frear

All I Want For Christmas… – του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Δεν θέλω πολλά για τα Χριστούγεννα.

Καημό το είχα μόνο από μικρό κοριτσάκι να στολίσω μια φορά ένα ζωντανό δέντρο. Να μυρίζει πεύκο. Δάσος. Με τα μεγάλα του κλωνάρια να πιάνει όλο το σαλόνι, και οι ρίζες του να χύνονται στο πάτωμα.

Φέτος τα Χριστούγεννα θα στολίσω μόνη μου. Όχι ότι με βοηθάει ποτέ ο Γιάννης. Γι’ αυτόν τα Χριστούγεννα είναι μια κομπίνα των πολυεθνικών για να σπαταλάμε λεφτά. Μια ζωή αρνητικός και μίζερος.

Να, αυτή η μπαλίτσα θα πάει εδώ. Απλώς θέλει λίγη παραπάνω δύναμη να γαντζωθεί το πιαστράκι και… τέλεια. Τι ωραία που στολίζω χωρίς τη γκρίνια του. Ε μα, φέτος το κακό του παράγινε.

Και τι του ζήτησα που έγινε έξαλλος;

Μόνο ένα πράγμα χρειάζομαι.
Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Έχουμε», ήταν η απάντηση του, ορθή κοφτή.
«Μα γλυκέ μου, το έχουμε από τον καιρό του Νώε. Δεν το βλέπεις ότι έχει διαλυθεί; Γέρνει, λείπουν ολόκληρα κλωνάρια, η βάση έχει σπάσει…»

«Τη δουλειά του την κάνει », είπε και σκρόλαρε στο κινητό του, ντυμένος με τις κόκκινες πιτζάμες του.

«Βρε καριόλη, που είσαι σαν τον Άη Βασίλη που βγήκε από τροχαίο, όταν σου μιλάω θα με κοιτάς στα μάτια», ήθελα να του πω, αλλά δεν το ‘πα.

Με πιάνουνε καμιά φορά τα νεύρα μου. Τότε φουντώνει όλο μου το κορμί, σαν να παίρνω φωτιά μονομιάς, αλλά καταφέρνω πάντα τελευταία στιγμή και τη σβήνω, πριν προλάβει να κάψει τα πάντα γύρω μου. Με χαμόγελο και καλή διάθεση, βάζω ένα νοητό φρένο στον εαυτό μου, τι φρένο, χειρόφρενο δηλαδή, και έτσι συνεχίζω να λειτουργώ σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

«Σε παρακαλώ βρε μωράκι μου. Πάμε μια βόλτα, να δούμε και την Αθήνα που είναι στα γιορτινά της, να χαζέψουμε και τον κόσμο», συνέχισα ατάραχη εγώ ναζιάρικα μπας και τον πείσω.

«Αν θες να δεις κόσμο, άνοιξε την τηλεόραση. Που θα βγούμε Παρασκευιάτικο που γίνεται της πουτάνας στο κέντρο, λες και μοιράζουνε σκατά».

Πάντα γλυκομίλητος ο Γιαννάκης μου. Που όταν με κόρταρε, ήταν σαν να είχε βγει από μυθιστόρημα του Μάρκες, και τώρα είναι σαν να βγήκε από διήγημα του Μπουκόφσκι.

«Σκατά θα βάλω στο τάφο σου Γιαννάκη μου, τόσα πολλά που θα ξεπερνάνε σε ύψος όλα τα κυπαρίσσια του κόσμου», ήθελα να του πω αλλά δεν το ‘πα. Να το πάλι. Κούλαρε Μαρία, όλα καλά.

«Έλα βρε μωράκι, να πάρουμε ένα δέντρο ψηλό ψηλό, να ακουμπάει στο ταβάνι, και να ναι αληθινό, όχι σαν αυτή τη πλαστικούρα. Θα είναι όπως στις ταινίες, που παλεύουν να το βάλουν μέσα στο σπίτι, και μετά ανακαλύπτουν ότι παραείναι μεγάλο. Μπορεί να κρύβεται και κανένας σκίουρος μέσα και…»

« Πολλές ταινίες βλέπεις Μαρία», με διέκοψε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από το κινητό.

Δεν με νοιάζουνε τα δώρα κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Μμμ. Αυτό το αγγελάκι θα το καρφιτσώσω εδώ. Λίγη δύναμη να μπει μέσα μέσα. Τσακ. Μια χαρά. Οι μικρές μπάλες και τα στολίδια πάνε πάνω πάνω, και οι μεγάλες μπάλες πάνε κάτω. Νόμος απαράβατος.

«Αφού δεν με βγάζεις και καθόλου έξω. Έχω πήξει στις ταινίες, τι να κάνω; Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, με έχεις κλεισμένη εδώ μέσα σαν το τέρας του Φράνκενστάιν. Τη μια είναι χάλια ο καιρός, την άλλη δεν έχουμε λεφτά, και την παράλλη πού να τρέχουμε βραδιάτικο; Τι θες να κάνω;»

«Κάνε την ποιήτρια. Που μου γράφτηκες και σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Μας έγινες και ποιήτρια στα γεράματα. Λες και έχουμε πενηντάρικα να δίνουμε κάθε μήνα για να μας γίνεις ο Σεφέρης».

«Ξέρεις και τον Σεφέρη τρομάρα σου. Που στο χωριό σου ,όποιος ήξερε να διαβάζει τον περνάγανε για μάγισσα και τον καίγανε. Όποτε γουστάρω θα γίνω ποιήτρια βρε βλάχο, αγράμματε», ήθελα να του πω, αλλά πρόλαβα να σβήσω τις σπίθες που ξεπετάγονταν μέσα μου πριν παρεκτραπούν.

Το αστέρι πρέπει να το ισιώσω λίγο γιατί γέρνει. Και μια καλτσούλα εδώ ωραία. Και ένα ταρανδάκι μικρό. Δεν πρέπει να βάλω πολλά στολίδια όμως, γιατί θα το μπουκώσω και δεν θα δείχνει ωραίο. Άλλος ένας νόμος. Δεν είναι παιχνιδάκι το στόλισμα του δέντρου, έχει κανόνες.

«Πώς σου καρφώθηκε να πας σε σεμινάρια δεν το ‘χω χωνέψει ακόμα. Από του χρόνου κομμένα αυτά. Δεν βγαίνουμε να πληρώνουμε το ψώνιο σου», είπε παίζοντας angry birds.

«Τι να πληρώνουμε αγάπη μου;», του είπα με την πιο γλυκιά φωνή μου.

«Το ψώνιο σου μωρό μου, το ψώνιο». Το μωρό μου το είπε ειρωνικά. Για την ιστορία το λέω, έτσι, για να καταγραφεί στα χρονικά.

«Τι να κάνουμε αγάπη μου, έχω ένα ψώνιο κ’ εγώ, ένα χόμπι. Κάνω και κάτι στη ζωή μου», του απάντησα. «Δεν κάθομαι όλη μέρα στον καναπέ να ξύνω τ’ αρχίδια μου», ήθελα να του πω, μα δεν το ‘πα. Έπρεπε όμως. Σπίθες ξεπετάχτηκαν παντού, πολλαπλασιαστήκανε με γοργούς ρυθμούς, και μια φλόγα δυνατή φούντωσε μέσα μου και έψαχνε χώρο να απλωθεί.

Απλά σε θέλω για τον εαυτό μου. Πιο πολύ απ’ ό,τι φαντάζεσαι.

Έπιασα το μεγάλο αστέρι του δέντρου από την κούτα που μόλις είχα κατεβάσει από το πατάρι για να στολίσω, αυτό με τη μυτερές τις άκρες, και έτσι όπως έπαιζε στο κινητό, –κάνε την ευχή μου πραγματικότητα– του το κάρφωσα με δύναμη στην κορυφή του κεφαλιού. –Ό,τι θέλω για τα Χριστούγεννα είσαι…-

Τσαακ, –Εσύ-. Τι ωραία που κούμπωσε, σαν να είχε έτοιμη υποδοχή για να μπει. Τα μάτια του άρχισαν να πεταρίζουν γρήγορα. Κάτι πήγε να πει. Ανοιγόκλεινε το στόμα, αλλά δεν έβγαινε ήχος. Ήταν σαν ψάρι που μόλις είχε αγκιστρωθεί στον πάτο μιας βάρκας. Πόσο για λύπηση φαινόταν; Αβοήθητος.

«Γιατί δεν λες τώρα τις μαλακίες σου Γιαννάκη», του είπα αλλά δεν απάντησε. Συνέχισε βουβός να ανοιγοκλείνει το στόμα, με τα μάτια γουρλωμένα, μέχρι που σταμάτησε.

Αίμα μόνο έτρεχε από το κεφάλι στους ώμους, πηχτό και σκούρο και έσταζε από τις κόκκινες πιτζάμες του που ποτίζανε σιγά σιγά στον καναπέ.

«Αχ αγάπη μου, θα μου λερώσεις και τα καλύμματα και μόλις τα ‘βαλα. Και άμα ποτίσει το αίμα, δεν βγαίνει», του είπα τάχα θυμωμένη.

Μάζεψα ό,τι πρόλαβα με τη σφουγγαρίστρα, ήπια και ένα ποτηράκι κρασί να δυναμώσω, και αγκαλιάζοντας τον, τον έσυρα στη γωνία του σαλονιού, δίπλα από την τηλεόραση, εκεί που στήναμε πάντα το δέντρο. Ήταν βαρύς σαν ένα μικρό πλανήτη.

«Και σου είπα να τις κόψεις τις κραιπάλες το βράδυ. Σουβλάκια, πίτσες, κρέπες. Η χαρά του delivery. Ασήκωτος έχεις γίνει, κοίτα χάλια».

Τον έβαλα μισοόρθιο στη γωνία, και πήρα και τον έδεσα με ταινία γύρω γύρω για να μην μου πέσει, γιατί ήταν ακόμα εύκαμπτος. Άμα παγώσει, θα στέκεται πιο καλά. Αχ και να υπήρχαν βάσεις για να στερεώνεις ανθρώπους.

Και τώρα κάθομαι και τον στολίζω. Και τα αγγελάκια του τα βάζω, και τις μπαλίτσες με τα στρας, και έναν μικρό Αη Βασίλη θα κοτσάρω να εδώ και θα βάλω και μια μικρή φάτνη κάτω στα ποδαράκια του με το βρέφος, τη Παναγίτσα, τους μάγους. Όλη τη συμμορία.

«Αχ αγάπη μου, σου τρύπησα λίγο το δερματάκι σου, συγγνώμη. Θα σου βάλουμε τώρα και τα φωτάκια σου να ‘ρθεις να δείξεις, να ωραία, έτσι, θα τα περάσω και γύρω από τη μέση σου, γύρω από το λαιμό σου. Τέλεια».

Ουφ κουράστηκα. Κάτσε να πιω μια γουλιά κρασάκι να καρδαμώσω. Να βάλω και λίγη μουσική να μπούμε στο κλίμα των Χριστουγέννων. Όχι αυτό, ούτε αυτό. Να το! Mariah Carey. All I want for Christmas Is You. Το αγαπημένο μου.

“I don’t want a lot for Christmass
There is just one thing I need
I don’t care about the presents
Underneath the Christmass tree”

Και τώρα η μεγάλη στιγμή έφτασε. Θα ανάψουμε τα λαμπάκια.
Ντα ντα.

Αααα, μούρλια. Καναδυό έχουν καεί, αλλά θα τα φτιάξουμε. Α, δεν αγοράζω άλλα. Δώδεκα ευρώ τα έχει ο άλλος από κάτω, και κινέζικα δεν παίρνω, να μου λαμπαδιάσεις.

Αχ, την κορδελίτσα ξέχασα. Να, ωραία. Κάτσε να πάω λίγο πίσω να σε καμαρώσω.

Κούκλα η Μαριώ, που έλεγε και η Μάνα μου. Και ούτε έξοδα, ούτε τίποτα-, που φαγώθηκες σπαγγοραμένε.

Πάντα ήθελα ένα ζωντανό δέντρο. Ή σχεδόν ζωντανό τελοσπάντων.

“I just want you for my own
More than you could ever know
Make my wish come true
All I want for Christmas is youuuuuuuuuuuuuuuuuuuu”

Καλά Χριστούγεννα αγάπη μου.

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly