Γιώργος Βέης, Ινδικοπλεύστης (μαρτυρίες, παρεκβάσεις), εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2017

Στο έργο του Χριστιανική Τοπογραφία ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, αντικρούοντας τη θεωρία του Πτολεμαίου, προϋποθέτει ότι το σύμπαν είναι ένα άμετρου όγκου κιβώτιο με κάλυμμα τον ανώτερο ουρανό. Η Γη είναι επιμήκης πεδιάδα, η οποία στεγάζεται από τον ουράνιο θόλο και περιβάλλεται από τον ωκεανό, πέρα από τον οποίο τοποθετείται ο Παράδεισος. Προς Βορράν, γύρω από ένα κωνοειδές όρος κινείται ο αστρικός κόσμος, ο οποίος άλλοτε πλησιάζει την κορυφή του όρους και άλλοτε τη βάση του. Αντιπαραβάλλονται τα παραπάνω προς το ακόλουθο απόσπασμα από τον Ινδικοπλεύστη του Γιώργου Βέη αναφορικά με το Μπάλι στην Ινδονησία: «Συμβαίνει συχνά. Ιδίως ύστερα από έναν περίπατο στα περίχωρα της λίμνης Μπρατάν ή στους από αιώνες χορταριασμένους περιβόλους των ναών, η εσωτερικότητα του αντικειμένου καθίσταται η εσωτερικότητα του ίδιου του παρατηρητή, για να θυμηθούμε την ωραία παράγραφο από την Αισθητική του Χέγκελ. Το υποκείμενο δεν αποπροσανατολίζεται ούτε απολαμβάνει, για να το διατυπώσω διαφορετικά, με αυτιστικό τρόπο τη μοναξιά του. Τα αντικείμενα υποβάλλονται σε έλεγχο, εισέρχονται στα δώματα του νου, χωρίς να εκφυλίζονται σε ανούσιες διασκευές προκαταλήψεων ή θλιβερών εμμονών. Ακολουθεί η επιμήκυνση: τα είδωλα, συνεπώς, του τοπίου συμβάλλουν στην περαιτέρω διάνοιξη της συνείδησης. Η πληθώρα των πολιτισμικών στοιχείων του Μπάλι εγγυάται παράταση, δηλαδή, και των εσωτερικών ταξιδιών. Έτσι λογίζεται η πρόσληψη του ξανακερδισμένου “είμαι”.» (σελ. 18).

Από τη σύγκριση προκύπτει ως κύρια παρατήρηση ότι, ενώ ο Κοσμάς προβαίνει σε μία παρερμηνεία του κόσμου, ώστε ο τελευταίος να χωρέσει με προκρούστειο τρόπο στο χριστιανικό αλλά και σε ένα προσωπικό πλαίσιο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό δομείται από τη φαντασία, ο αφηγητής στον Ινδικοπλεύστη επιχειρεί την αποκάλυψη της εσωτερικότητας του τοπίου, ώστε αυτή να συγκερασθεί με τη δική του συνείδηση. Αμέσως μετά το απόσπασμα με την καταληκτική φράση, η οποία οφείλει τον σχηματισμό της στη συνάντηση των γερμανών φιλοσόφων με τον Προυστ, «η πρόσληψη του ξανακερδισμένου “είμαι”», ο αφηγητής αναφέρεται στη «διαδικασία ολοποίησης» που εφαρμόζει και λίγο πιο κάτω προσθέτει ότι «To εγώ… συνιστά άμεση προέκταση της θέας». Συμπεραίνεται λοιπόν ότι το συγκεκριμένο βιβλίο, το πιο πρόσφατο μίας τριπλά πλέον επιβραβευμένης σειράς ταξιδιωτικών έργων –και μίας πολύ μακρύτερης δυνητικής σειράς κειμένων, τα οποία διασταυρώνονται με τα ήδη εκδοθέντα και καταχωρίζονται στον παραδειγματικό άξονα– αποτελεί επίσης μία απόπειρα ανοιχτότητας σε μία εποχή όπου η πραγματικότητα και τα καταστατικά στοιχεία της προβάλλονται ως συντελεσμένα, κλειστά και πλήρως αποκωδικοποιημένα. Η βασική υπόθεση εργασίας και εδώ είναι ότι η περιγραφή του τόπου, η γνωστική χαρτογράφησή του, ξεκινά με τη διαγραφή των αυτονόητων στερεότυπων. Διατηρώντας το ελάχιστο, περιορίζοντας τις φιλοσοφικές θεωρίες των τελευταίων αιώνων για τα αντικείμενα και για τον χώρο στη λειτουργιά a priori κατηγοριών, το υποκείμενο σχεδόν αυτοακυρώνεται, καθώς επιδίωξη αποτελεί το να επιτραπεί στον τόπο να συνδιαμορφωθεί μαζί του και εντός του. Η διαδικασία ολοποίησης πριμοδοτείται από το γεγονός ότι η προς περιγραφήν πραγματικότητα είναι εξωτική, ανοίκεια, με συνέπεια η παραίτηση του παρατηρητή από τις καθιερωμένες παραδοχές να γίνεται επιτακτικότερη.

