– Παππού, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τι δώρο θέλεις να σου πάρω;
– Έλα κοντά μου. Έτσι. Φέτος, θέλω από εσένα να μου κάνεις δώρο ό,τι πολυτιμότερο θα μπορούσες να μου δώσεις.
– Μα δεν έχω τόσα πολλά λεφτά , παππού!
– Ποιος είπε ότι χρειάζεσαι χρήματα;
– Δηλαδή;
– Έλα, κάθισε κοντά μου και άκουσέ με προσεκτικά.

Το ακριβότερο δώρο παιδί μου, είναι ο χρόνος. Είναι δικός σου και δεν είναι. Τον κατέχεις και σε κατέχει. Μπορείς να τον δώσεις, μπορείς να τον σπαταλήσεις ή να τον αξιοποιήσεις. Μπορείς να αφεθείς και όπου σε βγάλει, μπορείς να κάνεις πολλά, ένα δεν μπορείς: να τον κρατήσεις, να τον σταματήσεις να τρέχει. Είναι άπιαστος. Είναι ίσως η πρώτη εφεύρεση του ανθρώπου που ξέφυγε από τον έλεγχό του, αυτονομήθηκε και μάλιστα σε σημείο που να τον καθορίζει. Ο χρόνος βάζει πλέον τους κανόνες. Γύρω από αυτόν περιστρέφονται όλα, οι ζωές, οι πλανήτες, ως και τα σύμπαντα ακόμη.

Τότε θα μου πεις, πώς μπορείς να δωρίσεις χρόνο; Τι χρόνο; Πόσο; Πώς μπορείς να τον κάνεις δώρο; Να τον κόψεις, να τον μεταφέρεις; Τι σόι δώρο θα είναι αυτό;

Είναι λεπτό το θέμα. Άκου: για να κάνεις ένα δώρο, χρειάζονται τουλάχιστον δύο. Αυτός που δωρίζει και αυτός ή αυτοί για τους οποίους προορίζεται το δώρο. Αυτό το οποίο έχεις και είναι στο χέρι σου να το δωρίσεις χωρίς καν να δώσεις χρήματα, αυτό το υπέρτατης αξίας κομμάτι του εαυτού σου, το οποίο μπορείς να το κοινωνήσεις άνετα χωρίς να ζημιωθείς αλλά αντίθετα να πλουτίσεις κιόλας, είναι ένας συγκεκριμένος χρόνος. Ο χρόνος «σου». Με κτητικό.

Είναι ο χρόνος της ζωής σου που μοιράζεσαι με τον άλλον. Ακριβέστερα, ο χρόνος που επιλέγεις να μοιραστείς με τον άλλον, όπως άλλωστε επιλέγεις και τον ίδιο τον «άλλο» και σε επιλέγει και εκείνος, αποδεχόμενος την προσφορά σου. Προϋπόθεση μία: να το θέλεις, να το κάνεις με την καρδιά σου, να το νιώθεις ανυπόκριτα, αυθόρμητα. Αβίαστα. Πηγαία.

Δεν χρειάζεται να κάνεις πανάκριβα δώρα. Η συνειδητή παρουσία σου με αγάπη κοντά του και το δώρο του χρόνου σου ‒από το πεπερασμένο και άγνωστο απόθεμα που διαθέτεις‒ προς αυτόν που αγαπάς ή προς αυτόν που εσύ έχεις την πρόθεση να επιλέξεις ως παραλήπτη, είναι δώρο σπάνιο και μοναδικό. Κανείς οικονομολόγος δεν μπόρεσε ως τώρα -ούτε θα μπορέσει ποτέ- να αποτιμήσει την αξία του.

Το να διαθέσεις τον εαυτό σου στον αγαπημένο σου άνθρωπο να κάνετε πράγματα μαζί, το να δώσεις χρόνο από τη ζωή σου αντί για ένα αδιάφορο κουτί γλυκά στη Χριστουγεννιάτικη επίσκεψη ή σε γενέθλια, σε γιορτή, επέτειο ή όπου αλλού θα πήγαινες ένα δώρο, έχει τεράστια αξία. Το να σταθείς ολόψυχα δίπλα στο παιδί σου, στον παραμελημένο γονιό σου, στον πονεμένο σου φίλο, στον σύντροφό σου, στον γνωστό σου ή ακόμα και στον άγνωστο που σου ζήτησε βοήθεια, είναι δώρο και μάλιστα σπάνιο. Το ν’ ακούσεις τον παππού στο καφενείο που δεν έχει σε ποιόν να μιλήσει, το να σκύψεις με αγάπη σε όποιον σου τείνει το χέρι με την παλάμη ανοιχτή να κοιτάζει ουρανό, το να μην προσπεράσεις αδιάφορα μια έκκληση συμπαράστασης ή ενίσχυσης, το να δώσεις αβίαστα ένα χάδι ή να μοιραστείς μια αγκαλιά, αυτά ναι, είναι δώρα ουσίας. Αλλά και αντίδωρα ζωής διότι χωρίς να μπορείς να το εξηγήσεις, όταν δίνεις με την καρδιά σου, παίρνεις κιόλας.

Μπορεί να σου χάρισαν κάποτε διάφορα αντικείμενα, ομολογουμένως πολύ όμορφα. Ρούχα, παπούτσια, γάντια, βιβλία, κούπες. Τα θυμάσαι όλα με αγάπη, κι ας ξεχωρίζεις λίγο παραπάνω τα βιβλία, αφού τους έχεις ιδιαίτερη αδυναμία. Θυμάσαι για κάθε ένα το ποιος, το πότε, το γιατί. Θυμάσαι τα βλέμματα αυτών που σου τα πρόσφεραν. Έχουν αξία μεγάλη. Όπως και ο χρόνος που αφιέρωσαν για να τα επιλέξουν. Σου έκαναν παράλληλο δώρο τον χρόνο που διέθεσαν από τον προσωπικό τους χρόνο για να σε ευχαριστήσουν, να σου δείξουν πόσο σε εκτιμούν. Είσαι ευγνώμων. Πίσω από ένα υλικό δώρο, κρύβεται και ένα δώρο χρόνου, μεγάλο ή μικρό. Έχει τη σημασία του.

Θυμάσαι ακόμα εντονότερα όμως το δώρο κάποιων ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή σου:

«Μεθαύριο το απόγευμα, θα είμαι στη διάθεσή σου. Έλα να κάνουμε ό,τι θέλεις. Βόλτα στο κέντρο, εκδρομή στην Πεντέλη, ταβερνάκι στη θάλασσα, επίσκεψη στην Ελευσίνα, καφεδάκι στην Κηφισιά, ανάγνωση δίπλα στο τζάκι. Τι λες; Εσύ επιλέγεις. Ο χρόνος μου, δικός σου».

Ναι, τι πολυτιμότερο από αυτό;

Μεγαλώνοντας, γνωρίζοντας ότι φέρεις μέσα στο χώμα σου το σκουλήκι του Σωκράτη που σκάβει μέρα νύχτα ψάχνοντας την άπιαστη αυτογνωσία, μπαίνεις πλέον με άλλο μάτι στα βαθιά νερά του Αριστοτέλη, του Ζήνωνα, του Επίκουρου, των στωικών και φτάνεις ως τον Λάιμπνιτς και τις σημερινές θεωρίες της κβαντομηχανικής. Συνειδητοποιείς πως ό,τι έχεις ως τώρα καταφέρει, το κατάφερες μόνο όταν έκανες στον εαυτό σου το πολυτιμότερο δώρο της γης: χρόνο. Κι ας μην το είχες συνειδητοποιήσει. Αυτό είναι ένα ακόμη μεγαλείο του Χρόνου.

Μην ξεχνάς λοιπόν το ακριβότερο δώρο. Δώρο ζωής. Κάθε ημέρα ή έστω κάθε που θα μπορείς, μην αμελείς: να προσφέρεις τέτοιας αξίας δώρα, ξεκινώντας από τον εαυτό σου. Δεν σου κοστίζουν τίποτε. Είναι δωρεάν.

Ναι παιδί μου. Αυτό θα ήθελα κι εγώ φέτος τα Χριστούγεννα από εσένα! Το ακριβότερο δώρο. Τίποτε λιγότερο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.