Διάβασε όλες τις αγγελίες, σημειώνοντας έναν αστερίσκο δίπλα σε εκείνες για τις οποίες έκρινε ότι θα ήταν σκόπιμο να ασχοληθεί περισσότερο. Όταν τελείωσε διάβασε πάλι με προσοχή εκείνες που είχε επισημάνει και τις κατέταξε σε σειρά σημειώνοντας δίπλα στον αστερίσκο έναν αριθμό. Το πρώτο τηλεφώνημα έγινε για την αγγελία με τον αριθμό ένα αλλά το δωμάτιο είχε ήδη ενοικιαστεί. Την ίδια απάντηση πήρε από τις αγγελίες δύο και τρία, ενώ στην τέσσερα δεν του απάντησε κανείς. Στο επόμενο τηλεφώνημα άκουσε την φωνή μια γυναίκας, η οποία του έδωσε με εξαιρετική προθυμία τις πληροφορίες που της ζήτησε και κρίνοντας ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του, την ρώτησε πότε θα μπορούσε να δει το δωμάτιο. Του απάντησε ότι μπορούσε και εκείνη την στιγμή αν ήθελε. Γνώριζε τον δρόμο στον οποίο βρίσκονταν το διαμέρισμα και εκτίμησε ότι με το λεωφορείο θα έφθανε εκεί σε λιγότερο από μισή ώρα. Την ευχαρίστησε και της είπε ότι θα ξεκινούσε αμέσως. Από τη φωνή της είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι ήταν ηλικιωμένη, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη συμβίωσή τους, αφού θεωρούσε ότι οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας είχαν μια σειρά από ιδιαιτερότητες που θα μπορούσαν να γίνουν η αιτία για αρκετές προστριβές. Όμως οι επιλογές που είχε ήταν εξαιρετικά περιορισμένες και έτσι έκρινε ότι δεν είχε τίποτε να χάσει από μια επίσκεψη στο διαμέρισμα για να δει το δωμάτιο αλλά και για να γνωρίσει την ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια. Εύχονταν σε όλη τη διαδρομή να του φανεί συμπαθής ώστε, με την προϋπόθεση φυσικά ότι και το δωμάτιο θα εκπλήρωνε τις απαιτήσεις του, να τελειώσει η διαδικασία της αναζήτησης που τόσο τον είχε ταλαιπωρήσει τις τελευταίες μέρες. Την ώρα εκείνη οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι και έφθασε στον προορισμό του νωρίτερα από ότι είχε υπολογίσει. Θυμόταν την περιοχή αρκετά καλά παρότι είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από τότε που είχε βρεθεί εκεί για τελευταία φορά. Ήταν όπως την θυμόταν. Ήσυχη με φαρδείς δρόμους και χαμηλά κτίρια. Εντόπισε το σπίτι που έψαχνε και πριν χτυπήσει το κουδούνι το περιεργάστηκε προσεκτικά. Ήταν ένα σχεδόν ισόγειο κτίσμα που δεν το χώριζαν από έδαφος περισσότερα από τέσσερα σκαλοπάτια. Ήταν τοποθετημένο ακριβώς στο κέντρο ενός μάλλον μικρού οικοπέδου που το περιέβαλε μια χαμηλή περίφραξη που με δυσκολία την διέκρινε γιατί την έκρυβαν οι πυκνοί θάμνοι που είχαν απλωθεί επάνω της. Τόσο το σπίτι όσο και ο κήπος ήταν περιποιημένα και έτσι χτύπησε το κουδούνι με την ευχή να του φανεί συμπαθητική και η ιδιοκτήτρια και να πάρει έτσι την απόφαση να ενοικιάσει το δωμάτιο. Όταν είδε την ιδιοκτήτρια κατάλαβε πως δεν είχε κάνει λάθος στην εκτίμησή του ότι επρόκειτο για μια ηλικιωμένη γυναίκα. Μάλιστα του φάνηκε ακόμη μεγαλύτερη από ότι είχε εκτιμήσει. Ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα που τον υποδέχθηκε με εξαιρετική ευγένεια γεγονός που την έκανε αμέσως συμπαθή. Τον οδήγησε στο σαλόνι και του είπε να καθίσει.

-Υποθέτω ότι θα είστε ταλαιπωρημένος εξαιτίας της ζέστης. Είναι κυριολεκτικά αφόρητη τις τελευταίες μέρες. Ξεκουραστείτε για λίγο και στη συνέχεια θα έχουμε όλο το χρόνο για να δείτε το δωμάτιο. Φαντάζομαι ότι δεν θα έχετε αντίρρηση να σας προσφέρω ένα αναψυκτικό.

Την ευχαρίστησε αλλά της είπε ότι ένα ποτήρι με κρύο νερό θα ήταν αρκετό. Όταν έμεινε μόνος άρχισε να περιεργάζεται ότι υπήρχε στο σαλόνι. Παρατήρησε με ικανοποίηση ότι όλα τα έπιπλα παρότι ήταν παλιά έδειχναν καλό γούστο και ήταν σε πολύ καλή κατάσταση. Οι τοίχοι ήταν φρεσκοβαμμένοι και τα δύο φωτιστικά που κρέμονταν από την οροφή έκρινε ότι ταίριαζαν αρμονικά με υπόλοιπη επίπλωση. Σκέφθηκε ότι μπορούσε βάσιμα να ελπίζει ότι και το δωμάτιο δεν θα τον απογοήτευε. Η ιδιοκτήτρια δεν είχε επιστρέψει ακόμη από την κουζίνα και έτσι είχε τον χρόνο να περιεργαστεί ακόμη μια φορά τον χώρο. Παρατήρησε τότε σε μια γωνία μια βιβλιοθήκη. Ήταν ένα μάλλον μικρό έπιπλο για το οποίο υπολόγισε ότι δεν ξεπερνούσε σε ύψος το ενάμιση μέτρο και σε πλάτος τα εξήντα εκατοστά Τα τέσσερα ράφια της ήταν γεμάτα με βιβλία. Προσπάθησε να διαβάσει από το σημείο που βρίσκονταν κάποιους από τους τίτλους τους αλλά δεν τα κατάφερε γιατί το φως δεν ήταν αρκετό. Ήταν έτοιμος να σηκωθεί και πλησιάσει την βιβλιοθήκη όταν άνοιξε η πόρτα και εμφανίσθηκε η ιδιοκτήτρια κρατώντας ένα δίσκο με ένα ποτήρι νερό.

-Συγχωρήστε με για την αργοπορία, αλλά είμαι πια αρκετά μεγάλη ακόμη και για να κάνω τα πιο απλά πράγματα.

Την στιγμή που του πρόσφερε το ποτήρι του είπε:
-Αν κρίνω από την ηλικία σας πρέπει να είστε φοιτητής.

Της απάντησε ότι δεν έκανε λάθος. Αφού ήπιε το νερό και την ευχαρίστησε της είπε:
-Νομίζω ότι τώρα είμαι έτοιμος. Θα μου δείξετε το δωμάτιο;

Η γυναίκα βιάσθηκε, όσο μπορούσε, να τον οδηγήσει μέσα από έναν διάδρομο σε μια πόρτα, που αφού την άνοιξε, του έκανε νεύμα να περάσει. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με ένα διπλό κρεβάτι και ένα γραφείο σε μια γωνία. Από το παράθυρο έβλεπε τον κήπο και τους θάμνους της περίφραξης που έκρυβαν τον δρόμο. Με ικανοποίηση διαπίστωσε ότι επιβεβαιώθηκαν οι προσδοκίες που προέκυψαν από την σύντομη παραμονή του στο σαλόνι.

-Το δωμάτιο με ικανοποιεί απόλυτα αλλά και το υπόλοιπο σπίτι, εννοώ βέβαια το τμήμα του που πρόλαβα να δω, πρέπει να σας πω ότι το βρίσκω κάτι περισσότερο από καλό. Ωστόσο θα ήθελα να μου δώσετε μερικές ώρες για να πάρω την απόφασή μου χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

Η γυναίκα του απάντησε ότι αν ήταν απαραίτητο μπορούσε να περιμένει όχι μόνο μερικές ώρες αλλά και μέρες και στη συνέχεια τον οδήγησε προς την εξώπορτα. Όταν διέσχιζαν το σαλόνι το βλέμμα του έπεσε πάλι πάνω στη μικρή βιβλιοθήκη.

-Βλέπω ότι από το σπίτι σας δεν λείπει η βιβλιοθήκη της είπε κάνοντας προσπάθεια να δώσει έναν επαινετικό τόνο στη φωνή του.
-Και μάλιστα είναι γεμάτη από βιβλία. Μπορώ να συμπεράνω ότι σας αρέσει να διαβάζετε.

Γύρισε προς το μέρος του και τον κοίταξε στα μάτια. Έμεινε για ένα μικρό διάστημα, τόσο που ήταν αρκετό για να νοιώσει αμήχανος, σιωπηλή και στη συνέχεια του είπε:
-Στη βιβλιοθήκη δεν υπάρχουν βιβλία. Εδώ και ένα περίπου χρόνο είναι άδεια.

Διαπίστωσε έκπληκτος ότι η αποφασιστικότητα και η ηρεμία που υπήρχαν στο βλέμμα της, τον απέτρεψαν να διατυπώσει την οποιαδήποτε αντίρρηση σε κάτι που προφανώς δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ένοιωσε την επιθυμία να την πιάσει από τους ώμους και αργά να την στρέψει προς την βιβλιοθήκη για να της δείξει τα δεκάδες βιβλία που ήταν στριμωγμένα στα ράφια της. Δεν πρόλαβε να διαπιστώσει αν είναι ικανός να το κάνει γιατί εκείνη τη στιγμή συνέχισε να μιλάει:

-Τα βιβλία που υπήρχαν εκεί ήταν αυτά που είχε διαβάσει ο άνδρας μου. Πέθανε πριν από ένα χρόνο και τότε εξαφανίστηκαν και τα βιβλία. Το σπίτι το επόμενο διάστημα, πριν από τη κηδεία και λίγο μετά, ήταν γεμάτο από συγγενείς και γνωστούς. Στη συνέχεια έλειψα για ένα περίπου μήνα και ένας ανεψιός μου φρόντισε να γίνουν κάποιες επεμβάσεις στο σπίτι. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη.

Όση ώρα του μιλούσε τον κοίταζε με ένα τρόπο που δεν επέτρεπε την έκφραση της παραμικρής αντίρρησης. Έτσι όταν τελείωσε την χαιρέτησε και έφυγε χωρίς να πει τίποτε περισσότερο. Στη διάρκεια της επιστροφής σκέφτονταν συνεχώς την τελευταία συνομιλία τους. Το αίσθημα ανακούφισης που ένοιωσε, διαπιστώνοντας ότι είχε βρει ένα δωμάτιο όπως το επιθυμούσε, το διατάρασσαν πλέον σοβαρές αμφιβολίες για τη επιλογή του. Όλες εκείνες οι συγκεχυμένες αναστολές δεν άργησαν να αποκρυσταλλωθούν σε ένα εξαιρετικά δυσάρεστο ενδεχόμενο. Μετά από ένα διάστημα, του οποίου την διάρκεια δεν μπορούσε να γνωρίζει, ήταν πιθανό να συγκατοικεί με μια γριά η οποία θα είχε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Η σχέση τους θα ήταν αδύνατον να περιορισθεί σε μια απλή επίδοση του ενοικίου μία φορά το μήνα. Ήταν αναπόφευκτο να προκύψουν μια σειρά υποθέσεων για τις οποίες θα έπρεπε να συνεννοηθεί μαζί της. Το πιο πιθανό ήταν τέτοια ανάγκη να προκύπτει σπάνια αλλά και σε αυτή τη περίπτωση δεν μπορούσε να προβλέψει τις επιπλοκές που θα εμφανίζονταν. Αυτές οι σκέψεις εναλλάσσονταν με την εικόνα του σπιτιού και την συμπαθητική όψη της γυναίκας όπως και την παράλογη επιμονή της, που αντί να τον εκνευρίσει συνέχιζε ακόμη και τώρα να του αφήνει μια διάθεση ευθυμίας. Η ανάμνηση του σπιτιού του δημιουργούσε μια αίσθηση γαλήνης, την βεβαιότητα ότι είχε βρει ένα καταφύγιο. Η ιδιαιτερότητα αυτής της γυναίκας τον υποχρέωνε να περιορίσει τη σχέση τους σε ότι ήταν εντελώς απαραίτητο, κάτι που σε τελευταία ανάλυση δεν του προκαλούσε καμία ενόχληση. Και πιθανόν να το ήθελε… Όταν ξύπνησε από έναν σύντομο μεσημεριανό ύπνο, η πρώτη σκέψη που έκανε είχε σχέση με το δίλημμα που είχε προκύψει από την πρωινή του επίσκεψη και το οποίο τον απασχόλησε σχεδόν χωρίς καμία διακοπή μέχρι το βράδυ, οπότε και πήρε την τελική του απόφαση.

Η διαμονή του εξελίχθηκε τελικά καλύτερα από ότι υπολόγιζε. Η περιοχή ήταν εξαιρετικά ήσυχη και στο σπίτι είχε συνήθως την αίσθηση ότι είναι εντελώς μόνος. Μετά το δικό του δωμάτιο υπήρχε ακόμη ένα, στο οποίο δεν κατοικούσε κανείς. Ο διάδρομος κατέληγε στη πόρτα του δωματίου που χρησιμοποιούσε η ιδιοκτήτρια. Τις πόρτες των δωματίων τους χώριζαν δηλαδή μόνο μερικά μέτρα αλλά παρόλα αυτά δεν είχε ακούσει ποτέ ομιλίες η έστω κάποιο θόρυβο να έρχεται από εκεί. Μερικές φορές όταν έβγαινε από το δωμάτιό του έμενε ακίνητος, προσπαθώντας να εντοπίσει κάποιον ήχο από την κατεύθυνση του δωματίου της χωρίς να τα καταφέρει ποτέ. Στην αρχή του μήνα, όταν θα την αναζητούσε για να της δώσει το ενοίκιο, την έβρισκε συνήθως να κάθεται στο σαλόνι, κάτι που θεώρησε ότι δεν ήταν τυχαίο. Και αυτό γιατί ακολουθούσε ένα μεγάλο διάστημα μέχρι την αρχή του επόμενου μήνα, που οι συναντήσεις τους, αν συνέβαιναν, ήταν εξαιρετικά σπάνιες. Μετά τις πρώτες εβδομάδες είχε την αίσθηση ότι ολόκληρο το σπίτι βρίσκονταν αποκλειστικά στη διάθεσή του, ότι είναι ο μοναδικός ένοικος που μπορούσε να κάνει ότι ήθελε χωρίς να τον ενοχλήσει κανείς.

Όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει έβγαινε να περπατήσει στους γειτονικούς δρόμους, οι οποίοι αν την ημέρα δεν ήταν πολυσύχναστοι, μόλις νύχτωνε ερήμωναν σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτός ο περίπατος του έγινε μετά τους πρώτους μήνες απαραίτητος και περιόρισε τις νυχτερινές καθόδους του στο κέντρο της πόλης μόνο όταν ήταν εντελώς απαραίτητο. Όταν επέστρεφε στο σπίτι κοιτούσε πάντοτε το παράθυρο του δωματίου της. Τις περισσότερες φορές τα παντζούρια ήταν κλειστά και το φως αναμμένο. Ένοιωθε την επιθυμία να μάθει ποιες ήταν οι ασχολίες της τις ώρες που έμενε κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο. Αν δεν είχε το φως αναμμένο θα έκανε τη σκέψη ότι κοιμάται, κάτι που τώρα όμως έπρεπε να αποκλείσει. Αρκετές φορές εγκατέλειπε το δωμάτιό του και πήγαινε στο σαλόνι για να συνεχίσει εκεί να διαβάζει η για να ξεκουραστεί, μένοντας μέσα στο σκοτάδι ακίνητος και σιωπηλός, μισοξαπλωμένος σε κάποιον από τους καναπέδες. Την τηλεόραση την άνοιγε σπάνια και πάντα με χαμηλή την ένταση της φωνής γιατί δεν ήθελε να την ενοχλήσει. Μια φορά που είχε δει φως στο δωμάτιό της, έκανε τη σκέψη ότι αν δυνάμωνε την ένταση θα την υποχρέωνε ίσως να εμφανισθεί. Η για καθίσει μαζί του η έστω και για να του δείξει την ενόχλησή της, αλλά δεν συνέβη τελικά τίποτε από τα δύο. Κάθε φορά που πήγαινε στο σαλόνι έρχονταν αντιμέτωπος με τη μικρή βιβλιοθήκη, χωρίς ωστόσο να φέρει ποτέ στο μυαλό του τη συζήτηση που είχε με την ιδιοκτήτρια για το περιεχόμενό της. Μια συζήτηση που θα μπορούσε να έχει γίνει η αιτία, να μην ενοικιάσει το δωμάτιο. Ένα απόγευμα λίγο πριν σκοτεινιάσει ολοκληρωτικά είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα που βρίσκονταν ακριβώς απέναντί της. Το βλέμμα του, αδιάφορο στην αρχή, περιεργάστηκε το περιεχόμενό της. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα θα είχε στραφεί σε κάποιο άλλο σημείο αν δεν είχε παρατηρήσει ένα μικρό κενό ανάμεσα στα βιβλία. Αντίκριζε τη βιβλιοθήκη καθημερινά και θυμόταν πολύ καλά πως όλα τα ράφια της ήταν γεμάτα χωρίς να αφήνουν χώρο ανάμεσά τους. Πλησίασε την βιβλιοθήκη και έβαλε το χέρι του εκεί που είχε εντοπίσει το κενό. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι έλειπε ένα βιβλίο. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να το έχει πάρει και τότε έφερε στο μυαλό του, για πρώτη φορά από τότε που είχε εγκατασταθεί εκεί, τη συζήτηση που είχε με την ιδιοκτήτρια για το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης.

-Να λοιπόν που πήρε από τη βιβλιοθήκη κάτι που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει σκέφθηκε χαμογελώντας.

Στη συνέχεια έκανε τη σκέψη ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχει πάρει το βιβλίο κάποιος άλλος αν και ήταν εξαιρετικά απίθανο. Η διαπίστωση που έκανε εκείνο το απόγευμα, είχε σαν αποτέλεσμα να μεγαλώσει η περιέργειά του για το τι έκανε όλες εκείνες τις ώρες που περνούσε κλεισμένη στο δωμάτιό της. Μετά από μερικές μέρες την ώρα που επέστρεψε στο σπίτι, είδε την πόρτα του δωματίου της μισάνοιχτη. Άκουσε ταυτόχρονα και τον θόρυβο από τα βήματά της και έτσι βέβαιος ότι δεν κοιμάται αποφάσισε να πάει να την χαιρετήσει. Του ανταπέδωσε χαμογελαστή τον χαιρετισμό και τον κάλεσε να περάσει μέσα. Παρατήρησε τότε ένα βιβλίο ανοιγμένο επάνω στο κρεβάτι της. Δεν έκανε κανένα σχόλιο και αφού συζήτησαν για μερικά λεπτά της είπε ότι ένοιωθε κουρασμένος και την αποχαιρέτησε για να πάει στο δωμάτιό του.

Από τότε καθημερινά έλεγχε τη βιβλιοθήκη και έτσι μετά από μερικές μέρες διαπίστωσε ότι το κενό που είχε εντοπίσει ανάμεσα στα βιβλία είχε εξαφανιστεί για να εμφανιστεί όμως σε ένα άλλο σημείο της βιβλιοθήκης. Προφανώς ένα βιβλίο είχε τοποθετηθεί και πάλι στη θέση του για να αφαιρεθεί ένα άλλο. Αποφάσισε τότε να αποτυπώσει το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης σε ένα σκαρίφημα που σχεδίασε σε ένα φύλλο χαρτιού. Μετά από ένα διάστημα είχε αποτυπωθεί σχεδόν με ακρίβεια και στη μνήμη του. Γνώριζε με αυτόν τον τρόπο την ακριβή θέση κάθε βιβλίου. Έτσι κάθε φορά που εμφανίζονταν ένα κενό στη βιβλιοθήκη ήξερε σε ποιο βιβλίο αντιστοιχεί και κατά συνέπεια μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς διαβάζει κάθε φορά η ηλικιωμένη συγκάτοικός του.

Είχαν περάσει περισσότερα από δύο χρόνια όταν ήλθε η στιγμή να εγκαταλείψει την πόλη και άρα και το δωμάτιό του. Μία εβδομάδα πριν από την καθορισμένη ημερομηνία της μετακόμισης συναντήθηκε στο σαλόνι με την ιδιοκτήτρια.

-Λυπάμαι τόσο που θα φύγετε του είπε με ένα θλιμμένο ύφος που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την ειλικρίνειά της.

Της χαμογέλασε και της είπε
-Πιστέψτε με ότι ακριβώς έτσι νοιώθω και εγώ.

Κάθισαν ταυτόχρονα σα να ήταν συνενοημένοι ο ένας απέναντι στον άλλον και συζήτησαν για μερικά λεπτά. Τον ρώτησε για τα μελλοντικά του σχέδια, για το που είχε αποφασίσει να ζήσει και για την δουλειά που είχε επιλέξει. Της απάντησε και ύστερα έμειναν και οι δύο σιωπηλοί. Απέναντί του και πίσω της βρίσκονταν η βιβλιοθήκη. Το περιεχόμενό της το είχε διαβάσει ολόκληρο αυτά τα δύο χρόνια και εδώ και μερικές εβδομάδες δεν εμφανίζονταν κανένα κενό.

-Την πρώτη μέρα που είχα έρθει εδώ είχα κάνει ένα σχόλιο για το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης και μου είχατε απαντήσει ότι ήταν άδεια.

Έκανε μια μικρή παύση διστάζοντας να συνεχίσει, γιατί ουσιαστικά θα ομολογούσε ότι παρακολουθούσε κάποια από τις ασχολίες της, στο τέλος όμως η περιέργειά του αποδείχθηκε αρκετά ισχυρή και της είπε:

-Και όμως αυτά τα δύο χρόνια διαβάσατε ολόκληρο το περιεχόμενό της.

Του απάντησε με το ίδιο εκείνο αποφασιστικό ύφος με το οποίο πριν δύο χρόνια είχε κάνει εκείνη τη περίεργη διαπίστωση για το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης.

-Μα η βιβλιοθήκη τότε ήταν πραγματικά άδεια. Δεν υπήρχε τίποτε στα ράφια της. Όλα αυτά τα βιβλία που βλέπετε τώρα, εμφανίσθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι τα δικά μου βιβλία, του είπε τονίζοντας την τελευταία φράση της.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.