Αν ήταν πέτρα, θα μπορούσαν να βλαστήσουνε πράσινες πάνω οι μέρες
να στεριώσουν άνοιξη αιώνια
καρπός οι ώρες να κρέμονται
Κόκκινα χείλη που φιλάνε παράδεισο
αντί το αμαρτωλό τους μήλο
Αν ήτανε βουνό που ακόμα δεν σκαρφάλωσες
ένα βλέμμα θα το κρατούσε ακόμα στο μέλλον
σαν αντίσταση που πρέπει κανείς να νικήσει
για να μην ηττηθεί
Μα χρόνος νερό κυλάει μες στα δάχτυλα
Γυρεύει τείχη να κλειστεί, ψυχές να πολιορκηθεί
‘Εχει, όμως, από καιρό αλωθεί αυτή η δύναμη
να επιβάλλεται κανείς στο αδύναμο σημείο του
Aδιάκοπη ολοένα μόνο μια περίεργη σιγή
Νερό, νερό χρόνος νερό

Ρέει η μέρα, ρέει η νύχτα, ρέει η ζωή
Ίδιο κουβάρι δάκρυα
Μπορεί και ιδρώτας, αν κρίνω απ΄την αλμύρα του υποψήφιου νεκρού
όταν φτάνει στην απόγνωση
Αγώνας και αγωνία πια δεν ξεχωρίζουν
Νερό νερό χρόνος νερό με τέσσερα γράμματα
τέσσερα ρο
Το πρώτο για ρόδι μιας Πρωτοχρονιάς
που σπάει πριν το νέο έτος
γίνεται χρόνος παλιός

Δεύτερο ρο για τα ρο- λόγια που δεν κοιτάξαμε
Ίσως στο μέλλον, όταν ο κόσμος θα έχει μάθει να προλαβαίνει τις απώλειες
΄Ενα ρο για σκέψεις ρο-δαλές που δεν ξημέρωσαν
Πού πάει η αυγή όταν δεν έρχεται;
Το τελευταίο
Ένα ρω για κάποιον έ-ρω-τα που έχασε τα άκρα του
Η πιο δύσκολη μορφή αναπηρίας αφού, αν ζεις πραγματικά
σημαίνει ότι ερωτεύεσαι παράφορα εκείνα που δεν έζησες
Όμως, υπάρχει πάντα μες στα μάτια όταν βασιλεύουν
Ένα παιδί που δεν γεννήθηκε
Ένα φιλί που δεν φιλήθηκε
Ένα κορμί που δεν νικήθηκε

Τόσα Δεν κρατάει μες στη χούφτα του ο χρόνος
Τα πλέκει σταυροβελονιά
να΄χει ο καθένας ένα τουλάχιστον σταυρό
να δένει πισθάγκωνα επάνω του ληστή τον χρόνο
Μα φεύγουνε όλα τα παιδιά μια μέρα από μέσα σου
Και κάτω από το δέντρο των Χριστουγέννων
βρίσκεις μονάχα κάποια σπασμένα στολίδια
Κι έναν άγγελο
οπωσδήποτε έναν άγγελο χωρίς φτερά
Κατά τα άλλα, συνέχισε να διπλώνεις κάθε βράδυ τη ζωή
Να την τοποθετείς τακτοποιημένη στην ντουλάπα
Λίγη λεβάντα για ξεχασμένη άνοιξη
Να παίρνει μυρωδιά ό,τι γεννήθηκε
με τρεις μονάχα εποχές


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]