frear

Ο τοίχος μας – της Ηρώς Σκάρου

«Όπως πάει θ’ αλλάξουμε χρονιά στον δρόμο» είπε ο μπαμπάς.

«Σε πέντε λεπτά είμαι έτοιμη» φώναξε από μέσα η μαμά.

Η μαμά πάντα αργεί. Εγώ και η αδελφή μου η Λίζα είμαστε έτοιμες από ώρα. Μας έχουν καλέσει οι Νικολάου για ρεβεγιόν. Ο κύριος Νικολάου έχει παντρέψει τον μπαμπά και τη μαμά. Είναι κι άλλοι φίλοι τους καλεσμένοι. Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς εκεί πάμε. Τρώμε, μετράμε αντίστροφα με σβηστά φώτα και ψάχνουμε το φλουρί. Μετά οι μεγάλοι παίζουν χαρτιά κι εμείς τα παιδιά επιτραπέζια και τυφλόμυγα. Στην επιστροφή, εγώ και η Λίζα κοιμόμαστε στ’ αμάξι και μας ανεβάζουν αγκαλιά.

Μέχρι να ετοιμαστεί η μαμά, βάζω το Jingle Bells απ’ το cd που μας έδωσε η κυρία Χριστίνα. Η κυρία Χριστίνα είναι αδελφή της κυρίας Νικολάου και μας κάνει αγγλικά. Η Λίζα, κάτω απ’ το τραπέζι, ψάχνει τα κομμάτια που λείπουν απ’ το παζλ. Εγώ δεν θέλω να λερώσω το καλό μου φόρεμα. Κάθε Χριστούγεννα διαλέγουμε την πιο όμορφη οικογενειακή φωτογραφία της χρονιάς και την τυπώνουμε σε παζλ. Το φτιάχνουμε όλοι μαζί και μετά το κρεμάμε στον τοίχο με τα υπόλοιπα. O τοίχος, που οι γονείς μας τον λένε ‘το χρονολόγιό μας’, έχει κι άλλες φωτογραφίες. Ο μπαμπάς και η μαμά πριν παντρευτούν, ο γάμος τους, η Λίζα κι εγώ μωρά, όλοι μαζί με τον σκύλο μας, τον Πλούτο. Είναι ένας ωραίος τοίχος. Όσοι έρχονται σπίτι και τον βλέπουν λένε πόσο τους αρέσει και τι τυχεροί είμαστε που έχουμε μια τόσο υπέροχη οικογένεια.

Η μαμά φόρεσε ένα στράπλες φόρεμα. Είναι πολύ όμορφη. Έχει τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά και φαίνονται τα σκουλαρίκια που αγόρασε στο τελευταίο της ταξίδι στη Ρώμη. Η μαμά ταξιδεύει συχνά για τη δουλειά της. Ο μπαμπάς της λέει ότι θα κρυώσει. Η μαμά του λέει ότι κάνει πάντα ζέστη στο σπίτι των Νικολάου. Η Λίζα ακόμα ψάχνει τα κομμάτια του παζλ. Θα τα βρούμε μετά, λέει η μαμά και μας φοράει τα παλτά μας. Βάζουμε τον συναγερμό και φεύγουμε.

Κάνει στ’ αλήθεια ζέστη στο σπίτι των Νικολάου. Ήρθαν όλοι εκτός από την κυρία Χριστίνα. Γέννησε πριν από λίγες μέρες. Κάποιος είπε ότι θα είναι δύσκολο να μεγαλώνει ένα παιδί μόνη της και η μαμά είπε ότι είναι φίλη τους και θα τη στηρίξουν. Μετά η κυρία Νικολάου μας έδειξε φωτογραφίες του μωρού. Ο μπαμπάς συγκινήθηκε κοιτώντας το. Θα ήθελε κι αυτός ένα αγόρι, αλλά η μαμά του το’ χει ξεκόψει. Μωρά τέλος.

Άλλαξε ο χρόνος, φιληθήκαμε και κόψαμε τη βασιλόπιτα. Το φλουρί έπεσε στην κυρία Σαράντη που έπινε συνέχεια σαμπάνια. Όταν παίξανε 31 και η μαμά έχασε, η κυρία Σαράντη της είπε όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει αλλού. «Πού αλλού;» ρώτησα αλλά δεν μου απάντησαν και μου είπαν να πάω στο ντουλάπι να πάρω σοκολάτες και να τις μοιραστώ με τα άλλα παιδιά. Μετά ο μπαμπάς βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει και όταν ξαναμπήκε είπε πως τον ειδοποίησαν ότι χτυπούσε ο συναγερμός. Η αστυνομία θα πήγαινε στο σπίτι έπρεπε όμως να είμαστε κι εμείς εκεί για να μπουν μέσα. Όλοι μας είπαν πόσο λυπούνται.

Όταν γυρίσαμε σπίτι, μας περίμεναν δύο αστυνομικοί. Ο ένας ήταν πολύ ψηλός. Ο μπαμπάς μπήκε μέσα μαζί τους κι εμείς περιμέναμε στο αυτοκίνητο. Μετά από λίγο μας φώναξαν. Η μαμά βρήκε τα κοσμήματά της. Ο μπαμπάς τον υπολογιστή του. Εγώ και η Λίζα ψάξαμε για τον Πλούτο. Ήταν κάτω απ’ το κρεβάτι μου.

«Φαίνεται ότι φοβήθηκαν κι έφυγαν χωρίς να πάρουν τίποτα» είπε ο ψηλός αστυνομικός.

«Θα έρθει η σήμανση το συντομότερο, αλλά εφόσον άνοιξαν με κλειδί σκεφτείτε ανθρώπους από τον κύκλο σας» είπε ο άλλος.

«Τι είναι σήμανση;» ρώτησα αλλά κανείς δεν απάντησε και η αδελφή μου έβγαλε μια φωνή. Όλοι γυρίσαμε και την είδαμε να δείχνει τον τοίχο. Υπήρχαν τώρα κι άλλες φωτογραφίες. Τρεις με τον μπέμπη της κυρίας Χριστίνας. Στο μαιευτήριο, στην κούνια του και στην αγκαλιά του μπαμπά. Σε άλλες η μαμά με τον κύριο Σαράντη. Μπροστά στον πύργο του Άιφελ, στο Κολοσσαίο και στο Μπιγκ Μπεν.

Άκουσα τον Πλούτο να πνίγεται. Του άνοιξα το στόμα κι έβγαλα από μέσα μισοφαγωμένα τα κομμάτια του παζλ.

«Λείπει κάτι τελικά;» ρώτησε ο ψηλός αστυνομικός.

«Όχι, όλα είναι στη θέση τους» είπε η μαμά και μας πήρε μέσα να ξαπλώσουμε.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter