ΑΨΗΦΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ

«Η νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν» σύμφωνα με την Σιμόν Σινιορέ. Και έχει δίκιο. Γιατί πολυφορέθηκε, ξεχείλωσε. Στη λογοτεχνία, στον κινηματογράφο. Ώσπου ξαφνικά έρχεται μία ποιητική συλλογή που αναβαθμίζει την λεπτή της ύλη. Της δίνει πίσω την αιθέρια μορφή. Την λεπταίσθητη απόχρωση του συναισθήματος που διαφέρει από το χοντροκομμένο μελό. Θαμπή πατίνα η ποιητική συλλογή του Γιάννη Τζανετάκη (εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2017). Και η νοσταλγία νοσταλγεί.

Πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η λιτή γραφή στην ποίηση; Πώς χωρίς βαρύγδουπες και εξεζητημένες λέξεις μπορεί καίρια να μεταφερθεί το συναίσθημα τόσο δραστικά ώστε να αφοπλίσει τον αναγνώστη; Πώς τελικά χωρίς τυμπανοκρουσίες, υπαινικτικά ο ποιητής κατορθώνει το σχεδόν ακατόρθωτο; Να κάνει δηλαδή τον αναγνώστη συμμέτοχο σε όλη την πορεία της ανάγνωσης; Μαθήματα ποιητικής γραφής από τον Γιάννη Τζανετάκη.

Σκίτσο: Vladimir Radibratovic

Ο ποιητής μάς εισάγει στη συλλογή με τη ρήση-στίχο του Μπόρχες: «Εγώ είμαι. Εγώ θέλω να ’μαι. Εγώ αιμορραγώ». Και ο ποιητής Γιάννης Τζανετάκης κάνει αυτό ακριβώς. Παρών ο ίδιος, εκτίθεται και εκθέτει μπροστά στα μάτια του θεατή το τραύμα. Χρησιμοποιεί λέξεις που από πίσω κρύβονται άλλες πιο δυνατές, πιο μακάβριες. Ρίχνει χώμα αντί για ρύζι σ’ ένα γάμο, δεν προφέρει όμως τη λέξη Θάνατο. Λέει για τους κατοίκους των τάφων στο κοιμητήρι του Βύρωνα στο ποίημα «Πρωτομαγιά»: τώρα σε ύπνο ανόρεχτο/ / σφήκες που χάσαν/ το κεντρί/ το χνούδι πεταλούδες/. Δεν αναφέρει τη λέξη «πεθαμένοι». Γνωρίζει πολύ καλά το μυστικό. Όταν αιμορραγείς μέσα στην ποίηση, το αίμα δεν μουσκεύει το χαρτί. Στην πραγματικότητα ο Γιάννης Τζανετάκης κατέχει όλα τα μυστικά της τέχνης του. Και η συλλογή αυτή είναι πραγματικά υποδειγματική στη γραφή της. Σαφήνεια, γνησιότητα, ατόφια καθαρότητα και λάμψη, λιτότητα, μουσικότητα, ρυθμός. Υπαινιγμός. Και κυρίως ατόφιο συναίσθημα. Που δεν διαχέεται, δεν μεταμφιέζεται, αλλά και δεν ξεχειλίζει έτσι ώστε να νοτίζει το χαρτί.

Άχνη από λουκούμι λοιπόν πασπαλίζει την συλλογή. Πικρή η γεύση των χρόνων που έφυγαν, των αγαπημένων που χάθηκαν. Οι ποδοσφαιρικοί ήρωες πίνουν μπύρα στα σκαλιά, έχουν χοντρύνει και νομίζει κανείς πως κρύβουν μία μπάλα κάτω από την μπλούζα. Γέρασαν, είναι αξύριστοι και συζητούν στις γωνίες των στίχων για το πώς ακόμα και η δόξα είναι μία ακόμα ψευδαίσθηση.

Γιατί Θαμπή πατίνα όμως ο τίτλος; «Πατίνα ονομάζεται το λεπτό στρώμα πρασινωπής ουσίας που καλύπτει τα χάλκινα και ορειχάλκινα αντικείμενα ως αποτέλεσμα της χημικής τους διάβρωσης, όταν αυτά μείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτεθειμένα στον αέρα ή θαμμένα κάτω από τη γη» διαβάζουμε τον ορισμό στο λεξικό. Θαμπή πατίνα λοιπόν οι πεθαμένοι γονείς για τον Γιάννη Τζανετάκη, οι παλιοί συμμαθητές σε μια φθαρμένη φωτογραφία πολαρόιντ χαμογελούν από μία περασμένη εκδρομή, από μία περασμένη εποχή, και αναρωτιέται με τρόπο αριστοτεχνικό ο ποιητής: ποια από κείνα τα/ παιδάκια του εξήντα/ / άραγε/ / σήμερα να ’χουν βγει/ απ’ τη σειρά; Οι φωτογραφίες, η παιδική χαρά, το γήπεδο της Κυριακής, μία εκκλησία, ένας σταθμός, η επαρχία, μία παιδική ηλικία, μία εφηβική ηλικία, μία εκδρομή, μία άλλη πατρίδα, ένας άλλος έρωτας, ένα φιλί ερωτικό που δόθηκε παλιά και τώρα έχασε την γεύση του, ένα φιλί ερωτικό που δεν δόθηκε ποτέ, ένα φιλί που γίνεται ασπασμός, ένα νυφικό χιόνι, μία φαντασίωση, μία οπτασία, η μυρωδιά από το σακάκι του πατέρα, τα θνητά του μάτια, τα μάτια του που πια δεν βλέπουν, όλα θαμπή πατίνα, οξειδώνουν την γραφή του Γιάννη Τζανετάκη που αστράφτει γνήσιο μέταλλο κάτω από την επικάλυψη.

Όλα περνούν, όλα χάνονται. Πόντο τον πόντο/ο χρόνος πώς με τρώει./ Μένει η ποίηση. Ίχνος. Ποιητικές συλλογές όπως του Γιάννη Τζανετάκη που αντιστέκονται στην φθορά. Που δίνουν νόημα στην πέτρα και στο χώμα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.