Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, Πατάκη, Αθήνα 2016.

Γεννημένος στην Πάτρα λίγο πριν το έπος του ΄40 και ευνοημένος από την τύχη, καθώς σε βρεφική ηλικία επέζησε ενός βομβαρδισμού των Ιταλών, ο ποιητής, κριτικός και βιβλιογράφος Δημήτρης Δασκαλόπουλος έμελλε να διατρέξει τον 20ό αιώνα συγχρωτιζόμενος με μορφές που σημάδεψαν με την παρουσία τους τα ελληνικά γράμματα.

Ξεκινώντας από την Πάτρα και την Αχαγιά των κατοχικών χρόνων ανθολογεί σκόρπιες εικόνες μεγάλης έντασης από την παιδική και την εφηβική ηλικία. Η απώλεια του πατέρα στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων χρόνων, η κλίση στα γράμματα, τα πρώτα εξωσχολικά παιδικά διαβάσματα. Η μνήμη αποδελτιώνει ανάμεσά τους αναγνώσματα όπως οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ, ο Όλιβερ Τουίστ του Κάρολου Ντίκενς, ορισμένοι τίτλοι από τη σειρά του Παπύρου, τα Άπαντα του Ροΐδη. Ακολουθούν γυμνασιακά αναγνωστικά με κείμενα των λησμονημένων σήμερα Χρηστοβασίλη, Στέφανου Γρανίτσα, Παύλου Νιρβάνα ή των εκπροσώπων της γενιάς του 1880: Πολέμη, Δροσίνη, Γρυπάρη, Μαλακάση. Φυσικά δεν έλειπαν τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και ο δυσνόητος τότε για τον ποιητή Παλαμάς.

Το κλίμα της εποχής συμπληρώνουν περιφερόμενοι στιχοπλόκοι που απαγγέλλουν πατριωτικά στιχάκια στα σχολεία τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, οι αυτοσχέδιες φιγούρες Καραγκιόζη ‒άγνωστες στα σημερινά παιδιά‒, οι χαρταετοί της Καθαράς Δευτέρας, το μονοπώλιο σπίρτων, φωτιστικού πετρελαίου, αλατιού και παιγνιόχαρτων που διαχειριζόταν η μητέρα του, το παρθενικό και άδοξο ραδιόφωνο ‒λεία στα χέρια του μεγαλύτερου αδερφού. Η δεκαετία του’ 50 αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα της στον νεαρό Δασκαλόπουλο καθώς συναντά στην Μεγάλη Ποιητική Ελληνική Ανθολογία του Μιχαήλ Περάνθη το 1954 τον Καβάφη και λόγω του αποκλεισμού του Αλεξανδρινού ποιητή από την εκπαίδευση τον συνδέει με τις έννοιες της αμαρτίας και του απαγορευμένου. Αργότερα η σχέση αυτή θα λάβει άλλη διάσταση. Το 1958 έχοντας πια καταλάβει ότι η ποίηση γράφεται και από ζωντανούς δημοσιεύει τα πρωτόλειά του στην εφημερίδα Πελοπόννησος. Ο νεαρός Δασκαλόπουλος έχει πλέον παραδοθεί στη σαγήνη των γραμμάτων, γεγονός που προοικονομεί το μέλλον του σ΄ αυτά.

Τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα στο γύρισμα της δεκαετίας τον βυθίζουν σε αίθουσες κινηματογράφων και θεατρικές σκηνές, τον φέρνουν σε επαφή με ταραχώδη πολιτικά γεγονότα που κλιμακωτά οδήγησαν στη δικτατορία. Μέσα από το σκηνικό της εποχής (τραμ, πολυκατοικίες, παλαιοβιβλιοπωλεία, λογοτεχνικά περιοδικά, πανεπιστημιακά αμφιθέατρα), προβάλλει στοχαστικός ο πρωταγωνιστής και ταυτοχρόνως συγγραφέας του βιβλίου. Η εξακολουθητική καταβύθισή του στα βιβλία οδήγησε όχι μόνο στην δια βίου φιλαναγνωσία αλλά και τη συστηματική ενασχόληση με την κριτική και την βιβλιογραφία. Πρόκειται για απαιτητικές και ιδιαίτερα χρονοβόρες έρευνες, που ωστόσο δεν αναχαιτίζουν, δεν στομώνουν την πρωτότυπη λογοτεχνική του έκφραση, που διοχετεύτηκε σε δέκα περίπου συλλογές ποιημάτων σε διάστημα πενήντα χρόνων, εσχάτως δε με το τρέχον έργο Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου και στην πεζογραφία ‒ο τίτλος αντλήθηκε από τον Παλαμά.

Όλο αυτό το διάστημα, και μάλιστα εργαζόμενος ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας σε απαιτητικό πόστο, συντάσσει μελέτες, ανθολογίες, κριτικές και βιβλιογραφίες. Οι πλήρεις βιβλιογραφικές καταγραφές που συνέταξε μεταξύ άλλων για τον Καβάφη και τον Σεφέρη θα αποτελέσουν ορόσημο για την ελληνική λογοτεχνία.

Αυτή η πλούσια πνευματική εργασία τον έφερε σε γνωριμία και επαφή με εξέχουσες μορφές των γραμμάτων. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται οι: Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μανόλης και Νόρα Αναγνωστάκη, Γιώργης Παυλόπουλος, Στρατής Τσίρκας, Γ.Π. Σαββίδης, Στυλιανός Αλεξίου, Δ.Ν. Μαρωνίτης, Mario Vitti, Παύλος Ζάννας, Αλέξανδρος Αργυρίου, Μάνος Χαριτάτος, Μαρώ Σεφέρη και πολλοί άλλοι, επώνυμοι και μη, με τους οποίους συχνά ανέπτυξε και προσωπική φιλία. Στιγμιότυπα από την συναναστροφή αυτή εμφανίζονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου κρατώντας αμείωτο το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον. Κάποιοι μάλιστα αποτυπώνονται σε οικείες απαθανατίσεις με τον συγγραφέα και τη συνοδοιπόρο του σε όλη αυτήν την πορεία Μαρία Στασινοπούλου στο παράρτημα φωτογραφιών, κάνοντάς το ελκυστικότερο στα μάτια του αναγνώστη.

Ο συγγραφέας ανακαλώντας την πολυδιάστατη αυτή εμπειρία ζωής χτίζει με τρόπο αριστοτεχνικό ένα αυτοβιογραφικό χρονικό, όπως εύστοχα επισημάνθηκε. Πρόκειται για ένα κείμενο-μαρτυρία, ένα αξιόπιστο ντοκουμέντο για τους νεότερους που επιτυγχάνει να ανασυστήσει τη φιλολογική ζωή του τόπου μας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Γεγονότα και πρόσωπα των γραμμάτων με τα οποία ο ποιητής ήρθε σε συνάφεια, συμπλέκονται σε μια σύνθετη αφήγηση που μπολιάζει το ατομικό στο συλλογικό και το ιδιωτικό στο δημόσιο. Σταθερή συνισταμένη η Λογοτεχνία!

Η σεμνή και νηφάλια γλώσσα δεν αφήνει κανένα ίχνος οίησης και κομπασμού παρά τη στενή συναναστροφή του Δημήτρη Δασκαλόπουλου με κορυφαίους των γραμμάτων μιας πεντηκονταετίας. Από την άλλη οι προσωπογραφίες που σκιαγραφεί δεν εξωραΐζονται, δεν αγιοποιούνται, παρά το βαρύ όνομα που φέρουν (όπως π.χ. ο Τίμος Μαλάνος, ο Ανδρέας Καραντώνης, η Άννα Σικελιανού), αλλά παρουσιάζονται σαν άνθρωποι με τα προτερήματα και τις αδυναμίες τους, πράγμα που δείχνει πόσο αδέκαστη, ειλικρινής και προπάντων θαρραλέα είναι αυτή η κατάθεση. Στον αντίποδα αποκαθίσταται στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ο «εσωστρεφής», «ιδιόρρυθμος», «συντηρητικός» Ζήσιμος Λορεντζάτος ως ο μόνος άξιος δοκιμιογράφος των τελευταίων χρόνων, εμβριθής γνώστης της γραμματείας μας, επιλεκτικός απλά στις συναναστροφές του, είτε ανθρώπινες είτε κειμενικές.

Το έργο αυτό, νηφάλιος απολογισμός μιας μεστής συγγραφικής ζωής, μας επιτρέπει τη μέθεξη με τον ποιητή και τον καιρό του, μας φέρνει σε οικειότητα με μυθικά πρόσωπα του παρελθόντος που στοιχειώνουν με τρόπο ζωογόνο το παρόν και το μέλλον μας. Είναι από τα βιβλία που δημιουργούν νύξεις για περαιτέρω έρευνα και καλλιεργούν μια δίχως τέλος αγάπη για τη Λογοτεχνία.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.