αργότερα, συχνά με φοβερές θυσίες, πιστεύει πως είναι η ζωή του».

Η «Σκόνη στο πρόσωπο» είναι τελικά μια νουβέλα για τη ματαίωση και τη διαχείρισή της, για την ατομική μοίρα και τις επιλογές μας. Ένα βιβλίο που μιλά για τις προσδοκίες και τους φόβους, για όσα αφήνουν τα ίχνη τους στη ζωή μας, για τον έρωτα και την απώλεια, για την αφηγηματική ανασύνθεση του παρελθόντος. Και ταυτόχρονα, ένα βιβλίο που εξισορροπεί τη συγκίνηση με την εκφραστική λιτότητα, που προτιμά να υπαινίσσεται αντί να μιλά, που συμπυκνώνει στις ζωές των πέντε ηρώων το τέλος του ονείρου και τη συμφιλίωση με τον εαυτό μας. Αυτό που μας δείχνουν όλες αυτές οι χαμηλόφωνες διαδρομές των χαρακτήρων, αλλά και η απόπειρα ανάγνωσής του βιβλίου του Νίκου, είναι το πώς τελικά η τέχνη συνομιλεί με τον καθένα μας· αν η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα να συλλαμβάνει και να αντιμετωπίζει με τρόπο ανυποχώρητο και ατρόμητο το πραγματικό, τότε το αξιόλογο λογοτεχνικό έργο είναι σαν μια υφέρπουσα ερωτική σχέση: σε προκαλεί, σε κάνει να αμφιβάλλεις και σε αναγκάζει να νοηματοδοτείς. Όχι ότι βρίσκεις πάντα τι θέλει να πει ο ποιητής, αλλά και αυτό δεν είναι κομμάτι της απόλαυσης της ανάγνωσης ανθρώπων και βιβλίων;

(Σάββατο 8/2/18, 20.00, Polis Art Café)

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly