Καλώς τα δέχτηκες, στο μπαλκόνι μέσα στη ντουλάπα έχουμε γεννητούρια της είπε ο άνδρας της. Όχι δε τα θέλω, θα μας γεμίσουν πάλι ψείρες απάντησε ενοχλημένη. Πέρσι το μπαλκόνι είχε μεταμορφωθεί σε εκκολαπτήριο αγριοπερίστερων. Έξι τον αριθμό. Για μήνες προσπαθούσα ν’ απαλλαχτώ από τις ψείρες τις κουτσουλιές, τα πούπουλα. Θυμήθηκε πόσο όμορφα ήταν. Πώς χαίρονταν να τα βλέπει κάθε πρωί. Πώς τα κλωσούσαν εναλλάξ οι δυο γεννήτορες. Πως ξεμύτισαν μέσα απ’ τ’ αυγό γυμνούλια, αβοήθητα κι ασκημούλικα και πως μεταμορφώθηκαν σιγά σιγά σε πανέμορφα περιστέρια μέχρι που άπλωσαν φτερά και πέταξαν μακριά. Ξανασκέφτηκε για μια στιγμή και τ’ αποφάσισε. Πάρτα τον παρακάλεσε. Μα αυτός της το ξεκαθάρισε, του ήταν αδύνατο να χαλάσει φωλιά με αυγά.

Το βράδυ στις ειδήσεις πάλι πνιγμοί προσφύγων. Οκτώ τον αριθμό και έξι στα τουρκικά παράλια. Φρίκη. Πού να σταθεί ο ξεριζωμένος. Πώς να βρει τόπο να ριζώσει. Πίσω του τρέχει ο θάνατος, μπροστά του φουρτούνες και φράγματα.

Σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε τι να κάνει με τα ζωντανά στο μπαλκόνι, τα ιδιότυπα κατοικίδια που εισέβαλαν με το έτσι θέλω στο σπίτι της. Με το έτσι θέλω αναρωτήθηκε. Τι φταίνε τα κακόμοιρα, κάπου πρέπει να χτίσουν κι αυτά τη φωλιά τους. Ας φρόντιζε τουλάχιστον τη χαλασμένη πόρτα της ντουλάπας της. Βρήκαν χαραμάδα και τρύπωσαν ζωντανά του θεού κι αυτά. Σκέφτηκε να τα κατέβαζε στον ακάλυπτο αλλά δεν ήταν σίγουρη αν θα τα έβρισκαν οι γεννήτορές τους ή αν θα μπορούσαν να επιβιώσουν εκεί κάτω. Οι αδέσποτες γάτες περιφέρονταν πεινασμένες. Σε γλάστρα πάλι δεν είχε κάποια σχετικά μεγάλη που να ήταν άδεια από φυτά όπως πέρσι.

Το πρωί βγήκε στο μπαλκόνι αποφασισμένη να βρει λύση. Μόλις άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας πέταξε τρομαγμένη η αγριοπεριστέρα τρομάζοντας και την ίδια. Τα αυγά έλαμπαν ζωή στο κέντρο της ανεπιτήδευτης φωλιάς. Σε μεγάλο δίλημμα, δεν ήξερε τί να κάνει. Σκάλισε τη ντουλάπα. Βρήκε ένα καλάθι από κρασιά που της είχαν φέρει σε κάποια γιορτή κι ένα παραπεταμένο τσουλάκι. Το έστρωσε στο καλάθι. Σήκωσε προσεκτικά τη φωλιά και την τοποθέτησε πάνω στη μικρή κουρελού. Η αγριοπεριστέρα στο διπλανό μπαλκόνι τριγύριζε ανήσυχη . Έκανε και κάποιες προσπάθειες επίθεσης. Κάτσε καλά της είπε από μέσα της, δε θέλω να βλάψω. Θυμήθηκε τη γιάγια* της, που μιλούσε δυνατά με τα ζωντανά της, τις κατσίκες της -έδιναν γάλα και τυρί στο σπίτι- σα να ήταν άνθρωποι κι αυτά, άλλοτε τα γλυκομιλούσε κι άλλοτε τα μάλωνε όταν της έβγαζαν την πίστη οι αθεόφοβες. Η ίδια δεν τόλμησε να βγάλει φωνή, μη την ακούσουν από δίπλα και την περάσουν για περίπτωση αρχόμενου Αλτσχάιμερ. Συνέχισε να μιλά από μέσα της. Κάτσε καλά της έλεγε της αγριοπεριστέρας, μάνα εσύ μάνα κι εγώ, το ξέρω πως είναι. Σπίτι εσύ, σπίτι κι εγώ και πρέπει να το φροντίσω. Πέρσι μας γεμίσατε ψείρες και κουτσουλιές, τα πούπουλα έρχονταν στα ρουθούνια. Μη με προκαλείς, δε θέλω να βλάψω. Έβαλα τη φωλιά στο καλάθι για να μη μας λερώσετε. Ακόμη μαζεύω κουτσουλιές από πέρσι. Μόλις ξεπεταχτούν τα πουλιά σου δρόμο. Δε σας θέλω άλλο. Άλλωστε δεν είναι μέρος αυτό για πουλιά. Και στο κάτω κάτω είσαι εισβολέας. Δε σε προσκάλεσα δε σου άνοιξα την πόρτα μου. Βρήκες τρύπα και τρούπωσες, όπως έλεγε κάποιος, ιδιότυπη συγκατοίκηση χωρίς προσύμφωνο, ούτε εν κοινή συναινέσει. Είπαμε ισοτιμία, αμοιβαία αποδοχή. Ζωντανό κι εσύ ζωντανό κι εγώ αλλά basta*, όσο μπορούμε.

*γιαγιά
*αρκετά


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]