frear

Ελευθερία Θάνογλου: “Οι πέντε εποχές του κόκκινου” – της Λίλιας Τσούβα

Με το βλέμμα της θάλασσας

«Τίποτα περισσότερο δεν ζήτησα
από τη ζωή μου
παρά μονάχα ένα βράχο
να ατενίζω την θάλασσα»

«Οι πέντε εποχές του κόκκινου» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Ελευθερίας Θάνογλου. Σε πέντε ενότητες: «της απουσίας, της μετανοίας, της παράθλασης, της αλμύρας, των πτήσεων». Με ποιήματα σύντομα ως επί το πλείστον, με τίτλο ή χωρίς τίτλο. Όλες οι ενότητες αντιστοιχούν στο περιεχόμενο των τίτλων τους. Όμως σχετίζονται και μεταξύ τους σαν μια ορχήστρα σε ένα ενιαίο όλον.
Η ποιήτρια κατασκευάζει το δικό της σύμπαν με υλικά το προσωπικό βίωμα και την ευαισθησία. Ο κόσμος της είναι μελαγχολικός. Όμως δεν είναι ζοφερός. Είναι ο κόσμος των ατομικών εμπειριών και της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Τις περιπέτειες της δικής της ζωής ιχνηλατεί. Όμως με τρόπο που να συναιρεί αντίστοιχα συλλογικά στοιχεία. Και αυτό είναι που καταξιώνει την ποίησή της. Το βιωμένο προσωπικό γεγονός, φορτισμένο με φιλοσοφημένη στάση, αντανακλά και εκφράζει τον αναγνώστη.

Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από λυρισμό και ερωτισμό. Μια γλυκιά μελαγχολία τη διακρίνει.

«Ένα μικρό Λονδίνο η ψυχή μου. Πάντα βρέχει».

Πρωτοστατεί η εικόνα στο λόγο της και τα εκφραστικά μέσα είναι πλούσια. Η ερωτική απουσία, το τέλος των σχέσεων, η ευτυχία που χάνεται, εκφράζονται παραστατικά, με ζωντανές εικόνες και διαυγή λόγο. Κυριαρχεί η μνήμη, επώδυνη, αλλά και νοσταλγική. Μικρά σπαράγματα ερωτικού λόγου τα ποιήματά της. Ο έρωτας μια δίνη, ένας καταρράκτης που φοβίζει τους μη μετέχοντες. Γέφυρες, αναχώματα, λευκές σημαίες δεν αρκούν. Ποτάμι ο έρωτας. Δεν αλλάζει κατεύθυνση, ούτε γυρίζει πίσω. Χαρμολύπη η ουσία του. Πικρό γλυκό κυδώνι η γεύση του. Στο τέλος πετάς το κουκούτσι.

Ο γιατρός
αποφάνθηκε
κρύσταλλα σπασμένα
τ’ αγγεία των δαχτύλων μου.

Κι εγώ απορούσα πώς
μπορούσαν να γράφουν με τόσο αίμα
το φως
και να σβήνουν με τόσες ζωές
τη νύχτα.

Εκθειάζεται το «μαζί» της αγάπης. Για τις μέρες της φθοράς, η ποίηση αποτελεί λύτρωση, είναι το καθαρτήριο.

Ο δικός σου έρωτας
μου χαράζει το δέρμα
κι εγώ για επούλωση
χαράζω μια λευκή κόλλα χαρτί.

Γίνεται χρήση της γεωμετρίας, για να εκφραστούν σχέσεις, αισθήματα, συμπεριφορές. Γωνίες και κύκλοι, τετράγωνα, ευθείες γραμμές, τεθλασμένες, κενά.

«Τετραγώνισέ με» της είπε.
«Δεν μπορώ» του απάντησε «ξέρεις πως στις γωνίες σκοτώνουν
κι ότι για μένα υπήρξες ο κύκλος μου».

Το ίδιο χρησιμοποιούνται και τα χρώματα. Δεσπόζει το κόκκινο. Αλλά και το κίτρινο, το γαλάζιο, το μπλε έχουν τη θέση τους. Όπως και οι εποχές, η φύση, η θάλασσα, το φως.

Ξεφλούδισα πράσινο μήλο
βρήκα ένα σκουλήκι
έκανα μια με το μαχαίρι αφαίρεσα τη σάρκα,
μαζί με το σκουλήκι.

Ξεφλούδισα τον χειμώνα
με την πικρή ψυχή του
βρήκα πολλά σκουλήκια.
Έκανα μια με το μαχαίρι, αφαίρεσα
λίγο από ψυχή
λίγο από σάρκα
κατάφερα να βγάλω ένα σκουλήκι.

Τα υπόλοιπα που μείνανε εντός μου•
βγάλανε κι άλλα κεφάλια.
Θίγεται ο φθόνος, η κακία, η ματαιοδοξία, η εγωπάθεια. Όμως βρίσκουμε και πολύ τρυφερά ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς, στα παιδιά, όπως και ποιήματα ποιητικής.
Οι ποιητές
για καθρέφτες
όνειρα
βυθούς
και κενά μιλάνε.

Σταμάτησε η ποίηση να σιωπά στο φως
μετά από χρόνια πολλά κοιτάχτηκε στα γυαλικά της σάλας.
Οι καθρέφτες είχαν θαμπώσει
χωρίς να καθρεφτίζουν τίποτα
τα όνειρα είχαν ξεχαστεί
και είχανε αλλάξει ταυτότητα
οι βυθοί γεμάτοι φύκια
και μόνο τα κενά των ανθρώπων παρέμειναν ίδια•
μεγάλα.
Η μοναξιά έχει την ιδιαίτερη θέση της. «Γίνεται επαίτης για ένα άγγιγμα». «Στην ψυχή μια μικρή ρωγμή». Η διάψευση αναρρώνει με «ψίχουλα καλοκαιριού».
Κάθε πρωί τα σπουργίτια
πιστά στο ραντεβού τους
τσιμπολογούν την Άνοιξη
μαζί με το ψωμί της.

Ραμφίζουν στο παράθυρο
την μοναξιά που πήγε να το σκάσει.

Κι εγώ τους πετώ ψίχουλα καλοκαιριού
που είχα φυλαγμένα
να ‘χουν στην απουσία μου
κάτι να με θυμίζει.

Η θάλασσα έχει την τιμητική της. Μονοπωλεί «την εποχή της αλμύρας». Αστερίες, όστρακα, καΐκια, παραγάδια, αλμυρίκια, αμμουδιές. Όλο το γλωσσάρι της επιστρατεύεται. Συνδυασμένη με το καλοκαίρι, άλλοτε λειτουργεί αναζωογονητικά και άλλοτε γίνεται πνιγμός για τα χαμένα όνειρα ή οδηγεί σε ναυάγιο.

Χαράματα.
Πήρε το καρεκλάκι,
τα πρωινά του όνειρα
τα εναπόθεσε στην άμμο
και κάθισε να δει την αρχή της ημέρας.

Φέτα καρπούζι η αυγουστιάτικη ανατολή
έσταξε πάνω στη θάλασσα, την λέρωσε•
κι έτσι καθώς υψωνόταν αργά αργά
για να την βαστάξει ο ουρανός,
δυο τρία σύννεφα περαστικά
ζήλεψαν την προσωρινή δόξα του θεάματος
όμοια με μαχαίρια έκοψαν από την ανατολή
δυο – τρεις φέτες δόξας.

Εκτός από την παραστατική εικονοποιία, αξίζει να τονίσουμε τη χρήση της αντίθεσης, όπως και το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτά είναι τα εργαλεία της ποιήτριας. Μ’ αυτά συνθέτει τον δικό της υποκειμενικό ποιητικό κόσμο.

Η θάλασσα πρασίνισε
ο ουρανός μαύρισε.

Εκείνη έσκισε τα κύματα
τα κύματα έσκισαν τα βράδυ τα χαρτιά της.

Εκείνος φόρεσε το βράδυ
και το πρωί που το ‘βγαλε σκοτείνιασε τελείως.

Το καλοκαίρι, η θάλασσα, η αγάπη, ο έρωτας. Ευαισθησία και συγκίνηση στην ποίηση της Ελευθερίας Θάνογλου. Πίνακες του Μονέ τα ποιήματά της, με ζωηρά χρώματα, συνθέσεις σε εξωτερικούς χώρους, έμφαση στο φως. Σε πολλά σημεία ο στίχος ευφάνταστος, δυνατός.

Η Ελευθερία Θάνογλου με την ποιητική συλλογή «Οι πέντε εποχές του κόκκινου» κάνει τα πρώτα βήματά της στην ποίηση. Αποδεικνύονται πολύ ελπιδοφόρα. Ο λυρισμός υποβλητικός. Η ποίησή της σου χαμογελάει. Τη γεύεσαι, την οσφραίνεσαι, τη ζεις. Αφήνει μια γλυκιά γεύση στα χείλη, σαν το παλιό καλό κόκκινο κρασί. Το αποτέλεσμα εξαιρετικά θετικό και ευοίωνο. Της ευχόμαστε καλή αρχή! Και καλοτάξιδη η ποιητική της συλλογή!

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly