frear

Για τη συλλογή «Σκάζοντας κρέας» του Πέτρου Γκολίτση – γράφει η Αναστασία Γκίτση

ΣΚΟΝΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΚΑΘΙΣΕ

Τι ματαιότητα να είσαι
αναμιγνύεσαι
με τα υλικά μπροστά στα μούτρα σου
χτυπούν σαν κύματα και σχηματίζεσαι
κοιτάς πώς βγάζεις χέρια ισορροπώντας
στον ψευδοχρόνο που σου δόθηκε
ενώ ολόγυρα
πώς χάσκουν τα σκοτάδια

χάη ασχημάτιστα κοχλάζουνε και εσύ φαντάζεσαι
μορφές
ροές
αρχή
και τέλος
Σκόρπιζε, απάλειφε τα όρια, τις γραμμές
γείωσε –σβήσε– την ανάσα σου
μέσα στο χώμα που διαλύεται
να αιωρηθεί σκόνη αστρική
που κατακάθισε
στο στιγμιαίο κύμα όλου του χρόνου
που σε πέταξε και σε αναίρεσε
–για πάντα– εδώ και τώρα

Ο Πέτρος Γκολίτσης, έχοντας ήδη στις πλάτες του τρεις προσωπικές ποιητικές συλλογές, πρώτη: Η μνήμη του χαρτιού, εκδ. Σαιξπηρικόν 2009, δεύτερη: Το τριβείο του χρόνου, εκδ. Μανδραγόρας 2013, τρίτη: Η σάρκα των προσωρινών, εκδ. Γαβριηλίδης 2015, μας παραδίδει φέτος την τέταρτη ποιητική του συλλογή από τις εκδ. Θράκα με τον τίτλο Σκάζοντας κρέας. Καλλιτεχνεί ο ίδιος το εξώφυλλο, του δίνει τον τίτλο Turning the ghost, μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος πως προέρχεται από την κόρη του Ντύλαν Τομας, της Aeronwy Thomas, ορίζοντας θα λέγαμε εξαρχής το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η έννοια της ύπαρξης.

Και τώρα εδώ
μες στις τροχιές
σπιθίζεις αίμα και κραυγές σε κάτι άφωνο
που σε αναιρεί
σε εξαφανίζει
Και σιγοσβήνεις
άστρο που έσβησε
κομήτης που εχάθη
στίγμα που ακόμη φαίνεται
ενώ δεν είσαι πια εδώ
πια δεν υπάρχεις

Η συλλογή αυτή είναι αδιαμφισβήτητα μια πύλη, ίσως στενή στην αρχή, ίσως δυσνόητη στη συνέχεια της, εξ ολοκλήρου όμως λυτρωτική στην έξοδό της. Μια πύλη που μας οδηγεί σε πολλαπλούς και ποικιλοειδείς κόσμους ή πεδία της ανθρώπινης ύπαρξης και του ανθρώπινου νου. Ο ποιητής κινείται χρόνια τώρα, από την πρώτη του ποιητική συλλογή (2009), και κινείται με άνεση, σε διαφορετικούς κόσμους. Έχει εντρυφήσει στο διαφορετικό και την διαφορετικότητα, έχει περιέλθει ποικιλοτρόπως και ποικιλοχρόνως στις διάφορες εποχές του κόσμου και των εκφάνσεών του και προσπαθεί εναγωνίως να εναρμονίσει στην υπόσταση της ανθρώπινης ύπαρξης και τα παρόντα και τα μελλούμενα. Να περιγράψει στον ενιαίο άνθρωπο και το εδώ και το εγώ που γίνεται ενίοτε εσύ. Στο ποίημα «Τα μάτια σάπιο κρέας», γράφει:

Έτσι, με τα μάτια σάπιο κρέας που είχαμε
αφήναμε το φως να μπει λιγάκι
και τα βουνά χτυπούσαν από μέσα
τις κόρες των ματιών
που ξάφνου ανάβουν
ήλιο στον ήλιο, δύση-ανατολή
ταυτόχρονα και να μετατοπίζεσαι
να αλλάζουν τα νεκρά
τα ζωντανά του κόσμου
Και είσαι εσύ
που με ανάβεις άνθρωπο
και απλώνεις τις πλατείες
λευκές κατάλευκες και να τα καίν’ τα μάτια
καρφίτσες μες στα κρέατα
να ρέουν τα αίματα ποτάμια
να ξεπρήζεσαι
να αδειάζεις να γεμίζεις
τη μία εσύ, άλλοτε εδώ
τώρα εσύ, άρα εγώ
να σκάω −στόλισμα;− στο τίποτα
στη γλίτσα
μες στην βδέλλα

Οι κόσμοι και μεταξύ αυτών ο κόσμος του ποιητή. Ο κόσμος των ανθρώπων που περπατούν πρόσκαιροι και τρεπτοί, μεταβαλλόμενοι πάνω στη σάρκα του. Ο κόσμος του ποιητή που σηματοδοτεί, σχηματοποιεί και σχηματίζει με το σώμα του τον κόσμο.

Ανοίγουνε τα σπλάχνα μας
σπλάχνα του κόσμου ανοιχτά
σφάγια που κρέμονται
ξεχωριστά
πλανήτες και αίμα

Η πολλαπλή έκφανση των πραγμάτων είναι μια έννοια που απασχολεί τον ποιητή καθ’ όλη την συγγραφική του ενασχόληση. Η συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα στα μελλούμενα εντάσσεται στο ευρύτερο κάδρο μιας συγκεκριμένης δυναμικής, της οποίας ο άνθρωπος αποτελεί, ως επί των πλείστων, τον θεατή (χωρίς ωστόσο να το ξέρει). Γράφει:

Κοπέλα μου; Γιατί είσαι θλιμμένη;
Θα ’ρθω με τα παιδιά μου να παίξουμε
να κυλιστούμε στο χώμα σου
να σφάξουμε ζώα
βαθιά μες στις ρίζες σου
βαθύ κόκκινο αίμα να σου δώσουμε
να ετοιμαστούμε από κοινού
για τα μελλούμενα
που δεν θα μας εμπεριέχουν

Αλλού πάλι λέει πως ήρθαν στη Θεσσαλονίκη ο Λουκιανός, ο Παύλος και ο Κικέρων και αποκάλυψαν τα μελλούμενα. Γράφει:

Ήρθαν στην πόλη τούτη
με κάποια χρόνια διαφορά
ο Λουκιανός, ο Παύλος, ο Κικέρων
και κατεβαίνουμε στην αγορά
να δούμε –μες στο φως των άστρων–
πώς θα λάμψουν: οι λόγοι, οι κινήσεις, οι χιτώνες τους
πώς συγκινούν και ανασκαλεύουν τις ψυχές…
δείχνοντας έναν μέλλοντα χωρίς εμάς, για μας
μιλούν κάθε φορά, με λόγια σκοτεινά,
πολύχρωμα άλλοτε και φωτεινά
φτιάχνοντας δρόμους που αυλακώνουν τις ροές…

Αν στην προηγούμενη του συλλογή, τη Σάρκα των προσωρινών, ο Πέτρος Γκολίτσης επισήμανε το φευγαλέο πέρασμα του ανθρώπου από τον κόσμο και το αστραπιαίο ταξίδι του κόσμου από τον γαλαξιακό χάρτη του διαστήματος, σ’ αυτήν την ποιητική συλλογή επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στην προδιαγραμμένη αλληλουχία των πραγμάτων που οδηγούν από το παρελθόν στο παρόν και από εκεί στο επέκεινα. Δεν φλερτάρει ωστόσο με καμία μοιρολατρική συμπεριφορά, τουναντίον θα έλεγα, εκφράζει μια βαθιά φιλοσοφική και θεολογική βεβαιότητα πως τα μελλούμενα δεν ορίζονται εξ ολοκλήρου από τον πεπερασμένο άνθρωπο.

Στην ποίηση του Γκολίτση ο χρόνος δείχνει να διατρέχει την ιστορία διασώζοντας κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Η σχέση του ανθρώπου με τον ίδιο του τον εαυτό προσδιορίζεται από την παρουσία του σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.

Ήτανε φως σαν παραπέτασμα
Το κάνεις πέρα και περνάς
απέναντι
κάτω σου μην κοιτάς
και πίσω σου σκοτάδι
Ήσουν χαρούμενος πολύ που ο χρόνος
σε εμπεριείχε
Τα δάχτυλά σου σχίζει κοφτερός
μετά τα μάτια

Ποιήματα με έντονα θανατοκεντρικό άξονα και αιμόφυρτες εικόνες συνθέτουν το μοτίβο γύρω από το οποίο συσπειρώνεται η βασική ιδέα του ποιητή για τη ζωή, τον άνθρωπο και τον/τους κόσμους. Εξέχουσα θέση έχει η αμφισημία της ζωής, τόσο με τη γενεσιουργό, όσο και με την καταστροφική της υπόσταση. Γράφει:

ενώ όλα είναι ένα
χωρίς μετά και δίχως πριν
εγώ ’μαι εσύ
–και πώς στο τόσο τίποτα επιπλέω;–
πώς μπαίνω μες στο μάτι σου να βρω
το κέντρο σου
και να σε ανατινάξω;
Καθένας κι ένα κέντρο άκεντρο
όλα μαζί μπουρλότο
μικρά μεγάλα φάσματα
νεκρά και ζωντανά
ήλιοι και πέτρες σχηματίζονται ξανά
την ώρα που πεθαίνουν

Δεν είναι βέβαια μόνο το παραπάνω ποίημα στο οποίο υποβόσκει η ανασύσταση της ζωής μέσα από τη διαδικασία του θανάτου. Η διττή όψη της ζωής περιγράφεται από τον ποιητή στην ολότητά της, εν ολίγοις μετατοπίζει τη συνέχειά της σε μεταφυσικό επίπεδο.

Καθηλωμένοι στο ίδιο σημείο
γενιά στη γενιά
−μια ιστορία οστών τα τεκταινόμενα−
και πάλευε
με όσα σου δόθηκαν: τα χέρια σχηματίζονται και αλλάζουν
και −τάχα− γύρευε το στόμα και τον πνεύμονα
που θα γευτεί τη ρίζα
θα φτιάξει τον αέρα
ανοιγοκλείνοντας και φτύνοντας το τόσο χώμα
που σε όρθωσε
λάσπη που σπίθισε και χύθηκε στα έγκατα του κόσμου
ανοιγοκλείνει σαν το στόμα
ζώου ετοιμοθάνατου
που χάσκει
μόλις ψόφησε
και από τα μάτια του πετάγεσαι
σε οστά στηρίζεσαι ορμάς και αστράφτεις

Χρόνος και τόπος, τόπος και άνθρωπος, άνθρωπος και ύλη, ύλη και φως, φως και σκότος, το εγώ, το εσύ, το εμείς σε σχέση με τον κόσμο, η ύπαρξη και η προυπαρξή της, το υπαρκτό και το μεταβαλλόμενο, μια πλούσια γκάμα θεματικών στροβιλισμών. Γέμει η ποίηση του Πέτρου Γκολίτση από ερωτηματικά και όχι απαντήσεις, όπως γίνεται εξάλλου με τη φιλοσοφία ή καλύτερα με την ποίηση.

Εν κατακλείδι, θεωρώ σημαντικό να αναφερθεί πως ο Πέτρος Γκολίτσης με τη συλλογή του αναδεικνύει την ενθαδική στιγμή του ανθρώπου στη διαχρονική της κίνηση μέσα στην τροχιά του χρόνου, ή για να μιλήσω τη γλώσσα του, μέσα στο τριβείο του χρόνου. Διπλώνει και αναδιπλώνει εκ νέου το παρόν και το παρελθόν εξακτινώνοντάς τα στο μέλλον, δίχως να τ’αποχυμώνει από την ιστορική τους χροιά. Τοποθετεί στο κέντρο την ανθρώπινη ύπαρξη στη χρονική της συνέχεια και μετά τον φυσικό θάνατο. Ο ποιητής μας συναναστρέφεται τους νεκρούς σ’ένα διαρκές συνεχώς και το πράττει από την πρώτη του κιόλας ποιητική καταγραφή. Σαν από συνήθεια συναυλίζεται με την χώρα των νεκρών, συνομιλεί σε μεταφυσικό επίπεδο με τα όντα, χρησιμοποιεί τη γλώσσα του άρρητου και καταφάσκει με βεβαιότητα την υποψία πως με τον θάνατο άρχεται εκ νέου ζωή.

Δεν πάω σ’ άλλες κηδείες
–απόκαμα, πώς να στο πω;–
με πρώτη τη δική μου
(και είμαι ακόμη στην αρχή να φανταστείς)
πώς θα παραβρεθώ σε τόσες που έπονται;
και πώς πληθαίνουν οι νεκροί
σώμα σε σώμα πώς στοιβάζονται
και ο ουρανός
κόντρα ουρανός
σύμπαν μέσα σε σύμπαν
όλα αλέθονται
η μόνη λύση
να εξαφανιστώ για να σε βρω
μέσα στην ύλη σου

Οι λέξεις ανατέμνονται, στροβιλίζονται σε ουρανό και χώμα, μπολιάζονται σε νέες μορφές δημιουργίας, αναπλάθονται σε νέα σχήματα ύπαρξης. Άλλοτε τονίζουν το αποτρόπαιο πρόσωπο της καταστροφής, άλλοτε εγκυμονούν το ελπιδοφόρο της αναγέννησης. Οι λέξεις έχουν τοποθετηθεί εκεί που έχει διαλέξει ο ποιητής προκειμένου να δείξει πως ολόκληρο το σύμπαν εμπεριέχει και ουρανό και χώμα, και δαίμονες και προφήτες, και ζωντανούς και νεκρούς, κυρίως ανθρώπους που διαβαίνουν περαστικοί τον χρόνο.

[Πρώτη δημοσίευση του κειμένου, που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 13.04.2017, στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική του Francis Bacon, ο ίδιος εμφανίζεται και στις φωτογραφίες εντός του κειμένου.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly