«Αν ποτέ με κοιτάξεις σαν σακάτη θα πεθάνω».

Απ’ όταν γνωρίστηκαν ποτέ δεν μπήκε ανάμεσά τους το δεξί του πόδι, κομμένο από τη μέση του μηρού. Η Ρίτα δεν επηρεάστηκε από τη μάνα της που την έτρωγε μέρα νύχτα να μη χαραμίσει την ομορφιά της με «τον Άγγελο τον σακάτη», ούτε απ’ τη Μαρίκα, την φιλενάδα της, που κατακόκκινη, την ρώτησε αν ήταν σίγουρη πως δε θα τον σιχαινόταν γυμνό. Για κείνην ήταν ο άντρας της από την πρώτη φορά που τον είδε. Η μάνα υποχώρησε μόλις βρήκε το μπουκαλάκι με το κινίνο κάτω απ’ το στρώμα της κόρης της. Έδωσε την ευχή της μ΄ ένα, «Παρ’ τον αλλά να ξέρεις, επιστροφές δε δέχομαι». Με τα ρύζια στο κεφάλι, ακολούθησε τον άντρα της στην εύφορη πατρίδα του πλάι στη θάλασσα· δεν επέστρεψε ποτέ.

Η Ρίτα τον έγδυνε όρθιο, πλάι στο κρεβάτι τους την ώρα που έπεφταν οι σκιές. Έγλειφε κάθε σημείο του κορμιού του που αποκάλυπτε με αργές κινήσεις. Όταν τον άφηνε γυμνό γονάτιζε κι αγκάλιαζε τα πόδια του. Χάιδευε με το πρόσωπό της το αριστερό του πόδι, ήταν ζεστό κι έτρεμε – το δάγκωνε να πονέσει. Ύστερα, κολλούσε το στόμα της στο άλλο, το δροσερό· το ξύλινο. Τον φιλούσε ως πάνω, εκεί που το ξύλο γινόταν δέρμα κι ιδρώτας. Τα μάτια του έσταζαν. Όταν τελείωνε μέσα της, ξεστόμιζε κατάματα τη φράση που την καταδίκαζε, «Αν ποτέ με κοιτάξεις σαν σακάτη, θα πεθάνω».

Ο Άγγελος δε χρειάστηκε να πεθάνει. Στα δέκα χρόνια που πέρασαν, ο νέος με το παράξενο βάδισμα και τα μαύρα μάτια, έγινε άντρας, πατέρας δυο αγοριών και συνέταιρος στο μικρό εργοστάσιο σταφίδας που δούλευε από μικρός. Τα μαλλιά του επέμενε να τα διατηρεί στο ύψος των ώμων του, με πρόφαση ένα ανύπαρκτο τάμα. Η δουλειά του, η γυναίκα του, οι γιοι του, έθρεφαν την ακμή των τριάντα πέντε του χρόνων. Εκείνη τον παρακολουθούσε με τον ίδιο έρωτα, όπως και στα δεκαεπτά της που τον παντρεύτηκε. Τον προτιμούσε πιο ταπεινό, λιγότερο φιλόδοξο, μα δεν το έλεγε ποτέ. Ο φόβος πως κρατούσε τη ζωή του στο βλέμμα της, υπερνικούσε την ανάγκη να τον έχει κατάδικό της.

Μετά τον θάνατο του Παπάγου, ο Άγγελος, βρήκε στο πρόσωπο του νεαρού Καραμανλή το πρότυπό του κι άρχισε ν’ ασχολείται με τα πολιτικά. Ανέβαινε συχνά στην Αθήνα κι επέστρεφε με μάτια που κρύβονταν απ’ τα δικά της. Στο κρεβάτι αποκοιμιόταν αμέσως κι όταν έμενε σπίτι την πλάκωνε η σιωπή του. Με τις ακατάστατες ώρες του έπαψε η ιεροτελεστία του φιλιού· από τότε που παντρεύτηκαν δεν περνούσε μέρα που να μην τον φιλήσει στο στόμα με τα χέρια περασμένα στα μαλλιά του, μόλις εκείνος έμπαινε σπίτι.

Το φιλί σε μάρανε, σκέφτηκε μέσα στα χαράματα. Ώρες τώρα πάλευε ανάμεσα στον θυμό και την ανησυχία αλλά είχε επιβάλλει στον εαυτό της να παραμείνει ξαπλωμένη. Εκεί κατάντησα, μονολόγησε, εγώ ανάπηρη στο κρεβάτι να περιμένω τον. Έσφιξε με τις παλάμες το στόμα μην ακουστεί η λέξη.

Ο Άγγελος γύρισε λίγο πριν χαράξει, την βρήκε στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά. Λιγνή, με το λευκό νυχτικό της ν’ αντιφεγγίζει στη φλόγα του καντηλιού – γυάλιζε η βέρα στα χέρια της, που τα ‘χε σταυρωμένα στο στομάχι. «Θα γυρίζεις πριν ξημερώσει και φρόντισε να μη με ρεζιλέψεις», του δήλωσε χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια. Εκείνος σάστισε, ξάπλωσε με τα ρούχα. Μούδιασε στη σκέψη πως γρήγορα θα έπεφτε στα στόματα του κόσμου κι από κει στ’ αυτιά της Ρίτας. Κατάφερνε να ξεγλιστράει μέχρι που έπεσε πάνω σε κείνον τον ρουφιάνο, τον Αριστείδη. Σαλεπιτζής στην Αθηνάς είχε καταλήξει το χαμένο κορμί κι εκεί τον πέτυχαν. Ο Άγγελος αγκαλιά με τη μικρή κι ο Αριστείδης με το θολό, χυδαίο βλέμμα του να τη γδύνει. Τους κέρασε με το ζόρι σαλέπι, και του έδωσε ραντεβού στο καφενείο, «Των Βαϊων που θα ‘ρθω στην πατρίδα», είπε και στράβωσε το στόμα του ο σκύλος.

Τα μάτια του έτσουζαν. Θα την χάσω αλλά και πού να πάει με δυο παιδιά; Μην φύγει, Θεέ μου, μόνο μη φύγει. Το καντήλι τσιτσίρισε κι έσβησε.

Στο Τροπάριο της Κασσιανής της πρόφτασαν τα νέα. Έστειλε τα παιδιά στο βουνό, στα πεθερικά της και κλείστηκε στο σπίτι. Ο Άγγελος γύρισε το σούρουπο, βρήκε το νηστίσιμο να τον περιμένει στο τραπέζι κι εκείνην ξαπλωμένη. Το ίδιο την επόμενη και τη μεθεπόμενη. Έκανε την άρρωστη και τον έστειλε μόνο του στα Δώδεκα Ευαγγέλια.

Σηκώθηκε.

Ξεκρέμασε τις λίγες φωτογραφίες τους, τις έβγαλε με προσοχή απ’ τις κορνίζες, κάθισε στην κουζίνα κι άρχισε απ΄ τη μοναδική του γάμου τους. Κατόπιν έπιασε τις άλλες, που είχαν βγάλει δίπλα στην σκονισμένη ανθοστήλη του φωτογραφείου, όρθιοι με τον πρώτο τους γιο στην αγκαλιά κι ύστερα την επόμενη, με κείνην και τα δυο αγόρια καθιστούς κι αυτόν στητό δίπλα τους – η ανθοστήλη ίδια.
Με ίσιες ψαλιδιές ακρωτηρίασε παντού το δεξί πόδι του άντρα της. Άφησε τα κομμάτια στο τραπέζι, κρέμασε πάλι τις κολοβές φωτογραφίες στο καρφί και πήγε στην κρεβατοκάμαρα.

Έκοψε όλα τα παντελόνια του στο ύψος του δεξιού μηρού. Άφησε τα παράταιρα ζευγάρια στο κρεβάτι· κρέμασε τα σακάτικα στην ντουλάπα. Άνοιξε ακόμη και το μπαούλο, να βγάλει το μοναδικό λευκό του παντελόνι απ’ το λινό κοστούμι που του ‘χε αγοράσει ο αδερφός του στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Με δυο ψαλιδιές απόκοψε το μπατζάκι κι έθαψε το ρούχο στο μπαούλο – μια νάρκη που θα σκάσει με τις πρώτες ζέστες, γέλασε.

Η καμπάνα σήμαινε το έβδομο Ευαγγέλιο όταν στοίβαξε τα πόδια στο κρεβάτι, το ένα πάνω στο άλλο, με πρώτο το λινό . Έφερε τελευταία τα χάρτινα, τα τύλιξε με προσοχή και βγήκε στην αυλή. Έσκαψε με τα νύχια πλάι στις τριανταφυλλιές και παράχωσε το λευκό δέμα. Το σκέπασε με το χώμα.

Πλύθηκε, ντύθηκε το μαύρο της φόρεμα, φρόντισε το πρόσωπο και τα μαλλιά της. Έφερε ένα γύρο το σπίτι· σιωπηλό και τακτοποιημένο δεν μαρτυρούσε τη σφαγή.

Ο Άγγελος καρδιοχτύπησε από χαρά όταν την αντίκρισε να τον περιμένει για το φιλί τους, όπως παλιά. Η ανάπηρη φωτογραφία, στον τοίχο, τού μαστίγωσε στα μάτια.

Η Ρίτα πλησίασε. Τον φίλησε στο μέτωπο.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Η φωτογραφία είναι της Vivian Maier.]