Το πουλί στο κλουβί κοιμόταν και ξύπνησε. Τσιτσίριζε μέσα στο σούσουρο της νύχτας στο χωριό της Φυλακτής. Τα δέντρα θρόιζαν συνωμοτικά μέσα στο σκοτάδι. Τα αστέρια τρεμόσβηναν ανάμεσα στα καλώδια. Η λίμνη ήταν ακίνητη και παγωμένη. Τα παγκάκια γύρω της άδεια. Τα ζώα στις φωλιές τους. Οι δρόμοι άνοιγαν μόνο σκοτάδι. Και τα βουνά έτικταν γυναίκες. Στην άκρη ενός απόκρημνου βράχου, το καφενείο της Μαύρης Πέτρας ήταν ανοιχτό μέχρι τις δύο τα ξημερώματα.

Η κυρα-Χρυσούλα έβαζε σε πιατάκια τουρσί και ψάρια που είχε ψωνίσει από τα Τρίκαλα. Πήγε και τα έφερε σήμερα το πρωί με το τρένο. Το έλεγε και το ξανάλεγε μόνη της σαν να μιλούσε σε κάποιον. Μεγάλη βόλτα μέχρι τα Τρίκαλα. Κοτζάμ ταξίδι με την πρωινή γραμμή. Λίγος κόσμος, χαμηλά λεφτά. Έμεινε μόνη της, ο κυρ-Παναγιώτης πήγε στην πόλη να δει το παιδί τους. Συνήθως ο κυρ-Παναγιώτης ανοίγει το μαγαζί. Αλλά είπε η κυρα-Χρυσούλα να τον αφήσει να ξεσκάσει, να κάνει διακοπές. Το μπασταρδόσκυλο που θέλει χαϊδέματα καθόταν έξω από την πόρτα και τριβόταν στο τζάμι, γιατί η κυρά Χρυσούλα φοβόταν μη λερώσει τους ξένους και τους κολλήσει τίποτα. Στον τοίχο υπήρχε ένα ράφι με ξεχασμένα από άλλη εποχή περιοδικά Ξεναγός. Στην τηλεόραση έπαιζε μπάσκετ, είχε πρωτάθλημα. Ο Νίκος κοιτούσε λίγο εκεί και λίγο στο φουντωμένο τασάκι του. Περίμενε τον κυρ-Παναγιώτη να ήταν εκεί, αλλά απογοητεύτηκε. Ήθελε να τον σερβίρει ένας άνδρας, όπως μόνο οι άνδρες ξέρουν να σερβίρουν. Έπινε το βαρύ τσίπουρο και τσιμπούσε καμιά ντομάτα. Φρεσκοκομμένη από το χωράφι. Άλλη γεύση.

Τον έπιασαν τα νεύρα του και ήθελε λίγο να ξεθυμάνει. Όχι ότι δεν έπινε. Έψαχνε απλώς μια αφορμή. Το τσίπουρο κάνει καλό στην καρδιά και στο στομάχι. Φυσικό γιατρικό και αυτά τα τσίπουρα του βουνού πολύ ντούρασελ. Ήθελε το μεσημέρι να φτιάξει καφέ. Παρεξηγήθηκαν λίγο με τη μάνα του. Της έβαλε τις φωνές. Κι αυτός όταν νευριάζει γίνεται ξύλο απελέκητο. Έπρεπε να αγοράσει καλαμάκια, γιατί δεν είχε. Είναι δυνατόν να πιεις έναν φραπέ χωρίς καλαμάκια; Ήρθε από την πόλη στο σπίτι στο χωριό και τέλειωσαν τα καλαμάκια. Άκου τώρα πράματα. Η μάνα του δεν είχε φροντίσει να τα ανανεώσει. Τι να προλάβει να κάνει κι αυτή. Όλα μόνη της. Πήγε ο Νίκος να φέρει καλαμάκια. Να τη βοηθήσει και σε τίποτα, μη τα κάνει όλα αυτή. Της σβούρηξε μία κλεφτή. Εντάξει, άνθρωπος είναι. Πάνω στα νεύρα του. Δεν το ήθελε. Τον έπνιξε η μυρωδιά από τα απλωμένα μήλα στο σεντόνι.

Ανέβηκε στο μπακάλικο. Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά και έκαιγε. Τα καλοκαίρια στο χωριό έχει κουφόβραση. Βγαίνεις και στάζει το βαμβακερό μπλουζάκι ιδρώτα. Στην κορυφή του βουνού υπήρχε μόνο ένα μπακάλικο. Ένα μπακάλικο που έχει αφήσει στον Νίκο σπυριά. Μέσα του τον τρώει. Αυτό το μέρος είναι στοιχειωμένο. Όταν ήταν μικρός το απέφευγε. Το σκέφτεται και τώρα, αλλά είναι μεγάλος άνδρας. Η γριά Βάγια έχει το μπακάλικο. Χρόνια πριν είχε στο βλέμμα της σφιγμένο δόλο. Τρόμαζε όλα τα αγοράκια που πήγαιναν να πάρουν γάλα ή ψωμί και κωλόχαρτο με διαταγή της μαμάς τους. Ο Νίκος τα θυμόταν όλα πολύ καλά. Είχε πάει κι αυτός στο μπακάλικο μικρός. Κανά δυο φορές, γενικά το απέφευγε. Η γριά Βάγια ήταν πάντα γερασμένη. Λες και δεν πέθαινε ποτέ. Κοιμόταν μόνη της κάθε βράδυ και φορούσε κάθε μέρα το ίδιο μαύρο φόρεμα. Ο άνδρας της πέθανε όταν αυτή ήταν τριάντα δύο χρονών κι εκείνος σαράντα. Κανείς δεν τον μνημόνευε. Δεν κάνανε ποτέ παιδιά. Δεν πρόλαβαν. Τον πάτησε ένα αυτοκίνητο τον άμοιρο. Η γριά Βάγια του ανάβει κάθε μέρα καντηλάκι μπροστά στον Άγιο Σεραφείμ. Τον κλαίει ακόμα, τα βράδια που κοιμάται στο ντιβάνι με την πλεκτή κουβέρτα της γιαγιάς της.

Η γριά Βάγια από τότε καθαρίζει μόνη τις ντομάτες στον μπακτσέ, στρώνει σεμέδες στο σπίτι και κοιμάται στην ψάθινη καρέκλα στην αυλή. Τακτοποιεί προσεκτικά την εγκυκλοπαίδεια Υδρόγειος πάνω από την τηλεόραση. Είναι αγράμματη, αλλά την έχει εκεί για να ταιριάζει με το σύνθετο. Ανοίγει το μπακάλικο στις πέντε το πρωί και το κλείνει το απόγευμα στις εφτά. Χρόνια τώρα γαβγίζει μοναξιά καθισμένη από έξω σε μία πλαστική άσπρη καρέκλα, τρομάζοντας ακόμα και τις περαστικές αλεπούδες. Σιγά-σιγά ερήμωσε ο τόπος και μόνο ο Νίκος πάει εκεί να πάρει καλαμάκια. Και να τη δει, να επιβεβαιωθεί πως υπάρχει. Μέσα του τον πονάει που τη βλέπει μόνη της κι ας έχει αυτό το βλέμμα γερακιού που αρπάζει ό,τι βρει με τα σκληρά του νύχια και το καταστρέφει.

Πολλά πονάνε τον Νίκο. Αλλά τώρα τελευταία το έχει πάρει απόφαση. Κάτι έχει αλλάξει μέσα του. Μερικές φορές του φαίνονται όλα διαφορετικά. Θα ξεκινήσει γυμναστήριο. Στην πόλη. Έτσι θα μπορεί να ξεχνάει ότι η κυρά Βάγια κάποτε τον φόβισε και του έκανε την ψυχή  δεκανίκι στην κόλαση. Τελευταία έχει χάσει και κάποια κιλά. Όλοι παρατηρούν πως ο Νίκος αδυνάτισε. Του το είπε και ο Κώστας ο μπογιατζής προχθές στο καφενείο. Καλά έκανε και αδυνάτισε.  Έχει πρόβλημα με την καρδιά. Κληρονομικό. Το έχει ο γέρος του, το είχε και ο παππούς και ο προπάππους του.

«Αδυνατίσατε οικογενειακώς», ακούει να λένε και συμπεριλαμβάνουν τον πατέρα του που έχει καρκίνο στο συκώτι. Θα πεθάνει και ο γέρος. Πού θα πάει. Ήρθε η ώρα του χάρου να έρθει να τον σκεπάσει με χώμα. Γυμναστήριο πέντε φορές την εβδομάδα, γιατί έτσι μόνο γίνεται δουλειά. Θέλει να σφίξει τα μπράτσα του. Να τον φοβούνται. Μετά το προπατζίδικο, θα πηγαίνει εκεί και θα τα σκάει τα κατοστάρικα, για να γίνει σένιος. Οι γκόμενες λατρεύουν τα ωραία ανδρικά σώματα. Και ο Νίκος λατρεύει τις γκόμενες. Άρα μένει να ξεκινήσει σταθερό πρόγραμμα. Θα έχει και πέρσοναλ τρέινερ με ένα εικοσάρικο έξτρα. Του καλάρεσε το γυμναστήριο.

Σήμερα πήρε τη μάνα του το πρωί. «Μάνα, τι έφτιαξες σήμερα. Θα περάσω να φάω ένα φαΐ.» Ήρθε με το φίατ από την Καρδίτσα και η μάνα τού έβαλε ένα πιάτο φασολάδα. Στη Φυλακτή όλα τα φαγητά είναι πιο νόστιμα. Κοιμήθηκε στο παιδικό του κρεβάτι και κοίταζε το ταβάνι να ξερνάει φθορά. Κάθισε και το βράδυ, για να πιει κανένα τσίπουρο. Του αρέσει να πίνει και να βλέπει τις πλεκτές κουρτίνες να μπάζουν σκοτάδι. Το καφενείο λέγεται Μαύρη Πέτρα και η κυρά Χρυσούλα το έχει να περηφανεύεται. Ο γιος της πολιτικός μηχανικός αρχιτέκτσουρ ντισάινερ και έχει βάλει και πίνακες του Μυταρά στον σάπιο τοίχο. Έξω από το παγωμένο τζάμι είναι μόνιμα ένας άνδρας που κάνει το παγόνι. Παλιά είχε παγόνια η περιοχή και τώρα όλα εξαφανίστηκαν. Δεν ανασαίνει τίποτα. Μονάχα το μπασταρδόσκυλο που τρίβεται ζητιανεύοντας αγάπη. Και ο άνδρας που κάνει το παγόνι. Αυτός ο έρμος. Μουρλάθηκε και ξέμεινε να γυροφέρνει άσκοπα στις άκρες του βουνού. Μπλέκεται με τις βουές των ρεμπετών που παίζουν από το γιουτιούμπ στο λάπτοπ της κυρα-Χρυσούλας.

Οι ρεμπέτες προκαλούν μνήμες. Θυμάται ο Νίκος τότε που δούλευε σερβιτόρος στη λίμνη και είχε ξυπνήσει ένα πρωί στην αμμουδιά. Το είχε παρακάνει με τα τσίπουρα και απίθωσε το σώμα του στην άμμο. Και είχε ανέβει το νερό να τον κατασπαράξει. Όταν άνοιξε τα μάτια του, είδε τις παντόφλες του να επιπλέουν. Είναι η φτώχια του αυτή που μπουμπουνίζει συνεχώς μέσα στο κεφάλι του και τον πονάει. Από τότε που κάνει τη  δουλειά στο προπατζίδικο δεν έχει πάψει να σκέφτεται τους καραγκούνηδες με τα βαμβάκια και τα δεύτερα και τρίτα αμάξια. Τα έχουν πάρει όλα οι γαμιόληδες και τώρα τρέχει και η υποβολή δηλώσεων στο κτηματολόγιο. Ο δήμος έχει βάλει παντού προειδοποιητικές αφίσες. Υποβολή εδώ και τώρα. Στα δέντρα, στις κολόνες της ΔΕΗ και στους οδικούς χάρτες που έχουν πνιγεί μες στις βατσινιές. Ο Νίκος έχει να δηλώσει το σαπιοχώραφο στην Πεζούλα. Είχε πάλαι πότε κουκιά που κι αυτά τα έχει φάει ο λύκος και δεν φυτρώνει τίποτα πια. Δεν τον νοιάζει. Δεν είχε ποτέ χρήμα για να ρίξει στη γη και να γίνει κανένας μεγαλωμένος με φουσκωτές τσέπες. Η αφαίμαξη συνεχίζεται, ενώ ο Τζέφρι έχει το σπίτι στην Πάτμο, το νησί που έχει τα πιο ακριβά οικόπεδα στον κόσμο πλάι στους αγίους. Και ο Νίκος πρέπει να μιλήσει στον λογιστή, τον Παναγιώτη στην πόλη. Συνεχώς το αναβάλλει, γιατί δεν του αρέσει η χαρτούρα και ο πανικός.

Έχει κουραστεί. Μεγάλωσε. Πουρνάρια του φαίνεται η Ελλάδα. Ξερότοπος. Η μάνα του τον πίεσε να φύγει. Να πάει στο εξωτερικό. Πολλοί Έλληνες πάνε για δουλειά στη Γερμανία. Έχουν κάνει γειτονιές εκεί και βγάζουν λεφτά για να ζήσουν. Ο Νίκος δεν είναι από αυτούς. Αγαπάει τον τόπο του και τον πονάει. Θέλει να φύγει, μα δεν μπορεί. Θα πεθάνει ο γέρος και πού να αφήνει μονάχη της τη μάνα του. Τρία επί τρία το διαμέρισμα. Δεν θα την ψάξει κανείς. Θα βρωμίσει το πτώμα και θα τρέχουν οι γείτονες στον δήμαρχο Καβάτζη για παράπονα. Ντροπή του, ολόκληρος άνδρας να αφήσει τη μάνα του μόνη της. Οι γυναίκες θέλουν έναν άνδρα στο σπίτι. Και τα χρόνια δυσκόλεψαν τώρα. Πάνε οι χρυσές εποχές του τέσσερα. Το τέσσερα όλα ήταν καλύτερα. Γιούρο κύπελλο, ολυμπιακοί αγώνες, γιουροβίζιον και σαν ξημέρωσε η επόμενη μέρα, χάθηκαν όλα. Τη νύχτα κάποιος τα έτρωγε. Έλαμπε η Ελλάδα. Τώρα βαλτοτόπια και γαϊδουράγκαθα. Κι ο Νίκος μερόνυχτα στο προπατζίδικο. Να κόβει αποδείξεις αγορασμένων ελπίδων. Δίνει λεφτά και στη μάνα του. Παίρνουν και το επίδομα των αγωνιστών. Κάποτε οι Γερμανοί καίγανε ολόκληρα νοικοκυριά, σπίτια, αυλές, ζώα και ανθρώπους και τώρα πληρώνει το κράτος για τις στάχτες.

Η κυρα-Χρυσούλα τακτοποιεί τα σεμεδάκια στα τρεπέζια. Μαζεύει τα πιάτα και τα ποτήρια. Τα τρίβει με το σφουγγάρι προσεκτικά. Το μάνταλο του παραθύρου κροταλίζει γιατί δεν έκλεισε καλά. Το νερό σκαλίζει τον σιδερένιο νεροχύτη. Το τζάμι θόλωσε από το κρύο. Τα νύχια της Νεφέλης γρατζουνάν το τζάμι. Στην τηλεόραση παίζουν διαφημίσεις. Ημίχρονο.

Το πουλί τσιρίζει στο κλουβί. Μερικές φορές κάτι γυρίζει μέσα στον Νίκο. Ξεχνάει τον αγώνα που παίζει η τιβί, ξεχνάει και το τσίπουρο, τις έγνοιες και όλα. Δεν ακούει πια τους ρεμπέτες, ούτε τον άνδρα που κάνει ήχους και κουνιέται περίεργα έξω από τη Μαύρη Πέτρα. Εστιάζει στο πουλί. Δεν μπορεί να σταματήσει να το κοιτάει. Το πτηνό φουσκώνει την κοιλιά του με αέρα κι έπειτα την αδειάζει. Τρώει σπόρια από την πλαστική θήκη. Περιφέρεται άσκοπα, ανάμεσα στα λευκά ξυλάκια. Ώρες-ώρες δείχνει πανικόβλητο και φτερουγίζει για κάποιον αφανή λόγο. Κι άλλες κοιτάζει ήρεμο γύρω του, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Ο Νίκος θέλει να το πάρει το κωλόπουλο και να το βγάλει από εκεί. Είναι μεγάλο κλουβί. Πρίμο, σένιο. Αλλά δεν γίνεται εκεί μέσα. Φαίνεται πως το πουλί έχει σκάσει. Όλη μέρα εκεί μέσα. Ακόμα και τα ζώα, δεν αντέχουν μερικές φορές. Τόσο στενός χώρος. Χριστέ μου, δεν γίνεται.

Τα πουλιά δεν είναι φτιαγμένα για να πετάνε; Έχει μία θήκη για νερό, τροφή και ξυλαράκια. Φτάνουν αυτά; Κοιμάται στα όρθια. Είναι βολικό. Όμως είναι σπουργίτι ή καναρίνι; Πρέπει να βγει από εκεί μέσα. Νοσταλγεί. Δεν κελαηδάει ποτέ. Ο Νίκος δεν το έχει ακούσει να βγάζει κιχ. Υπάρχουν πουλιά που δεν κελαηδάνε. Σίγουρα θα υπάρχουν. Τέτοιο είναι και τούτο. Σιωπηλό. Έχει μάθει να τριγυρίζει άσκοπα. Να τρώει τα σποράκια του και να σωπαίνει. Και αυτός ο τύπος που κάνει το παγόνι εκεί έξω. Δεν σταματάει αυτός ο τύπος ποτέ. Ο Νίκος θέλει να του σκάσει μία μπουνιά στη μούρη. Σηκώνεται και παραπατάει. Θέλει να τον κάνει να πάψει. Να σταματήσει. Όμως θα σταματήσει ποτέ. Υπήρχαν κάποτε παγόνια. Τώρα δεν υπάρχουν. Θύμισέ μου πώς κελαηδάνε τα παγόνια. Βγάζουν έναν ήχο σβουρηχτό. Σαν συναγερμό σε καράβι. Ο τύπος ουρλιάζει στον βράχο. Κάποτε μπορεί να πέσει. Μπορεί και όχι. Δεν είναι σίγουρο αν θα τον βρει κανείς. Έχει σημασία. Ο Νίκος πίνει μια γουλιά τσίπουρο. Αφήνει το ποτήρι του με έναν πάταγο στο τραπέζι. Η κυρα-Χρυσούλα γυρνάει και τον κοιτάζει μέσα από την κουζίνα. Στέκεται ακίνητη και κρατάει ακόμα ένα πιάτο και μια πετσέτα. Το πουλί στο κλουβί τσιτσίρισε λίγο ακόμα. Έπειτα, ηρέμησε και κοιμήθηκε.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]