frear

Το πεφταστέρι – της Μαργαρίτας Σκουμπουρδή

Στάθηκα μπροστά στα φαρδιά σκαλοπάτια της πολυκατοικίας, ψάχνοντας τα κλειδιά στις τσέπες του σακακιού μου. Εκείνη τη στιγμή, ξαφνικά, άνοιξε η μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου και στην άκρη του μπαλκονιού εμφανίστηκε το κεφάλι του πρόσφατα χηρεμένου γείτονα. Ένας μοναχικός και υποχόνδριος εβδομηντάρης, ιδρωμένος, με λίγα, λευκά μαλλιά γύρω στο κρανίο και με στρογγυλά γυαλιά που του γλιστρούσαν στη μύτη. Φώναξε το όνομά μου ζητώντας να ανεβώ στο διαμέρισμά του, μιας και με είχε δει να παρκάρω. Έτσι, ανέβηκα στον πέμπτο.

Το σπίτι του ήταν μικρό, δίχως ελεύθερους χώρους. Δεξιά και αριστερά του μικρού διαδρόμου που οδηγούσε στο καθιστικό σχηματίζονταν στοίβες βιβλίων με εξώφυλλα παλιά, τσακισμένα. Οι πολύχρωμοι, σκασμένοι από υγρασία τοίχοι έδειχναν παλαιότητα. Χρώματα άλλων εποχών ξεπετάγονταν το ένα κάτω από το άλλο ή ακόμα το ένα πάνω από το άλλο, φανερώνοντας εγκατάλειψη.

Στη μέση του καθιστικού ήταν ανοιγμένη μια σκάλα. «Πείτε μου, πώς να σας βοηθήσω;» τον ρώτησα. «Θέλω να βγάλω αυτό το αυτοκόλλητο από την οροφή», μου έδειξε με χέρι τρεμάμενο. Το αυτοκόλλητο ήταν από κείνα τα παιδικά που απορροφούν τον ήλιο και φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Μάλιστα, το συγκεκριμένο είχε σχήμα άστρου. «Είστε ψηλός. Μήπως θα μπορούσατε να ανεβείτε στη σκάλα να το βγάλετε;». «Θα προσπαθήσω», του απάντησα. Ανέβηκα τα πρώτα τρία σκαλιά και στάθηκα όρθιος να το ξεκολλήσω. Εκείνος περιφερόταν δίνοντάς μου οδηγίες. «Πιο δεξιά, λίγο αριστερά… Με δύναμη, μην το φοβάστε». Τόλμησα να τον ρωτήσω γιατί το χρειαζόταν. «Να φωτίζει το βράδυ. Η σύζυγός μου το ήθελε». «Και γιατί επιθυμείτε να το βγάλετε;» ρώτησα κάπως αδιάκριτα. «Δεν χρειάζεται πια», απάντησε κοφτά και με το κεφάλι σκυφτό γύρισε την πλάτη και πήγε προς την κουζίνα. «Τα καταφέρνετε;» συνέχισε αυστηρά σε απόσταση. «Προσπαθώ αλλά δεν βγαίνει. Έχει κολλήσει στο ταβάνι και ίσως φύγει λίγος σοβάς».

Έπειτα από σύντομη σιωπή συνέχισα αλλά δεν μπορούσα να το ξεκολλήσω. «Θα φταίνε οι κόλλες. Ήθελα πολύ να μείνει εκεί, τόσο που χρησιμοποίησα δύο διαφορετικά είδη. Συνεχίστε την προσπάθεια», είπε με παιδικότητα, αλλά και με μια μικρή βεβαιότητα ότι, όσο και να προσπαθούσα, δεν θα γινόταν τίποτα. Εγώ τον κοίταξα θυμωμένος γιατί πραγματικά προσπαθούσα να το βγάλω και, ενώ εκείνος με κοιτούσε σαν ξεμωραμένος, αναρωτιόμουν αν ήθελε να με πειράξει ή, ακόμα χειρότερα, να μου κάνει καψόνι. Κατέβηκα τα σκαλιά με πιασμένο τον αυχένα. «Ώστε δεν μπορέσατε τελικά… Κρίμα!» είπε σαν να απέτυχα σε μιαν απλή άσκηση και με το βλέμμα του με έκοβε από πάνω ώς κάτω. «Μήπως θέλετε τσάι;» «Ω, κύριε Λιάρη, δεν θα καθίσω άλλο», είπα κοιτώντας την ώρα. «Με περιμένουν». Εκείνος ακούμπησε το τσάι του σ’ ένα έπιπλο και με συνόδευσε στην πόρτα.

Το βράδυ, στα σκοτεινά, καθισμένος στην καρέκλα της γυναίκας του και κοιτώντας πού και πού το αυτοκόλλητο που φωσφόριζε, διάβαζε το ημιτελές ποίημά της, «το πεφταστέρι»:

Στα δικά του τα δάχτυλα, μονάχα σ’ εκείνου
λαμπιρίζανε σιγανά μισοσβησμένα τ’ άστρα
σαν μάγος ανέσταινε το ουράνιο λουλούδι.

…έλεγαν οι τελευταίοι στίχοι, και κείνος, αφήνοντας τις σημειώσεις της, άρχισε να βηματίζει προς το αυτοκόλλητο σαν υπνωτισμένος, ψέλνοντας τους στίχους αποσπασματικά. «Στα δικά της… λαμπιρίζανε σιγανά… ουράνιο λουλούδι… Ω Λία! Μόνο εσένα είχα!» τόλμησε αιφνίδια μέσα από τα σφιχτά του χείλη να φωνάξει.

«Είσαι το άστρο της», είπε τσακισμένος. «Εσένα κοιτούσε σιωπηλή», και οι λεκέδες στην οροφή από το ημίφως της πανσελήνου άρχισαν να θυμίζουν σύννεφα. «Μοιάζει με έναστρο ουρανό», του είχε πει μία νύχτα δακρυσμένη· κι άρχισαν τα δάκρυά του να φωτίζουν άστρα. Έβλεπε, σκουπίζοντας με τα χέρια του τα μάτια, πεφταστέρια. Κάθε του δάκρυ, ένα πεφταστέρι! Βροχή από άστρα! Κι η σκιά του χόρευε κάτω από αυτά. Οργίασε ο νους του και το κλάμα έγινε μια σκάλα! Πελώρια, φαρδιά, κι άρχισε ο νους του ν’ ανεβαίνει. Σκαλί-σκαλί, ν’ αγγίξει με τα δάχτυλά του εκείνη. Ω ναι! Εκείνη! Λία! Κι αισθάνθηκε να σπάει σε μικρά κομμάτια, σε αστέρια…

Ξαφνικά χτύπησε το κουδούνι. Ξανά και ξανά.

«Κύριε Λιάρη, παρακαλώ», φώναξα. Εκείνος, ακροβατώντας με αργόσυρτα βήματα, κατευθύνθηκε στην πόρτα. Όταν μου άνοιξε, το πρόσωπό του είχε κάτι το ανατριχιαστικό. Ήταν ωχρός κι αλλόκοσμος· τόσο που ένιωσα τρομάρα, αμηχανία και μετάνοια που του χτύπησα την πόρτα. «Κύριε Λιάρη, με συγχωρείτε που σας διακόπτω. Εδώ η απόδειξη των κοινοχρή…». «Σας ευχαριστώ», είπε κοφτά και μου έκλεισε την πόρτα. «Τι γεροπαράξενος!» μουρμούρισα και κατευθύνθηκα στο διαμέρισμά μου.

Το βράδυ εκείνο, ο Λιάρης δεν κοιμήθηκε.

Το πρωί, ξενυχτισμένος, με αλλαγμένη όμως διάθεση, ανέβηκε στη σκάλα να κολλήσει καλύτερα το αυτοκόλλητο. Πήρε μια σπάτουλα και ξεκίνησε να το πατικώνει στην οροφή σιγά-σιγά. Κι ενώ ισορροπούσε, κάνοντας την τελειωτική κίνηση, έπεσε μαζί με τη σκάλα.

Ο κύριος Λιάρης, ζαλισμένος, κατάφερε και σηκώθηκε από την πτώση. Τα χέρια του λαμπύριζαν ένα παράξενο φως. Κοίταξε ψηλά· το αυτοκόλλητο, γαντζωμένο στο ταβάνι, είχε κρατήσει ένα μέρος δικό του, απαραβίαστο, κι εκείνος παρατηρώντας το μειδίασε.


[Από το βιβλίο Το Σακάκι (Γαβριηλίδης, 2016). Η φωτογραφία είναι της Berenice Abbott.]

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly