Παντελής Μπουκάλας, Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2017.

Της μεγάλης και φιλόδοξης απόπειρας να ερευνήσει, επιλέξει, ανθολογήσει, καταγράψει, σχολιάσει, μελετήσει, συγκρίνει, καταχωρίσει σε είδη το δημοτικό τραγούδι, ο Παντελής Μπουκάλας μας δίνει τον δεύτερο τόμο. Το αίμα της αγάπης, Ο πόθος και ο φόνος στη Δημοτική Ποίηση. Οχτακόσιες είκοσι μία σελίδες. Τέσσερις κατηγορίες τραγουδιών με θέμα τον φόνο που πηγάζει από την «αγάπη». Και μόνο η πρόθεση για το κακό, χωρίς την υλοποίησή του, είναι αρκετή για να προκαλέσει την ποινή. Toν φόνο και το αίμα.

Οι τριάντα σελίδες βιβλιογραφίας, οι διακόσιες σελίδες Σημειώσεων και οι παραπομπές, τα σχόλια και η αποθησαύριση όλου αυτού του υλικού που συνιστά το κυρίως σώμα της μελέτης ‒τα τραγούδια‒ είναι ένας τεράστιος άθλος που έχει τις ρίζες του στο απώτερο παρελθόν και διεκδικεί ζηλότυπα τον χρόνο του μελετητή στον απόλυτο βαθμό. Και αυτή τη χάρη στο θέμα κάνει ο Μπουκάλας, του οποίου είναι γνωστή η αγάπη για το δημοτικό τραγούδι. Είναι μια εργασία που, σίγουρα, άλλη τέτοια δεν υπάρχει, είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας, συστηματικής μελέτης, πλατιάς γνώσης και μεγάλης αγάπης. Κι ακόμα είναι έργο ενός ανθρώπου δοκιμασμένου που, από τα ραγίσματα στο κάτοπτρο του κόσμου, ανακαλύπτει αναδυόμενους τους στίχους των τραγουδιών, θρεμμένους με αίμα κυριολεκτικό και μεταφορικό, αίμα δικό του.

Στα μέρη του βιβλίου περιλαμβάνεται ο «Πρόλογος» (η αναγκαία θητεία στο ήθος του δημοτικού), «το αίμα της αγάπης» (ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική Ποίηση). Ακολουθούν τέσσερα μεγάλα κεφάλαια. Το πρώτο, με τον τίτλο «Εμπόλεμος έρωτας»· το υλικό επιμερίζεται σε δεκαεπτά ενότητες. Το δεύτερο «Ο έρωτας σαν εκούσια σφαγή», δύο ενότητες, το τρίτο, «Το σφαγείο του έρωτα» σε δέκα ενότητες και το τέταρτο, «Το όνομα, το αίτημα, το αίμα» σε πέντε. Ακολουθούν οι Σημειώσεις και τα Ευρετήρια με τα ονόματα και τους τίτλους των λογοτεχνικών έργων, βιβλίων, ποιημάτων, τραγουδιών, εφημερίδων και περιοδικών.

Αυτή η λεπτομερής αναφορά σε εξωκειμενικές πληροφορίες έχει τη σημασία της, γιατί όπως, πλέον, είναι φανερό, το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας είναι από μόνο του Πανδέκτης για κάθε μελετητή. Ο Μπουκάλας γίνεται στο είδος του ο «Όμηρος» στου οποίου τα γραπτά θα σκύβουν οι μέλλουσες γενιές.

«Εμπόλεμος έρωτας»· άφθονο αίμα, να γίνει νόημα το αίμα. Ο έρωτας είναι πόλεμος με τρομακτικές απώλειες : «Ποιος είδε τέτοιον πόλεμο / να πολεμούν τα μάτια,/ δίχως μαχαίρια και σπαθιά/ να γένονται κομμάτια;». Πάμπολλοι οι στίχοι που καταχωρίζονται και από τους οποίους προκύπτει ότι τα μάτια, εκτός από πηγή γλυκύτητας και τροφή, είναι και αιτία παραλογισμού, μάχης αόρατης για τους πολλούς. «Τα βλέμματα των ιμεροπλήκτων ορίζουν μία εμπόλεμη ζώνη» ή ακόμη «Είν’ δυο μάτια σα φονιάδες/ μιας γυναίκας η ματιά». Εδώ ο Μπουκάλας κάνει και μια στροφή προς την Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση για να προσθέσει τη δύναμη των ματιών της γυναίκας: «Στω γυναικώ τ’ αμμάτια το θρονί σου/ κρατείς, κι εκ τα χιονάτα κι έμορφά τους/ προσώπατα πληθαίνει η μπόρεσή τους». Με αυτό το «θρονί» αφορμή, θα κάνω παράκαμψη στην «Ποικιλόθρον αθάνατ’ Αφροδίτα», την κόρη του Διός την ερωτοδοπλόκο. Η λέξη κάθε τραγουδιού με τη βαθιά του ρίζα.

Ο μελετητής θα ανακαλύψει τις επώνυμες διακλαδώσεις του δημοτικού τραγουδιού, όπως τον συσχετισμό του κάλλους με βέλος, στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τατίου Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα, με το κάλλος να είναι οξύτερο του βέλους. Το σχόλιο του Τατίου σε μετάφραση Γιώργη Γιατρομανωλάκη έχει ως εξής: «Γιατί το κάλλος πληγώνει πιο βαθιά απ’ τη σαΐτα, καθώς χύνεται από τα μάτια και μέσα στην ψυχή κατεβαίνει – τα μάτια είναι ο δρόμος για τις πληγές του έρωτα». Ακολουθούν τα σχόλια των μελετητών στους αιώνες που πέρασαν κι οι οποίοι επικαλούνται άλλους. Από τη μακρά αλυσίδα, καταγράφω με τη σειρά που διαβάζω: Κουκουλές, Μανασσής, Λόγγος, Πηλουσιώτης, Αμοιρούτζης. Ο τελευταίος, εξωμότης, στην αυλή του Μωάμεθ Β΄ «καταβληθείς υπό σφοδρού έρωτος» για Αθηναία δούκισσα άρχισε να στιχουργεί. Επειδή ήταν παντρεμένη και ο Πατριάρχης Ιωάσαφ αντιστεκόταν στο διαζύγιό της, ο τελευταίο έχασε τη γενειάδα του. Κι έτσι επετεύχθη το ποθούμενο για τον ερωτευμένο Αμοιρούτζη. Παρακάμπτοντας όμως τους αιώνες και τους μελετητές που αναφέρει ο Μπουκάλας, θα πάω στον πολύ ωραίο στίχο του Σίντεϊ Κηζ, από τον «Θρήνο για τον Άδωνι», σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη: «Η ομορφιά σου είναι πληγή στο πλευρό του κόσμου».

Εκτός από τα μάτια έχουμε και «μαλλιά μαχαίρια, φρύδια λεπίδια» και τον Μάρκο Βαμβακάρη «Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια / κατσαρά μαύρα μαλλιά/ άσπρο πρόσωπο σαν κρίνο και στο μάγουλο ελιά», που «άντλησε από τα δημοτικά τραγούδια στίχους και εικόνες», όπως σχολιάζει ο Μπουκάλας. Οι συγκεκριμένοι στίχοι έλκουν την καταγωγή τους από την ηπειρώτικη «Φεγγαροπρόσωπη», τραγούδι που πρέπει να ήξερε και ο Κοσμάς ο Αιτωλός τον οποίο ενοχλούσαν τα τραγούδια, καθώς και την Εκκλησία, όπως αναφέρουν και ξένοι περιηγητές. Τα όμορφα μάτια, μαλλιά και φρύδια, από πάντα προκαλούσαν τον έρωτα: ο Αρριανός ιστορεί τον έρωτα του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς την Ρωξάνη: «ην δη καλλίστην των Ασιανών γυναικών λέγουσιν οφθήναι οι ξυν Αλεξάνδρω στρατεύσαντες μετά γε την Δαρείου γυναίκα», που ήταν η ωραιότερη μετά τη γυναίκα του Δαρείου, όμως.

Με κνίζει η γλώσσα μου να το πω. Ο Μπουκάλας με τις αναδρομές στο απώτερο παρελθόν και τις ενσωματώσεις στο κείμενό του κειμένων άλλων παλαιών και αρχαίων και βυζαντινών, κοσμικών και εκκλησιαστικών αριστουργημάτων, προς επίρρωσιν των δημοτικών (και φτάνω στο κνίζον), ο Μπουκάλας (επαναλαμβάνω) λειτουργεί με τα κείμενα όπως ο Ηρόδοτος. Διανθίζει την ουσία με μύθους, θρύλους, παραμύθια, νουβέλες, πληροφορίες συναγμένες από παντού, γιατί ξέρει πώς η αφήγηση ομορφαίνει και πώς γίνεται γνώση γλυκιά.

Και από το μεταφορικό αίμα, τα μάτια, φρύδια και σπαθιά, μπαίνουμε στις ενότητες, όπου ο έρωτας πληρώνει ακριβό τίμημα, με αληθινό αίμα.

Πόλεμοι με αφορμή τις γυναίκες. Οι μέγιστοι πόλεμοι «δια γυναίκας εγένοντο»: ο τρωικός για την Ελένη. Ο Κρισσαϊκός για τη Μεγιστώ. Φωκείς και Θηβαίοι πολέμησαν για τη Θεανώ. Καβγάδες ομηρικοί για μια γυναίκα έκαναν: ο Αγαμένων και ο Χρύσης για την Χρυσηίδα, ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλέας για την Βρισηίδα. Και λέει ο Ηρόδοτος ότι, όταν οι Έλληνες σκέφτηκαν να στείλουν εκπροσώπους στην Τροία και να ζητήσουν πίσω την Ελένη, έλαβαν απάντηση ότι όπως εκείνοι δεν έδωσαν πίσω τη Μήδεια, μια γενιά πριν, έτσι δεν έπρεπε να ζητούν την Ελένη. Και οι Έλληνες απάντησαν ότι δεν έδωσαν τη Μήδεια, όπως και εκείνοι δεν είχαν δώσει πιο πριν τη Ιώ από το Άργος. Άραγε καταλάβαμε ποιοι πρώτοι ήρξαντο χειρών αδίκων; Ταξιδεύουν οι αρχαίοι και αρπάζουνε γυναίκες κι εδώ η τρίτη παράκαμψη:

«Δόξα να ’χει ο θεός εμείς γυρίζαμε παντού ξεφορτώναμε λάδι και κρασί και παίρναμε σ’ αντάλλαγμα λουλούδια τόνους… μπουκαλάκια με απόσταγμα σπάνιο γιασεμιού ή ακόμη και γυναίκες», λέει ο Οδυσσέας Ελύτης που ξέρει από αυτά (Το Φωτόδεντρο … «Η Οδύσσεια»), εξωραΐζοντας την αρχαία συνήθεια της αρπαγής. Έτσι, «δίχως γυναικός, αιτία τίποτες δεν γίνεται», «η γυναίκα ήφερε το θάνατο δια την αμαρτία», «μα Ελένη», «μα Πηνελόπη» αυτή είναι η ρίζα του κακού, λέει ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς.

Σειρά έχει τώρα το «Πόθεν το του κερατά όνομα», ποια η τύχη της «κλεμμένης Σπαρτιάτισσας», κατά τον Λυκούργο, και ποια η ποινή της άπιστης: διαπόμπευση, πυροβολισμός, πνίξιμο, στραγγαλισμός, αποκεφαλισμός, λιάνισμα σε κομματάκια με το μαχαίρι, χτύπημα στο γουδί και άλεσμα στον μύλο. Όλα. Γι’ αυτό και το μαχαίρι απαραίτητο αξεσουάρ ενός άντρα που σέβεται το αντριλίκι του. Ωραία στη φρίκη της η παραλλαγή του Βούλγαρου που άλειψε πίσσα την άπιστη γυναίκα του (που δεν ήταν άπιστη) και τρεις μέρες την είχε λαμπάδα να καίει στο τραπέζι του και να φωτίζει το γλέντι με τους φίλους του. Από την άλλη όμως, αν και η αντιπροσώπευση είναι μικρή, η άπιστη τολμά να πει στον άντρα της πως είναι μεν καλός και λεβέντης αλλά στον έρωτα ο εραστής είναι καλύτερος. Ακόμα, τολμά να του πει τόσον καιρό και «πουν τα στελλαμένα σου;» ενώ ο εραστής με το «μπα» και με το «βγα» της έκανε παιδί· και τον διατάζει: «κι α δε σ’ αρέσει κερατά, κι α δε σ’ αρέσει τρέλλη/ χαμήλωσε τα κέρατα, κούνησε το κοπέλι»!

Εκτός από τις δημοτικές μαχαιριές υπάρχουν και οι ρεμπέτικες των Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργου Ροβερτάκη, Κούλη Σκαρπέλη, Παναγιώτη Τούντα και άλλων. Παραδείγματα πολλά, μεταξύ των οποίων και το γνωστό, «Θα κάνω ντου, βρε πονηρή».

Μια άλλη κατηγορία τραγουδιών είναι εκείνα που αφορούν την παρεκτραπείσα αδελφή, που τόλμησε και μπήκε σε καφενείο (σφάλμα), με τον αγαπητικό (βαρύ παράπτωμα), ντυμένη ευρωπαϊκά (κακούργημα). «Ρούχα, καφενές, ελεύθερος έρως, συμβαδίζουν στο κεφάλι του ριμαδόρου», παρατηρεί ο Αλέξης Πολίτης. Για τούτα τα παραπτώματα, ο αδελφός με δυο μαχαιριές «της παίρνει το συκώτι και τη μισή καρδιά». Από κοντά στον εκδικητικό σύζυγο ή αδελφό στέκεται και η μάνα. Το συναίσθημα της αγάπης, της συγχώρεσης, της κατανόησης, της συμπόνιας σπάνια εμφανίζεται. Λες και οι άνθρωποι μόνο με την εκδικητική μανία δικαιώνουν την παρουσία τους στη κοινότητα.

Όμως δεν είναι έτσι. Υπάρχουν κι εκείνα τα τραγούδια όπου περισσεύει και το συναίσθημα και η αγάπη της οικογένειας. Κωμικό ακούγεται το πάθος του έρωτα, στο «αφηγηματικόν επίγραμμα» του Παύλου Σιλεντιάριου του 6ου αι. αλλά επί της ουσίας δεν είναι. Δύο εραστές «έχουν σμίξει τα χείλη τους με λύσσα αβάσταχτη (ατλήτου λύσσης), αχόρταγοι (ου κόρον είχον)», «τους έτρωγε η πείνα η σαρκοβόρα του άπαυτου πόθου». Ο εραστής κατεβαίνει παρακάτω και φτάνει στον λαιμό της κόρης, αλλά ως εκεί, για παρακάτω δεν ελπίζει, γιατί «η κόρη είναι εξ ημισείας αφιερωμένη στην Αφροδίτη και στην Αθηνά». . . κι εκείνος ανάμεσα!

Πλάι στο «δοκίμιν της αγάπης» ο Μπουκάλας παραθέτει το «δοκίμιν» του αποκεφαλισμού. Κάνει λόγο για τον αποκεφαλισμό του Ιωάννη και τις πάμπολλες παραλλαγές και ποιητικές αναφορές και, τέλος, για τα κομματιασμένα ιερά λείψανα. Το αίμα, λοιπόν, δίνει τον απόλυτο ορισμό της αγάπης, είναι το μελάνι της καρδιάς, λέει ο Μπουκάλας, κι εδώ κάνω την τρίτη παράκαμψη, σκεπτόμενη τον στίχο του Σεφέρη, «προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι», εκεί στη μοναξιά του Λονδίνου. Γιατί είναι φανερό πια ότι μόνο με το αίμα μετριέται το μέγεθος του έρωτα που ενώνει δύο ερωτευμένους, δωρίζοντάς τους αθανασία έστω και πρόσκαιρη.

Έργο του λαϊκού ζωγράφου Χαράλαμπου Καπτζή

Θησαυρός παραδειγμάτων το κύριο μέρος του βιβλίου με τις πάμπολλες παραλλαγές έρωτα, προδοσίας, εκδίκησης, τιμωρίας, απελπισίας. Παράλληλα, όμως, ένας άλλος αθέατος θησαυρός περιμένει τον αναγνώστη στα ψιλά γράμματα των Σημειώσεων, συμπληρωματικός και συγκλονιστικά ενδιαφέρον. Η ιστορία του αίματος είναι βαθύ ποτάμι γεμάτο και ορμητικό. Και η μελέτη δεν είναι μόνο μελέτη λογοτεχνική για το δημοτικό τραγούδι αλλά και κοινωνιολογική και ιστορική· μελέτη νοοτροπιών, σχέσεων και συμπεριφορών. Τραγούδια αίματος, που λένε πως η ψυχή είναι αίμα και ο έρωτας ψέμα και το ψέμα πρέπει να πληρωθεί με αίμα. «Ο δημοτικός ποιητής στοιχημάτισε τόσο πολύ στο αίμα», λέει ο Μπουκάλας, «επειδή το προέκρινε σαν το μόνο άξιο και τίμιο όπλο με το οποίο θα μπορούσε να πολεμήσει τις συνέπειες μιας ομοιοκαταληξίας, με το ψέμα». Όταν ξεχειλίζει η καρδιά: «ψέματα οι πιο γλυκές υποσχέσεις, ψέματα οι βαρύτατοι όρκοι, ψέμα η αγάπη», αυτό το ψέμα μόνο με το αίμα μπορεί πολεμηθεί.

Ταξίδι η ανάγνωση του βιβλίου, γεμάτο περιπέτειες, γνώσεις και εμπειρίες. Κι η αγάπη επίσης, που αν φανεί πως είναι ψέμα πληρώνεται με αίμα. Μόνο που δεν πρόκειται πάντα για αγάπη, αλλά για σχέση εξουσίας και δύναμης. Ποιος κρατάει το μαχαίρι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.