Για την αρχή στην οποία ανάγεται η γραφή στον Ινδικοπλεύστη χρησιμοποιείται ο όρος «αφηγητής» και όχι το όνομα του συγγραφέα, επειδή το μεγαλύτερο διακύβευμα κατά την απόπειρα της ανοιχτότητας, που συλλαμβάνεται και εκτελείται αισίως, αντιπροσωπεύει η αμφισβήτηση της ταυτότητας. Για να κατανοήσει κάποιος την αιτία και τη μέθοδο, χάρη στις οποίες ο Γιώργος Βέης ανανεώνει το λογοτεχνικό γένος της περιήγησης, πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσει ότι αφορούν πρώτιστα τη διάσταση της γλώσσας. Η πρακτική και στα προηγούμενα ταξιδιωτικά βιβλία και στο συγκεκριμένο στηρίζεται στην αρχική αναδίπλωση του οικείου και ταυτοποιού λόγου, όταν έρχεται σε επαφή με τους λόγους οι οποίοι συνιστούν την εξωτερική και κυρίως την εξωτική πραγματικότητα, και στην ακόλουθη επανασυγκρότησή του, αφού όμως έχει ενσωματώσει χωρίς να έχει αποκωδικοποιήσει το «εννοιολογικό χάος», σε μία «κρίσιμη στιγμή» ενοποιού διαύγασης.

Η Οδύσσεια αποτελεί το πρώτο κείμενο όπου με αυτοαναφορικά τεχνάσματα καθίσταται προφανές ότι ένα ταξίδι εκτυλίσσεται κατ’ αρχήν με τον λόγο. Στα τεχνάσματα συναριθμούνται οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα οι παρατιθέμενες από τη ραψωδία ν και εξής. Οι σχολιαστές παρατήρησαν το παράδοξο ότι οι επινοημένες περιπέτειες του ήρωα στις διάφορες περιοχές του επικού κόσμου, περιέχουν ρεαλιστικότερα στοιχεία από αυτά τα οποία συνθέτουν τις πραγματικές περιπέτειες, που εγκιβωτίζονται στους απολόγους μπροστά στο φαιακικό ακροατήριο. Κατά τις πλαστές διηγήσεις ο Οδυσσέας παρουσιάζει συνήθως τον εαυτό του ως έναν Κρητικό, ο οποίος συνάντησε κινδύνους και αντιξοότητες υποκείμενες στα ανθρώπινα μέτρα. Στους απολόγους όμως αντιμετωπίζει την Κίρκη, τους Λαιστρυγόνες, τη Σκύλλα και τόσα ακόμη σημεία και τέρατα. Έτσι το αντιθετικό δίπολο αλήθεια – ψεύδος αμφισβητείται και η εγκυρότητα διεκδικείται μόνο από τη γλώσσα, η οποία παράγει συνεχώς νέα αλλόμορφα, καινούργιες εκδοχές του ταξιδιού. Στον Ινδικοπλεύστη εξάγεται το ομόλογο συμπέρασμα ότι η επαφή, η σύγκρουση, η συνδιαλλαγή του περιηγητή και της πραγματικότητας συνδέονται προπαντός με το πεδίο του μεταμορφωτικού λόγου, με αποτέλεσμα να σχετικοποιείται η ακρίβεια της περιγραφής και της μνήμης και το βάρος να πέφτει σε μία ιδιότυπη μορφή του νόστου. Πρόκειται για τον νόστο του ανθρώπου ο οποίος ταξιδεύει με όχημα τα αποθησαυρισμένα θεωρητικά και λογοτεχνικά κείμενα – εδώ παρεκβατικά ας σημειωθεί η μεταφορά της ποίησης ως πλοίου με την εικαζόμενη ινδοευρωπαϊκή καταγωγή – και ο οποίος δεν επιστρέφει στον οίκο του αλλά επανέρχεται στον οίκο της γλώσσας τον ταυτοχρόνως οίκο του είναι, κατά τον Χάιντεγκερ. Για τον Γιώργο Βέη και πιο συγκεκριμένα για τον αφηγητή των περιηγητικών βιβλίων του Γιώργου Βέη, τα οποία συνολικά συνιστούν αλλόμορφα της τυπικής σκηνής του νόστου, η αμφισβητούμενη ταυτότητα ενός προσώπου μπορεί να επαναπαγιωθεί, εφόσον το είμαι και το είναι συναιρεθούν μέσα στην τάξη του λόγου.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.