frear

Μικρές Βιογραφίες – του Απόστολου Θηβαίου

Έκανε το
τελευταίο βήμα
δίχως σπασμό

Η δις Κράκυ ζει στο Σικάγο. Διανύει ήδη την έβδομη δεκαετία της ζωής της. Μα διαθέτει ένα λαμπερό πρόσωπο και ο κόσμος μιλά με αγάπη γι’ αυτήν. Συστήνεται δις, όπως τον παλιό, καλό, αμερικάνικο καιρό. Η συντροφιά της είναι μονάχα τα ασπρόμαυρα, ιταλικά φιλμ. Θυμάται όλες τις σκηνές και πάνω στην κουβέντα φέρνει παραδείγματα χαρακτήρων που έπλασε ο Παζολίνι. Θαυμάζει τις αντοχές αυτών των ανθρώπων και τους νιώθει αληθινούς, σχεδόν σαν εκείνη, με ίδια μοίρα, ίδιο πεπρωμένο.

Εμφανίστηκε σε όλα τα φημισμένα θέατρα του κόσμου. Όμως διάλεξε αυτή τη γωνιά της πολύβουης πολιτείας για το τέλος. Εδώ ο χειμώνας κρατά περισσότερο και η δις Κράκυ μοιάζει με τις νεράιδες του χιονιού όταν φτιάχνουν διανύσματα από όνειρα και μύθους. Περπατά κάθε πρωί, μ’ όλους τους καιρούς, χαιρετάει τους ανθρώπους της αγοράς που την γνωρίζουν με το μικρό της όνομα και πάντα της προσφέρουν κυκλάμινα και τουλίπες. Εκείνη τους ευχαριστεί, μιλά χαμηλόφωνα και συνεχίζει ευτυχισμένη.

1961, Ρώμη, ανταπόκριση καλλιτεχνικού ρεπορτάζ
Το τσίρκο Μοντερνάτζιο, ένα ολοκληρωμένο σύνολο από πρώην αθλητές και εξαίρετους ηθοποιούς εκέρδισε το ρωμαϊκό κοινό. Επικίνδυνα ακροβατικά πολλά μέτρα πάνω απ’ την πλατεία, άνθρωποι με λογής ταλέντα που γεννούν την έκπληξη, ξέφρενοι ίπποι σαν τον πίνακα του Σαγκάλ. Στο μέσον της παράστασης, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, μ’ όλο το φως συγκεντρωμένο επάνω της απαγγέλλει μερικά ποιήματα. Όλα τα γυάλινα θέατρα του κόσμου σωριάζονται στην ομορφιά της φωνής της. Και είναι βέβαιο πως η δις Κράκυ, όπως συστήνεται, σύντομα θα μονοπωλήσει το θεατρικό στερέωμα με την ανόθευτη υποβλητικότητα της ικανότητάς της.
Ο δήμαρχος δήλωσε πως παρόμοια θεάματα θα φιλοξενηθούν στην ιταλική πρωτεύουσα, στοχεύοντας στον εμπλουτισμό των πολιτιστικών προϊόντων που παρέχονται στο λαό. Αυτό το τελευταίο τονίστηκε με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα απ’ το ακροατήριο.

Σχεδόν μισό αιώνα τώρα η δις Κράκυ κάθεται εμπρός στον καθρέφτη και απαγγέλει όλους τους μεγάλους ρόλους της. Η καρδιά της σκίζεται, τα τραγούδια την πονούν μα αν χαθεί εκείνο που μας κρατά μπορούμε να γίνουμε παρανάλωμα, κάτι από άνεμο αρχαίο, λέει και δίνεται στην μάχη της δίχως αμφιβολία. Δεν φοβάται τους καθρέφτες η δις Κράκυ. Γιατί όσα την συνθέτουν κατοικούν πολύ βαθιά μέσα της και είναι από φως. Καμιά φορά τ’ απογεύματα αγκαλιάζει τις φωνές των παιδιών και αφήνει πνοές απ’ την πόλη να αλλάξουν το δέρμα της. Τότε είναι σημαία, στίχος στη διαπασών της μέρας που πεθαίνει.

Χριστούγεννα του 1974, Παρίσι, δημοφιλή,
Η δις Κράκυ φιλοξενήθηκε για τρεις παραστάσεις στις εγκαταστάσεις του θεάτρου Μαρσέλ. Όπως ήταν φυσικό έκανε πάταγο και οι εμφανίσεις της θα συζητιούνται για καιρό. Στο μονόπρακτο που παρουσίασε η ίδια υποδύθηκε έναν δραματικό χαρακτήρα δίχως σκηνικά. Κάθε τόσο κάποιοι που υποδύονταν τους τεχνικούς έρχονταν στη σκηνή, δίχως να νοιάζονται για την δις Κράκυ που γινόταν κομμάτια εκεί μπροστά στα μάτια ενός έκπληκτου κοινού. Η πίκρα, το όνειρο, ο τρόπος που συλλάβιζε ένα προς ένα τα ονόματα των φίλων της, όσα ανθρώπινα μας εμπιστεύτηκε εκείνες τις τρεις νύχτες θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στην καρδιά μας. Ντυμένη μ’ ένα μαύρο φουστάνι, ήταν όλη και όλη ένα πρόσωπο. Ο κόσμος και οι δυνατότητές του, το αίσθημα που γυρεύει εδώ και χρόνια την καλύτερη διατύπωσή του καθρεφτίστηκαν σαν θαύμα στην πλατεία. Σε κάθε φινάλε εκείνη μάζευε τον ευατό της, κρυβόταν ξανά στο κούφωμα της μοναξιάς της, υποκλινόταν μ’ όλο το σεβασμό του κόσμου και αποχωρούσε. Το κοινό την ζητούσε όμως η δις Κράκυ ήταν κιόλας μακρινό σημάδι στο βάθος της μεγάλης λεωφόρου. Η γαλλική πρωτεύουσα την ευχαριστεί για το δώρο της και της εύχεται κάθε επιτυχία σε μια ήδη σπουδαία καριέρα.

Στην φωτογραφία διακρίνεται κάτι απ’ το παλιό σπίτι. Είναι όλοι εκεί. Θυμάται τα ονόματά τους, αγγίζει τρυφερά τα σβησμένα τους πρόσωπα, τονίζει ξανά με το μολύβι τα θεμελιώδη στοιχεία εκείνης της τοιχογραφίας. Φαντάζεται τον εαυτό της σε μια ομίχλη, όπως εκείνες που κρύβουν τις πολιτείες. Στο βάθος διακρίνει όλα τα πρόσωπα που αγάπησε. Απλώνει τα χέρια της και κάθε τέτοια νύχτα νιώθει πως φθάνει πιο κοντά σ’ εκείνες τις σημασίες. Ο κεραυνός, δις Κράκυ ζει μες στα νεύρα, αρκεί μια αφορμή και όλο το απόθεμα της νιότης που μας κρατά θα φέρει ξανά την ιδέα μιας άνοιξης. Ο κεραυνός δις Κράκυ. Μέσα σας.

Σικάγο, 1990,
Πείτε μου, ποιος υπήρξε ο αγαπημένος σας ρόλος; Οι φίλοι, (απευθύνεται στο κοινό, με απολογητικό ύφος), θα θεωρήσουν κλισέ την ερώτηση, ωστόσο (στρέφει ξανά το βλέμμα του σ’ εκείνη) θεωρείστε την μια προσωπική, μια δική μου επιθυμία. (χαμογελά ευγενικά, εκείνη ανταποδίδει). 
Μετά τη Ρώμη, για λίγο καιρό επισκεφτήκαμε την Αθήνα. Ήταν αρχές καλοκαιριού όταν φθάσαμε σ’ έναν ανοιχτό χώρο κάπου κοντά στην Ελευσίνα. Οι άνθρωποι του θεάτρου στεγάστηκαν σε κάτι παλιά τολ του στρατού που είχαν ξεμείνει. Η ζέστη ήταν τρομερή, όμως το ενοίκιο εξαιρετικά φθηνό και η ζωή δύσκολη. Σ’ εκείνη την παράσταση, λοιπόν υποδύθηκα ένα σωρό ποιητές και μια ατέλειωτη σειρά από ρόλους. Ήμουν πολύ νέα όμως είχα ήδη διαβάσει τα πιο σπουδαία έργα. Και είχα ανακαλύψει τους ρόλους που θα φιλοδοξούσα μερικά χρόνια μετά. Εκεί διάβασα για την Αντιγόνη. Γνωρίζετε γι’ αυτήν; Οι περισσότεροι δεν έχουν την παραμικρή υποψία για τη θυσία της. Όσοι την έχουν κάπου ακούσει κρατούν για εκείνη μια αρχαία σημασία, κάπως αδυνατισμένη πια για τους έξαλλους καιρούς μας. Όμως, για μένα εκείνο το κορίτσι ήταν μια αποκάλυψη. Η πίστη, το φέρσιμό της, οι άγριοι καιροί που της ζητήθηκε να ζήσει, η εξορία της που μοιάζει με τους καθενός μας, δεν νομίζετε; Εκείνη τη νύχτα στο τέλος των γνωστών μονολόγων μου και αφού το κοινό είχε εκφράσει με κάθε τρόπο την ικανοποίησή του, είπα μερικά λόγια απ΄την φωνή της Αντιγόνης. Όλοι σώπασαν και μες στο θέατρο, ‒το θυμάμαι καθαρά, να δείτε πώς τρέμουν τα χέρια μου‒, φτερούγισε μια παλιά δόξα, μια αίσθηση που αψηφά όλη αυτή τη ζωή, τις πτυχές της, τη δουλειά που επιλέγουμε, τους έρωτες που μας σημαδεύουν, την καριέρα μας. Την άλλη μέρα ξύπνησα και είδα τη θάλασσα με τα πλοία μετέωρα, λίγο πάνω απ΄τα νερά. Και είπα πως είναι ευτυχία και μοναξιά όλος αυτός ο ουρανός και ψιθύρισα ξανά τα ποιήματα που μέχρι σήμερα με κράτησαν ζωντανή.

Σήμερα, νιώθει κουρασμένη. Περισσότερο απ’ τις άλλες φορές. Δεν θα βγει. Ο καιρός γαλήνεψε, από εδω και πέρα όλα θα είναι καλύτερα. Μια απ’ αυτές τις μέρες θα κατέβει στην αγορά. Και ούτε στον καθρέφτη θέλει να σταθεί, αφού τίποτε να πει δεν έχει. Θα ήθελε να είναι κιόλας απόγευμα. Θα ήθελε τις φωνές των παιδιών που βουτούν στο φως από φανταστικούς μόλους, θα ήθελε εκείνη την ευτυχία τώρα και για πάντα. Θα περιμένει. Τ’ αποφάσισε, θ’ ανοίξει τα παράθυρα, να πλημμυρίσει ελπίδα και φως, όπως τότε στο Βερολίνο, σε μια φωτογραφία από ήλιο. Και όταν τα παιδιά φανούν, με το δειλό χαμόγελο εκείνων που κάτι απερίγραπτο εκπλήρωσαν θα ντυθεί κάθε ομορφιά αυτού του κόσμου. Δεν είναι πλάνη τα ποιήματα, είναι φωνές χαμένων φίλων, είναι λάμψεις και πυροτεχνήματα μες στα μάτια σου. Είναι η ζεστασιά και η μουσική που υπάρχει έξω και πέρα απ’ όσα νιώσαμε ποτέ. Είναι το τελευταίο ιδανικό που καλούμαστε να σώσουμε, είσαι εσύ, γυμνή και όμορφη, στη δύση του παλιού αιώνα, μεθυσμένη να υπόσχεσαι τα πάντα και το τίποτε.

Καλιφορνέζικη σιέρρα, 1990, πρώτοι μήνες της άνοιξης,
Η δις Κράκυ ετάφη σήμερα πλάι στη θάλασσα, όπως το ζήτησε. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε στενό κύκλο. Οι λιγοστοί της φίλοι, ένας δυο συνεργάτες, οι φίλοι απ’ τη γειτονιά που την αποχαιρέτησαν με τα πιο ειλικρινή δάκρυα ήταν όλη και όλη η τελευταία της πλατεία. Το μέτωπό της κοιτά στη θάλασσα, είπε κάποιος και αυτή ήταν η μεγαλύτερη παρηγοριά για την άδεια μας ζωή. Στο σταυρό που τη συντροφεύει δεν υπάρχει τ’ όνομά της. Όλοι της οι ρόλοι δίχως χρονολογίες, χαράκτηκαν πάνω στο μάρμαρο και κάπως έτσι η δις Κράκυ πέρασε σαν βροχή, πίσω απ’ τα φώτα του θεάτρου.Ακολούθησε μια μικρή συγκέντρωση όπου οι φίλοι χαιρετήθηκαν και ξαναχάθηκαν, περιμένοντας μια άλλη αφορμή για να σμίξουν. Η πόλη είναι αδυσώπητη και οι άνθρωποι μακραίνουν. Αυτός ο κόσμος δεν είναι άλλο από ένα εργαστήριο μοναξιάς. Είναι η πρώτη μας λέξη και η τελευταία αίσθηση.Το μικρό της διαμέρισμα θα παραμείνει άθικτο. Ένα είδος μουσείου από αυτά που απεχθανόταν η δις Κράκυ. Το παράθυρο που βλέπει στο ξέφωτο και τις φωνές σφραγίστηκε και έτσι ό,τι απέμενε απ΄το θέατρο σ΄αυτόν τον κόσμο κρύφτηκε για πάντα. Κάποιος σκέπασε τον καθρέφτη, κάποιος κλείδωσε την πόρτα, κάποιος είπε μια προσευχή για τη δις Κράκυ απόψε, σκαρφαλωμένος στ’ ολοδικό του, χειμωνιάτικο φεγγάρι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly