Συγκομιδή

Μέ τά ἔλυτρα τῆς λήθης
συγκρατῶ τόν πολυκαιρισμένο καρπό
στό ρόδι τοῦ παρελθόντος.
Ἄν σπάσει,
τά χέρια μου θά γεμίσουν σπόρια-
κάτι λίγα μέ ρόδινη διαύγεια
κι ἀμέτρητα βαθυκόκκινα
σάν πληγωμένα δάκρυα.

(Ἀμοιβαία Μετάθεση, 1999, 2007)

Οἱ σταλακτῖτες τῶν καιρῶν
πληθαίνουν στά ὑπόγεια σπήλαια˙
στενεύουν τά περάσματα.

Μέ τά βαριά μου ἐνδύματα
ἀσθμαίνω στίς διαβάσεις…

(Ὑφαίνοντας Ἄνεμο, 2004, 2008)

Ἡ Κερκόπορτα

Βαθιά μέσα μου
ψάχνω τόν ἑαυτό μου.
Βρίσκω ἐσένα,
γίνομαι ἐσύ·
ἐνοικῶ τή σιωπή σου.

Ἀναζητῶ Ἐσένα—
Γνόφος καί Φῶς.

Ἐδῶ εἶν’ ὁ τόπος μου·
ἡ μονιά μου…
Στήν ἀλήθεια καί στό ψέμα μου
ὀχυρώνομαι
κι ἡ Κερκόπορτα εἶμ’ ἐγώ.

Ὤ, περάστε!
Δέν ὑπάρχουν ἀντιστάσεις.
Στό ναί καί στό ὄχι
ξοδεύτηκα.
Τ’ ἀδιάκοπα ὅρια
«τύποι τῶν ἤλων».

Ἐδῶ εἶναι ὁ τόπος μου—
χρόνος δαπανημένος…
Περάστε ὥς τά ἐνδότερα
χωρίς ἐξαρτύσεις
κι ἀγχέμαχες λέξεις.
Ἀναζητῶ ἕναν τόπο ἀθῶο…
Ἐκεῖ ὁ καθένας
ἥσυχα ματώνει.

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Τό πλατανόφυλλο τῆς βροχῆς

Ἕνα πλατανόφυλλο,
λαμπερό στήν φθινοπωρινή βροχή,
ἀκινήτησε τό βῆμα μου.

Αὐτόγραφο μεταλλαγμένης ὀμορφιᾶς,
ἀμέριμνης στό χῶμα,
στήν δική της μουσική ἔκφανση…

Χειραψία πλατειά
μέ βαθειές ἐγκοπές
καί δαντελλωτές ἀπολήξεις
ἁρμονικά ἄνισες―
στίγμα τῆς Δημιουργίας.

Στά χέρια μου
ρῖγος ἱερό
ἕνα ἔργο, μιά ἰδέα
μέ ἐντελές ἀντίκρυσμα·
ἕνα τεχνούργημα.

Τό ὅλον
στό ἐλάχιστο·
ρίζα τῆς Ρίζας―
τά πράγματα
πού βαθαίνουν στό ἄπειρο…

Ἕνα πορφυρό πλατανόφυλλο
στά ὅρια τῆς συντέλειάς του
σιωπᾶ καί καταφάσκει
μέ γυμνή συναίνεση
στίς αὐτόχθονες πράξεις τῆς γῆς.

Λαμπερό στή βροχή―
θαρρεῖς περήφανα συγκινημένο―
μᾶς μιλᾶ μέ τή γλῶσσα
τήν πιό σιωπηλή κι ἀπ’ τή σιωπή.

Τό δικό του ἐσχατολογικό ταξίδι
στό νῦν, στό ἀεί,
στό Αἰέν!
Νόημα ὑπέρλογο
δακρυσμένο γιά πάντα…

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Ἡ τιμιότητα τῶν λέξεων

Τά λόγια ὑπαινικτικά
αἰωροῦνταν ἀσύντακτα.
Σκόνταφταν ἀδιέξοδα,
ὅπως οἱ χιονονιφάδες στό τζάμι
πού ψυχραίνουν τό μέσα χῶρο.
Ἀγκυλώσεις ἀναγνωρίσιμες…
Ἡ σιωπή, κάποτε,
τιμιότερη ἀπ’ τόν λόγο·
ἀπ’ τίς προσχηματικές παραστάσεις·
τίς κατεδαφίσεις.
Ἔτσι χάνεται ἡ αἰσθητική,
ἡ ἀκεραιότητα τῶν ὀνείρων.

Ἔξω ὁ καιρός εἶχε ξαστεριά
χωρίς ἥλιο πού ἀφήνει σκιές.
Ὁριοθετοῦσε μέ σαφήνεια τά περιγράμματα,
ὅπως ἡ διαύγεια τῶν λέξεων
ἀληθεύει τά πράγματα.
Οἱ λέξεις
εὐθύβολες, ἀνυπόκριτες,
ἰσορροποῦν κι ἐναρμονίζουν
τίς παρεκκλίσεις…

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Τό Γλυπτό

Ἐπιστρέφεις
ἀργή προσαρμογή
στήν «Ἀνάγκη».
Λάφυρο ἰσχνό,
τῆς γῆς πού ἀμφισβητεῖς,
πεινασμένος γι’ ἀλήθεια
ὑπάρχεις.

Σκύλος ἀποστεωμένος―
γλυπτό του Giacometti―
βαδίζεις σκυφτός,
χαμένος στόν δρόμο.
Ὑπάρχεις…

Φθορά, φθορά―
ἀξόδευτο παράπονο τῆς γῆς―
οἱ ἀπουσίες πληθαίνουν.
Πάντα κάτι νά μᾶς πληγώνει.

Κι ἐσύ
ἄνοιξη ὀργιαστική
«ποῦ πᾶς μέ τόση ὀμορφιά»…

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Νεότητα
πού δέν γνώρισε ἀκόμα τό χρόνο
καί δέν τόν εὐλαβεῖται.
Γηρατειά·
πενία τῶν δευτερολέπτων.

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Ὥς τόν πυθμένα

Φαίνεται πώς κάποια
ἔπρεπε νά γίνουν ἔτσι·
ἄ-πρεπα
ὅπως στ’ ἀτυχῆ,
χωρίς ἱερότητα.

Τ’ ἀντίξοα τά ὕφανες ἐσύ
μέ φαντασία καί ἄγνοια.
Κι οἱ παραλήψεις διαφεύγοντας…

Ἐκτείνεσαι·
γίνεσαι καθρέφτης ἑαυτοῦ.
Στίς πολλαπλές διαθλάσεις θραύεσαι·
στίς ἀντανακλάσεις ὁριοθετεῖσαι.

Τώρα γνωρίζεις
πώς τό «ζῆν»
εἶναι χρόνος ἀπαρέμφατος.
Τό «ὑπάρχειν»―συνυπάρχειν
χρόνος τελολογικός ἀμφίσημος.

Τό «εἶμαι»
σημαίνει κατανοεῖν·
διαβιῶ μέρος τοῦ ὅλου.
Σημαίνει «κοινωνῶ»
τήν ἀνάγκη ὅλης τῆς γῆς―
τήν ἀλήθεια της
στήν ζωή καί στό τίποτα.

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

Εἰς ἑαυτόν

Ι
Μήν τήν ξυπνᾶς τή μνήμη
πού λυπᾶται·
μίζερη λογιστική,
δεξαμενή στυφή,
μάταιος λόγος.
Οἱ ἀλήθειες εἶναι μέσα στά πράγματα,
στήν καρδιά οἱ ἐκδοχές
κι ὁ βαθύτερος νόμος.

Καί πίσω ἀπ’ τά προσωπεῖα
καί τά προσχήματα
ἡ ψυχή μοναχή
στή σιωπή της…

ΙΙ
Βιαστικό το πλῆθος πού θριαμβεύει
στίς ἰαχές τῆς εὔκολης συναλλαγῆς.
Στόν ἔρωτα τῆς κατοχῆς,
στήν ἔπαρση τῶν βεβαιοτήτων
τό ἀκατέργαστο ρῖγος.

Καί πάντα χαμένη
ἡ ἀρχέγονη μάχη…

ΙΙΙ
Βεβαιότητες στόν καιρό
δέν ὑπάρχουν·
ἀρκεῖ ἡ ἀστραπή τῆς ἄλλης στιγμῆς,
τό ἑπόμενο βῆμα·
ἐκεῖ πού τό βέβαιο καί τό ἀβέβαιο
ἀκυρώνονται
κι ἀλήθεια-ψέμα
συγχέονται.

IV
Τό παρελθόν φασματικό,
ἀχαρτογράφητο τό μέλλον.
Ὁ χρόνος σύμβαση ἀνοιχτή ἤ
ἐπινόηση.

Ἡ τυχαιότητα στή ζωή κάποτε
χωρίς οἶκτο καί μεταμέλεια·
χωρίς ἱερότητα.

(Ὑφαίνοντας Ἄνεμο, 2004, 2008)

Ὁ Χαρτοστάτης

Χωρίς διάθεση
κοίταζα ἐπάνω στά χαρτιά μου
τόν χαρτοστάτη,
ἕνα μεγάλο μπρούτζινο κλειδί.
Στήν κορυφή του
ἀργόσχολη ἐπιγραφή
δικαιολογοῦσε τήν ὕπαρξή του·
«ἔχω χάσει τήν πόρτα μου».

Μέ τόν καιρό
οἰκειοποιήθηκε τόν χῶρο.
Πιέζει τίς σημειώσεις μου·
ἐπισημαίνει τίς ἐκκρεμότητες.
Μ’ ἐπιτιμᾶ σιωπηλά σάν συνωμότης.

Ἕνα κλειδί
σημαίνει μιά στέγη―
κάπου ὁλομόναχος νά κλάψεις·
κάπου ἱερά ν’ ἀγαπηθεῖς.

Ἕνα κλειδί
γίνεται δρόμος―
συνάντηση ἤ ἀποχωρισμός…

Θυμᾶσαι ἐκεῖνο τό κλειδί
πρίν χρόνια;

Ἔσπασε κάποιο βράδυ στήν ἐξώπορτα.
Μπήκαμε ἀπ’ τόν παράδρομο
ἀπό τόν λάθος δρόμο…

Ἀπό τότε
βλέπουμε τή ζωή
μεσ’ ἀπό ἐκείνη
τήν σπασμένη κλειδαρότρυπα.

(Βεβαιότητες πού λιγοστεύουν, 2016)

[Ζωγραφική: Jan Mankes. Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.]