ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ

Τον Κύριο “Αυτό-Που-Λέω-Εγώ!”
που ουρλιάζει κάθε πρωί
σ’ ένα Θεό που δεν πιστεύει,
και κρύβεται έρποντας
μέσα στους τσιμεντόλιθους του ανύπαρκτου κόσμου του,
πετάξτε τον στη μουσική
να ημερέψει

επειδή οι νότες που σκουπίζουν τον ιδρώτα
χρωματίζουν τις ζωγραφιές στους τοίχους
και τις ανοιχτές ομπρέλες στα μπαλκόνια,
επειδή φυσάνε στις σκέψεις καραμέλες
με ήχους από παρελθόν.

Θα σωπάσει
γιατί τόση αγάπη
σπάει την κρούστα του.

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΟΥ Π.

Έσβησα το φως του μυαλού μου,
-πολλή φασαρία –
οι υδρορροές έχυναν νερό
με θόρυβο χείμαρρου.
Στο κόκκινο φανάρι
απουσία σταματημένων αυτοκινήτων,
μυρίζει πολυκαιρία η σκουριά.

Σαν τις επιθυμίες μου η λάμπα στο δρόμο.
Άναβε, βαριότανε, έσβηνε.

Ούτε ένα σκυλί να κλάψει για την έκλειψη.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Φτηνοί άγνωστοι στα λιγοστά χιλιοστά μας. Στριμωγμένοι φίλοι.
Ιδανικές πουτάνες για λεφτά και κηρύγματα, εισιτήριά τους εμείς για τον Παράδεισο.
Λεχρίτες που χρησιμοποιούν αποκούμπια για να περηφανεύονται.
Ιδρωμένες κρεμάλες με υπογραφές στήθηκαν στο όνομα της φιλίας.
Αγαπώ μόνο αυτούς με τις ραφές, όπου κέντησαν τα μπράβο και τα αχ!