«Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πως σε ένα μαγαζί με τρυπητά κοσμήματα μου είχαν πει ότι μετά τα γεννητικά όργανα, η γλώσσα ήταν το μέρος του σώματος που πονούσε περισσότερο».

Χιτόμι Κανεχάρα, Η γλώσσα του φιδιού *

Οι άλλες πτυχές του Τόκιο, οι σκοτεινές παράγραφοι της πόλης, οι στοιχειωμένες γειτονιές, οι ερημωμένοι δρόμοι, οι στοές των φαντασμάτων. Οι επίβουλες σκιές που μας περιμένουν στις γωνίες του Κακού. Η διατήρηση του ατομικού ή συλλογικού κυρίως εφιάλτη ως να ήταν ένα καθαρά ομοιοπαθητικό ελιξήριο. Εμφανώς εύχρηστο και κοινό τοις πάσι. H εμπορευματοποίηση της φαντασίας του πόνου: η φιλμική αναπαράσταση εγκλημάτων από παρανοϊκούς ή δίκαιους κατά περίσταση τιμωρούς, η τυποποίηση πηγών του σωματικού άλγους σε καταστήματα διευρυμένου ερωτισμού, η προβολή της οιμωγής, η προς πώληση οδύνη, η διατήρηση ενός αναγκαίου κατά περιστάσεις πανικού, η τριβή με το Δεινό. Ο εικονικός τρόμος ως εύπεπτη ύλη. Ένα κύμα διαρκούς ανησυχίας για το εάν ο περαστικός μπορεί να είναι ένας ακόμη υποψήφιος θύτης. Στις μεγάλες οθόνες, τα κύρια θέματα της προμελετημένης ή εν βρασμώ ψυχής ανθρωποκτονίας προσελκύουν διαρκώς όλες τις ηλικίες των θεατών.

Επεξεργάζομαι επίσης αρκετά συχνά αυτές τις μέρες το παρελθόν των σεισμών, οι οποίοι κατά καιρούς έχουν πλήξει το Τόκιο. Οι εικόνες από ένα παρελθόν-παρόν. Από έναν Καιάδα καταστροφών. Αφορμή, μια πρόσφατη περιήγησή μου στην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας με φίλους. Οι ίδιοι σχολίαζαν, μεταξύ άλλων, το κυρίαρχο αυτό αίσθημα, την εντύπωση δηλαδή ότι ένα ανεξίτηλο να φοβικό στοιχείο συνέχει την κατά τα άλλα τόσο εύρυθμη και σχολαστικά λειτουργική Ιαπωνία. Ίσως, από μιαν άλλη γωνία θέασης των πραγμάτων, ο ρυθμός και η επιταχυνόμενη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, σε τακτική μάλιστα βάση, να συνιστά τον μηχανισμό διαφυγής από το φάσμα μιας επαπειλούμενης ολικής καταστροφής. Σημειωτέον ότι τα απρόβλεπτα, δηλαδή τα εντελώς φυσικά αίτια των δεινών, συνιστούν τη σταθερή, τη μείζονα απειλή. Ο μεγάλος, θαλάσσιος δράκος, στην πλάτη του οποίου, σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις, ξεφυτρώνουν τα νησιά του ιαπωνικού συμπλέγματος. Η διάρκεια της υποψίας για τη ματαιότητα του κόσμου, όπως δεν μπορεί να τον στεριώσει ανά τους αιώνες αυτή η χώρα. Ό, τι εν ολίγοις υπαγορεύει σε μακροχρόνια βάση το άγχος των ταινιών τρόμου.

*

Η έγχρωμη πρόσοψη της νύχτας μας, η πλημμυρισμένη από ζωτικότητα. Δελεαστική, καταδεκτική θέλει με τη σειρά της να καλύψει το υποδόριο, το διαρκές πένθος, που σήμαναν τα τόσα δεινά του τόπου. Παρόν το σύνδρομο του τρόμου: ό, τι δηλαδή προσπαθεί να ξορκίσει, να απαλύνει το φευγαλέο χαμόγελο της κοπέλας που μας υποδέχεται τώρα σ΄ ένα πολυκατάστημα ρούχων. Απόηχος βέβαια από τη συνδυαστική δράση εκείνων των ισχυρότατων σεισμικών δονήσεων, του καταιγιστικού τσουνάμι που ακολούθησε αυτομάτως και του τραγικού πυρηνικού ατυχήματος στις 11 Μαρτίου του 2011. Το αναγνωρίζω: το χαμόγελο μιας μάσκας.

*

Βγαίνοντας ένα βράδυ από το εστιατόριο, το οποίο προτιμούν μεταξύ των πολλών οι εδώ φίλοι μου, δέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη να τους ακολουθήσω. Ώρα του κινηματογράφου. Είχαμε αναφερθεί πριν, όσο δειπνούσαμε, στη Γιοτσούγια Κάινταν, μιαν επανέκδοση της κλασικής ασπρόμαυρης ταινίας τρόμου του Μαζάκι Μόρι, η οποία για πρώτη φορά προβλήθηκε το 1956, βασισμένη σε μιαν ιστορία από τη θεματολογία του θεάτρου καμπούκι του 19ου αιώνα. Στη συνέχεια, αφήνοντας το σινεμά, μου πρότειναν να περπατήσουμε στην περιοχή του Σαμεγκαβάσι. Βρίσκεται σε απόσταση μόλις τριάντα λεπτών με τα πόδια από τη διασταύρωση της πολυσύχναστης Σιμπούγια. Στο δρόμο μιλήσαμε, όπως θα περίμενε κανείς, για την Όιβα, την κύρια περσόνα του εμβληματικού αυτού έργου, που γνώρισε τριάντα και πλέον ως σήμερα παραλλαγές. Εν ολίγοις, η όμορφη αλλά ατυχέστατη αυτή γυναίκα, εκδικείται από τον τάφο της όσους συνέβαλαν, εκόντες άκοντες, στην εξόντωσή της, συμπεριλαμβανομένου και του συζύγου της. Lex talionis: η προσβολή απαιτεί αποκατάσταση της τάξης με την καταβολή αντίστοιχης ποσότητας δεινών. H ένταση της ανταπόδοσης του αίματος ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει τους σκηνοθέτες. Η αυτοδικία προκαθορίζει άλλη μια φορά τους νόμους της επιβίωσης. Ο λόγος της αγωνίας παραμένει ασίγαστος.

*

Ακούω ιστορίες για κάποιους ταξιτζήδες των βραδινών ωραρίων, οι οποίοι ξυπνούν έντρομοι από δυνατούς χτύπους στο παράθυρό του αυτοκινήτου τους, όταν τους παίρνει για λίγο ο ύπνος, καθώς είναι για λίγο σταθμευμένοι στους δρόμους του Σαμεγκαβάσι. Η απροσδόκητη παρενόχληση, η επαλήθευση των αοράτων κινδύνων, η σταθερή παρουσία του άλλου κόσμου: η πόλη υφίσταται ως κατοικία αντιθετικών πόλων. Οι ταξιτζήδες δεν σταματούν να μιλούν για στοιχειά της νύχτας. Έχοντας έρθει σε επαφή, κι όχι μόνο μια φορά, με το μυστήριο των αληθινών φαντασμάτων,πιστοποιούν ευθέως τη δυνατότητα της συνύπαρξής μας με την αλλόκοτη αίσθηση. Οι συζητητές μου μάλιστα με διαβεβαιώνουν ότι έχουν ήδη συναντήσει κάποιους από αυτούς στο πρόσφατο παρελθόν.

*

To κληροδότημα των ερειπίων. Όλων εκείνων που σκεπάζει η προβεβλημένη αυταρέσκεια της ιαπωνικής πρωτεύουσας. Ισχυρά, διιστορικά τραύματα από τους βομβαρδισμούς, οι οποίοι στιγμάτισαν το χρονικό διάστημα από την περιώνυμη περίοδο Έντο ως τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το γόητρο εδράζεται εν τέλει και στα συντρίμμια: ένα από τα παράδοξα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο, το λαβυρινθώδες Τόκιο. Η νύχτα των χρόνιων ερειπίων που ομιλούν συνθηματικά. Αν η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη των φαντασμάτων, όπως την έχει αποκαλέσει ο Μαρκ Μάουζερ, τότε το Τόκιο είναι ο μείζων τύμβος πάνω σ΄ ένα απέραντο κενοτάφιο.

*

Η Ρυόκο Σεκιγκούτσι στο χρονικό της, με τίτλο Δεν είναι από σύμπτωση, δίνει με ενάργεια το μέτρο του κλίματος, το οποίο επικρατεί μετά τον πρόσφατο πυρηνικό αυτοτραυματισμό της χώρας της. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Από εδώ και στο εξής, κι εγώ επίσης όταν τρώω ψάρι σ΄ ένα εστιατόριο με σούσι, δεν θα μπορώ να μη σκέφτομαι την προέλευσή του. Πριν, αν κάποτε ρωτούσαμε την προέλευση του ψαριού, ήταν για να ονειρευτούμε. Να ονειρευτούμε τις περιοχές του βορρά, του Νότου, τη φύση και τις ακτές τους. Από εδώ και στο εξής, θα ρωτάμε από φόβο. Σαν να μην μπορούμε πια να οπτικοποιήσουμε την εικόνα παρά μουσκεμένη από μια παχιά ομίχλη. Ή σαν να έχει αναποδογυρίσει το μελανοδοχείο πάνω στο τραπέζι, λερώνοντας μεμιάς όλες τις φωτογραφίες που βρίσκονται επάνω. Όλες οι εικόνες, ακόμη κι αυτή του Νότου, ακόμα κι αυτή του ίδιου του Κυότο, έχουν στιγματιστεί. Τους ξένους που δεν θέλουν πια να πάνε στην Ιαπωνία, ακόμα και στα δυτικά, τους καταλαβαίνω, δεν είναι μια απλή ομοιογενής ομάδα. Πραγματικά όλη η Ιαπωνία, ή μάλλον όλες οι εικόνες, το σύνολο του φαντασιακού για την Ιαπωνία, έχει λεκιαστεί απ΄ αυτή τη μελάνη. Κάτι τελείωσε». ** Την Ρυόκο Σεκιγκούτσι την συνάντησα στο Παρίσι το 2016. Την κάλεσα να γευματίσουμε μαζί στον “Απόλλωνα”, το ελληνικό εστιατόριο στην οδό Ζαν Νικό. Eίχα ήδη παρουσιάσει το βιβλίο της στο bookpress.gr. Θυμάμαι ακόμα τη σφραγίδα της ατομικής της νίκης. Η επιτυχής επιβίωσή της στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε το 1997, αποτυπωνόταν σποραδικά στις εκφάνσεις της. Δεν έκρυβε όμως την απογοήτευσή της για την ανικανότητα των υπευθύνων συμπατριωτών της να αποτρέψουν την καταστροφή. Το πλέγμα ενοχής αφήνει τα φαντάσματα ελεύθερα να περιφέρονται στ΄ αυλάκια του νου μας. Ήταν ένα από τα συμπεράσματα του διαλόγου μας.

*

Μεταφορά νοερή στην Ευρώπη. Ανιχνεύονται ασφαλώς αλληλουχίες και ομοιότητες της συγκινησιακής δράσης. Στον Μονόδρομο φέρ’ ειπείν του Βάλτερ Μπένγιαμιν, στο κείμενο που τιτλοφορείται «Οι ώρες που περιέχουν τη μορφή κυλήσανε στο σπίτι του ονείρου», μνημονεύεται μια παρεμφερής αίσθηση συνύπαρξης των υποχθονίων στοιχείων με ζώντες: «Έχουμε λησμονήσει προ πολλού το τελετουργικό με το οποίο ανεγέρθηκε το σπίτι της ζωής μας. Όταν όμως πρόκειται να δεχτεί επίθεση και ήδη το πλήττουν οι βόμβες του εχθρού, τι ρημαγμένες, τι αλλόκοτες αρχαιότητες δεν φανερώνονται μες στα θεμέλια. Και τι δεν έχει καταχωνιαστεί και θυσιαστεί με ξόρκια, τι ανατριχιαστική συλλογή σπάνιων αντικειμένων εκεί κάτω, όπου το πιο καθημερινό φυλάγεται στα πιο βαθιά φρεάτια. Μια νύχτα απελπισίας ονειρεύτηκα πως ανανέωνα ορμητικά τη φιλία και την αδερφοσύνη με τον πρώτο φίλο μου στο σχολειό, που χρόνια τώρα ούτε τον ξέρω πια, ούτε ποτέ τον ξαναθυμήθηκα από τότε. Ξυπνώντας όμως κατάλαβα: αυτό που αποκάλυψε εκρηκτικά η απελπισία, ήταν το πτώμα του ανθρώπου αυτού, που εντοιχισμένος εδώ θα έχει ως συνέπεια, όποιος ποτέ κατοικήσει εδώ, σε τίποτε να μην του μοιάζει» ***. Καθώς παρατείνεται η περιφορά μας στα σοκάκια του Σαμεγκαβάσι, τα υπερφυσικά φαινόμενα γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτά. Συνιστούν τα απαραίτητα παραπληρώματα της Φύσης. Σε κάποια στροφή μνημονεύτηκε το όνομα του εμβληματικού σαμουράι Χατόρι Χάνζο. Τόσο η λόγχη του, μήκους δεκατεσσάρων ποδιών, όσο και το κράνος του, διατηρούνται ανέπαφα, επί πέντε αιώνες, σε ειδικό χώρο στο μνημείο Σαϊνέντζι, στον τομέα της Σιντζούκου, όχι ιδιαίτερα μακριά από εδώ που βρισκόμαστε τώρα. Μαθαίνω ότι το φάντασμα του Χατόρι Χάνζο εμφανίζεται και χάνεται, ως τις μέρες μας, κατά βούληση. Το φάντασμα – ένοικος του Τόκιο. Ως και ο σκηνοθέτης Κουέντιν Ταραντίνο τον τίμησε στη γνωστή ταινία του Kill Bill, έργο του 2003. Η πραγματικότητα μήπως είναι μια ευρύχωρη κινηματογραφική αίθουσα προβολής των μυθιστοριών;

* Μετάφραση : Γιάννης Σπανδωνής, εκδόσεις Ωκεανίδα, 2005

**Μετάφραση: Παναγιώτη Ευαγγελίδη, εκδόσεις Άγρα, 2011

*** Μετάφραση: Νέλλη Ανδρικοπούλου, εκδόσεις Άγρα, 2004

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.