frear

Για την «Πόλη χωρίς Θεούς» του Mάκη Καραγιάννη – γράφει η Άννα Κουστινούδη

Mάκης Καραγιάννης, Πόλη χωρίς Θεούς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016.

Ξέρω ότι κάτι έρχεται. Δεν το βλέπουμε, αλλά
το νιώθουμε. Μας παγώνει. Ο κόσμος όπως τον ξέραμε γυρίζει σελίδα.

Πέρα από τη σημαντική μελέτη Ρευστοί Καιροί του Πολωνού κοινωνιολόγου-στοχαστή Ζίγκμουντ Μπάουμαν, το σκηνικό και η θεματολογία του νέου μυθιστορήματος του Μάκη Καραγιάννη Πόλη χωρίς Θεούς παραπέμπει στο κλασικά προφητικό 1984 του George Orwell, καθώς και στο πολυσυζητημένο κινηματογραφικό αριστούργημα του Stanley Kubrick Το κουρδιστό πορτοκάλι, μια σπουδή πάνω στη βία, όπου ο σκηνοθέτης, πατώντας πάνω στο ομώνυμο βιβλίο του Antony Burgess, ξεδιπλώνει αριστοτεχνικά και καθηλωτικά όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις που μπορεί να λάβει το φαινόμενο αυτό. Σε μια εποχή όπου η εξουσία έχει ουσιαστικά αποκοπεί από την πολιτική με το μεγαλύτερο μέρος του λεγόμενου κυρίαρχου εθνικού κράτους να έχει περάσει στον ανεξέλεγκτο υπερτοπικό χώρο της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, βιώνουμε την εποχή του βίαιου ξεριζώματος πληθυσμών και των τεράστιων μεταναστευτικών κυμάτων. Κρατική βία, βία του σωφρονιστικού συστήματος, αλλά και βία ομαδική. Μεμονωμένη άσκηση βίας που απορρέει από τα εξαθλιωμένα σώματα, τις εξαθλιωμένες συνειδήσεις και τα σαθρά πολιτικά οικοδομήματα. Απόρροια όλων αυτών είναι τα καταρρακωμένα κοινωνικά συστήματα των καιρών μας, αποτέλεσμα και έρμαιο με τη σειρά τους στη δίνη αυτού που αποκαλούμε ανάπτυξη (με όλα όσα ο όρος σηματοδοτεί) εντός μίας εγκαθιδρυμένης για τα καλά πλέον παγκοσμιοποίησης των πάντων. Της οικονομίας, πρωτίστως, και της παντοδυναμίας ενός Καφκικά δαιδαλώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος, που τρέφεται και συσσωρεύει πλούτο μέσα από τη στυγνή χειραγώγηση και εκμετάλλευση των μόνιμα εύπιστων, όπως αποδείχθηκε, μαζών του κόσμου τούτου. «Αυτοί κυβερνούσαν πια», μας λέει ο παθών ήρωας/πρωταγωνιστής Ξενοφώντας Κάπας. «Με τους σωματοφύλακες, τον τσαμπουκά και το χρήμα» “Οι καιροί αποδείχθηκαν κινούμενη άμμος. Οι μικροί και οι μεσαίοι γίνονταν σκόνη» (37).

Από την ψευδαισθητική ουτοπία των μεταπολιτευτικών χρόνων της αισιοδοξίας, της υπερκατανάλωσης και της επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας, στη δυστοπική αποκάλυψη μιας ζοφερής, φουτουριστικής Ελλάδας, και όχι μόνο, «διαθισμένης» με λογής-λογής ετεροτοπίες, ο Μάκης Καραγιάνννης, με το δεύτερο μυθιστόρημά του μας ξεδιπλώνει το δυστοπικό τοπίο μιας κοινωνίας αποσυντονισμένης, ωστόσο, συντονισμένα διαλυμένης. Μια πόλη κυριολεκτικά χωρίς θεούς, χωρίς θεσμούς και χωρίς ηθικούς φραγμούς, όπου οι ήρωες, ως κουρδιστά πορτοκάλια, βιώνουν οι ίδιοι τη βία, αλλά και την ασκούν, είτε απλά για να επιβιώσουν ή και για να επιβληθούν ως εξουσιαστές. Από το Όνειρο του Οδυσσέα, το προηγούμενο μυθιστόρημα του Μάκη Καραγιάννη του 2011, όπου «όλοι ορμούν για ν’ αρπάξουν κάτι […] κι η μεγάλη επιτυχία τρέφεται από την αισιοδοξία της αυταπάτης και την απάτη αυτή καθεαυτή», κύλισε κι άλλο βρόμικο νερό στο αυλάκι της ελληνική κοινωνίας και όχι μόνο. Κι έτσι, από τις αυταπάτες, τους συμβιβασμούς και την απλή εκμετάλλευση των άλλων, οι μεταπολιτευτικές μας κοινωνίες φαίνεται να περνούν στην ωμή, τυφλή βία, αφήνοντας πίσω τους, όχι χωρίς κάποια δόση νοσταλγίας, τις αρχές του Δυτικού πνεύματος και του Διαφωτισμού εγκλωβισμένες στον αδηφάγο λαβύρινθο του σύγχρονου κόσμου που δεν είναι άλλος από εκείνον της απόλυτης κυριαρχίας του συσσωρευμένου πλούτου.

Από ειδολογικής σκοπιάς, το Πόλη χωρίς Θεούς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα αστικό μυθιστόρημα εικασιών με άφθονους εσχατολογικούς υπαινιγμούς (γίνεται συχνά λόγος για μια επικείμενη «τελική λύση») για τους οποίος ο αναγνώστης/τρια προϊδεάζεται και από το αρχικό μότο, «και ιδού ίππος μέλας…» το οποίο ο συγγραφέας παραθέτει ως μότο από την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Μιλάμε, λοιπόν, για ένα λογοτεχνικό είδος που ναι μεν φέρει έντονο το μυθοπλαστικό στοιχείο εντός της πλοκής του, εντούτοις φωτογραφίζει ταυτόχρονα σκηνές, καταστάσεις και συμβάντα ενός γνώριμου μας δυστοπικού σήμερα, πράγματα τα οποία μας είναι πλέον αφόρητα οικεία, εξελίσσονται από καιρό γύρω και δίπλα μας και είναι πιθανόν στο εγγύς μέλλον να λάβουν ακόμη πιο ανεξέλεγκτες διαστάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες. Ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης, κατευθυνόμενη επιστημονική γνώση και έρευνα, καταπιεστικές, απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, πόλεμοι, κύματα προσφύγων και οικονομικών μεταναστών, ανεξέλεγκτοι πληθυσμοί εντόμων (οι πανταχού παρούσες κατσαρίδες κυριαρχούν στο κείμενο ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο), μηδαμινή, έως ανύπαρκτη, επιλογή και επιρροή σε πολιτικές αποφάσεις, αστυνομοκρατούμενες κοινωνίες, πολιτισμική κρίση, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, τρομοκρατία (ένοπλη, και ιδεολογική) και εξεγέρσεις.

Με τον όρο Δυστοπία αναφερόμαστε στην κοινότητα εκείνη ή την κοινωνία που είναι ανεπιθύμητη ή τρομακτική, Πρόκειται για το αντίθετο της ουτοπίας, η οποία αποτελεί το υπόδειγμα για μία ιδανική κοινωνία χωρίς εγκληματικότητα ή φτώχεια. Οι δυστοπικές κοινωνίες εμφανίζονται σε όλο το φάσμα των τεχνών. Συχνά χαρακτηρίζονται από τον απάνθρωπο χαρακτήρα τους, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, την περιβαλλοντική καταστροφή και άλλα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την κατακλυσμική πτώση της κοινωνίας. Οι δυστοπικές κοινωνίες εμφανίζονται σε πολλά λογοτεχνικά υποείδη· κυρίως στη λογοτεχνία του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας, αλλά, τελικά, και στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα, όπως είναι το Πόλη χωρίς θεούς. Συχνά στοχεύουν στο να επιστήσουν την προσοχή μας στα προβλήματα του κόσμου, όπως τον βιώνουμε σε σχέση με την κοινωνία, το περιβάλλον, την πολιτική, την οικονομία, τη θρησκεία, την ηθική, την επιστήμη ή/και την τεχνολογία, τα οποία χειραγωγούμενα, χάνουν την κατεύθυνσή τους, οδηγώντας, ενδεχομένως, σε άκραία δυσάρεστες καταστάσεις. Οι δυστοπίες αποτελούν μια μορφή ολοκληρωτικών καθεστώτων που από τη μια μεριά οργανώνουν το χάος και την αναρχία και από την άλλη καταστρέφουν κάθε έννοια κοινωνικής τάξης. Κι αν στις ουτοπίες μπορούμε να διακρίνουμε ψήγματα ελπίδας, οι δυστοπίες προκαλούν τρόμο και πανικό. Όπως κι αν έχει, ωστόσο, οι ουτοπίες και οι δυστοπίες επικοινωνούν μέσω σημείων φυγής και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή.

Μέσα σε μια τέτοιου είδους αστική τοιχογραφία και τοπιογραφία ζουν, κινούνται, σκέφτονται και πράττουν οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου. Ο Φώντας Κάπας, η κόρη του Αλίκη και η γυναίκα του Νόρα, ενώ έχουμε και μια σειρά από δευτερεύοντες, αλλά εξίσου σημαντικούς, θα έλεγα, χαρακτήρες που κινούνται στους ετεροτοπικούς χώρους μιας γενικευμένης δυστοπίας, που δεν είναι άλλη από την παρακμασμένη πόλη με την Πλατεία Χρηματιστηρίου της, την Απαγορευμένη Πόλη των προνομιούχων οικονομικών ελίτ, τα γκέτο των μεταναστών, τις συνοικίες των αστέγων και άλλες ετεροτοπίες. Ο όρος ετεροτοπία (του Μισέλ Φουκώ) υποδηλώνει εκείνους τους χώρους όπου οι κοινώς αποδεκτές νόρμες συμπεριφοράς αναστέλλονται, ενώ χαρακτηρίζονται από αποκλίνουσες συμπεριφορές όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε απόλυτη ρήξη με το περιβάλλον τους σε περιόδους κρίσης και όχι μόνο. Οι ετεροτοπικοί χώροι λειτουργούν ως συστήματα ανοίγματος και κλεισίματος και απαιτείται για την είσοδο σε αυτούς είτε εξαναγκασμός, είτε ειδική άδεια, ιεροτελεστία εισδοχής ή τελετή μύησης και στο μυθιστόρημα του Καραγιάννη αφθονούν και περιγράφονται με τον πιο γλαφυρό τρόπο, αποτελώντας κομβικά σημεία αναφοράς, διερώτησης και αναστοχασμού.

“Beyond Construction” του Erik Johansson

Ο Φώντας, ο πλέον κεντρικός ήρωας της πλοκής, σταδιακά καταλαμβάνει μία σειρά διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων. Από την ουτοπική εκείνη της ευμάρειας του επιτυχημένου επιχειρηματία, μετά από μια σειρά αποτυχημένων επαγγελματικών επιλογών, μεταπηδά στην ακριβώς αντίθετη, εκείνη του άστεγου πλάνητα, για να καταλήξει δολοφονημένος στο νεκροθάλαμο της ετεροτοπίας του νοσοκομείου. Την ίδια, σχεδόν, κατάληξη έχει και η γυναίκα του Νόρα, η οποία πεθαίνει σε ψυχιατρική κλινική αδυνατώντας να αντέξει την οικονομική κατάρρευση της οικογένειας και τα συναισθηματικά αδιέξοδα της νέας κατάσταση πραγμάτων, ενώ η κόρη Αλίκη, που έχει και ρόλο εξωτερικής αφηγήτριας της οικογενειακής ιστορίας της πτώσης, δοκιμάζεται στη δική της δυστοπική λαγότρυπα, περνώντας από την αυταπάτη της επανάστασης, στη διάψευση και στη ματαίωση στην προσπάθειά της, να ερμηνεύσει τον εαυτό της, τα συναισθηματικά κενά της και τον βίαιο κόσμο γύρω της μέσα απ’ το αντικαθρέφτισμά της στα μάτια των άλλων. Αμφιταλαντεύεται εν μέσω ανάμεικτων συναισθημάτων απέναντι στην ανθρώπινη οντότητα και τα πεπραγμένα της, αδυνατώντας μέχρι και το τέλος να ισορροπήσει τα συναισθήματά της. Και είναι η δική της ημερολογιακή αφήγηση στην αρχή και στο τέλος του μυθιστορήματος, όπου εγκιβωτίζεται η κεντρική ιστορία, η οποία αρχίζει και τελειώνει με την Αλίκη σε ένα υστερικά αναστοχαστικό, ημερολογιακού τύπου παραλήρημα μπροστά στο πτώμα του πατέρα της:

Δεν το ’χε ο γέρος μου. Τα λιγοστά μαλλιά του είχαν ασπρίσει κι αυτός ακόμη να ξεκολλήσει απ’ όσα πίστευε. Στο σπίτι είχαμε μια μαύρη ραπτομηχανή Σίγκερ. Μια αντίκα εκατό χρόνων που βγήκε νοκ-άουτ όταν ήρθαν οι αυτόματες. Ήταν το μοναδικό πράγμα που κληρονόμησε από τον παππού. Της είχε μια μεταφυσική λατρεία. «Αυτή άλλαξε τον κόσμο» μου έλεγε. «Έτσι ξεκίνησε η αγορά και η βιομηχανία». Πρόοδος ήταν η μαζική παραγωγή ρούχου έτοιμου για κατανάλωση. Και πάνω στο έπιπλο, στρωμένο ένα λευκό σεμέν της μαμάς, με δαντέλα και λευκά τριαντάφυλλα. Ένα εργόχειρο πλεγμένο σταυροβελονιά σταυροβελονιά. Πόσες ώρες έκανε αυτή η γυναίκα να το τελειώσει! Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Θαυμάζω τους ανθρώπους που έχουν άπειρη υπομονή. Που δοκιμάζουν την αλήθεια των πραγμάτων με τις ρόγες των δαχτύλων, σαν τον άπιστο Θωμά. Ζουν σε μια προνεωτερική εποχή, όπως έλεγε ένας καθηγητής μου που είχε μανία με το παρελθόν. Όταν τον χρόνο όριζαν η καμπάνα του χωριού και η θέση του ήλιου στον ουρανό. Πέρασαν αιώνες έτσι οι άνθρωποι. Μέχρι που ήρθε η ραπτομηχανή του παππού. Οχτακόσιες βελονιές το λεπτό. Ο κόσμος της ευκολίας και της ταχύτητας. Ξετρελαμένος κι αχόρταγος για πολύχρωμα σκουπίδια. Οι καλοί του τρόποι διαρκούσαν όσο χόρταινε το θηρίο μέσα του. Πόσες γενιές πέρασαν από τότε; Μετρημένες στα δάχτυλα. Και φτάσαμε να ζούμε με κατσαρίδες και αρουραίους. (304-5).

Όλα αυτά μοιάζουν σύγχρονα, αλλά και διαχρονικά ταυτόχρονα. Η κοινωνία στην δεύτερη δεκαετία νέας χιλιετίας προσιδιάζει προς αυτήν που σκιαγραφεί ο Καραγιάννης στις σελίδες της πόλης χωρίς θεούς περισσότερο από κάθε άλλη ιστορική στιγμή. Γίνεται όλο και περισσότερο φανερό ότι ο κόσμος κατευθύνεται σε μια παγκοσμιοποιημένη νέα κοινωνία, στην οποία κάθε ένας θα έχει τον ρόλο του, ενώ oι χώρες προχωράνε σε ενοποιήσεις, θεσμικές, οικονομικές, πολιτικές, συχνά χωρίς τη συγκατάθεση των πληθυσμών τους. Η αγορά εργασίας έχει καταστεί από εντελώς ευέλικτη, έως και απάνθρωπη. Όλος ο πλανήτης φοράει ρούχα που έχουν ραφτεί σε δύο τρεις χώρες συχνά μέσω παιδικής, απλήρωτης εργασίας, ενώ γνωστές είναι οι αυτοκτονίες στο εργοστάσιο της Αpple, στην Κίνα, όπου η εταιρία έχει τοποθετήσει ειδικά κάγκελα/φράχτες για να μην οι κάτω από εξοντωτικές συνθήκες εργαζόμενοι της στο κενό. Το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται λοιπόν, από το συγγραφέα Μάκη Καραγιάννη έχει να κάνει με το πόσο πρέπει να βαθύνει ακόμα η κρίση της κοινωνίας πριν την τελική πτώση (ή την αμφίσημα επαναλαμβανόμενη φράση «τελική λύση») ή μήπως υπάρχει ελπίδα ανάκαμψης, ίσως και ολικής επαναφοράς;

Έπεφτε πηχτή η ομίχλη από τον σκοτεινό ουρανό πάνω στις στέγες των συνοικιών. Η πόλη ταξίδευε στον νέο αιώνα σαν καράβι ξυλάρμενο σε αχαρτογράφητες θάλασσες και μια θαμπή αχλή είχε καλύψει τα ατομικά πεπρωμένα. Πού πάει ένας κόσμος όταν γκρεμίζονται όλες οι γέφυρες και υψώνονται φράχτες;

Ήταν η Εποχή της Ρευστότητας. Οι ημέρες του Φωτός είχαν παρέλθει και μπαίναμε στις ημέρες του Σκότους. Το μίσος και το χρήμα όριζαν πια τις ψυχές των ανθρώπων. Και τα χρόνια της Σοφίας ήταν το νοσταλγικό παρελθόν ενός κόσμου που σωριαζόταν αμετάκλητα στα θεμέλιά του. (308)

Αναφερόμενη στις σύγχρονες δυστοπικές κοινωνίες σε συνέντευξή της, η Μάργκαρετ Άτγουντ αναφέρει πως οι μορφές της φύσης δεν αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη και ότι στην πραγματικότητα μεταβάλλονται, μόνον όταν μεταβάλλονται και οι γενικές συνθήκες. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δυστοπικές κοινωνίες που μολονότι δεν έχουν κανένα θετικό στοιχείο, δεν παύουν, υπό μία ορισμένη έννοια, να μας κάνουν να ελπίζουμε και να αισιοδοξούμε ή με τα λόγια της Mary Shelley στον επίλογο του δικού της δυστοπικού/εσχατολογικού μυθιστορήματος The Last Man, (Ο Τελευταίος Άνθρωπος) το οποίο έγραψε μετά τον Φράνκενστάιν, το 1826: “Neither hope nor joy are my pilots — restless despair and fierce desire of change lead me on.” («Μήτε η χαρά μήτε η ελπίδα με οδηγεί/ μονάχα μια δύσθυμη απελπισία/ και μια άγρια λαχτάρα για αλλαγή/ με πλοηγεί.»)

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly