ΛΓ΄

Και μάθε πως στο πατημένο από πίστη και τρέλα χώμα
γονατίζεις πιο εύκολα.

Αρκούν μερικά βήματα προς τα πίσω.

Γι’ αυτό γκρεμίσαμε τον περασμένο δρόμο
κάψαμε μητρώα ανέργων και λίστες πεσόντων
μαζί και των προγόνων την αρχαία δόξα
στάχτες στον άνεμο να μην μείνει τίποτα
να μας βαραίνει εκεί που πάμε.

Και τα κλειδιά, οι φωτογραφίες, τα γράμματα
τα ρούχα που φορούσαμε παιδιά
βότσαλα και καλοκαίρια που είχαμε στα συρτάρια φυλαγμένα
στα σκουπίδια.

Έτσι κι αλλιώς ήταν όλα χαμένα.

ΛΔ΄

Είχα γεννηθεί κι εγώ μαζί σας
νικητής και γενναίος.

Μοίρασα τα νιάτα μου στους λαούς για να σωθώ
κι άνοιξα φυλακές να ξεδιψάσουν με φως οι σκιές.
Έκαψα δάφνη και δενδρολίβανο στα σκοπευτήρια
θυμάρι στα υπόγεια και στα πορνεία.

Σε κάθε σπίτι φύτεψα ροδιές για τα πουλιά
σε κάθε γειτονιά δάσος για τ’ αγρίμια.
Έχτισα στις πόλεις μοναστήρια των τρελών
και στα βουνά θέατρα αγίων.

Άλλαξα τα ονόματα των δρόμων, τους νόμους, τα σύνορα
τις παρατάξεις, τα γήπεδα, τις θρησκείες,
τον σιδερένιο ήχο της ημισελήνου
και τον ξύλινο αντίλαλο του σταυρού
τον τριγμό των οδόντων και των ματιών το βλεφάρισμα
θρήνους, παιάνες, εμβατήρια, ψαλμωδίες κι ορατόρια
όλα τα σώπασα για ν’ ακουστεί από μακριά
ριζίτικο η καταιγίδα στις κορφές των ακατοίκητων θαυμαστικών
καθώς επαναλαμβάνονται τρεις φορές μετά την προδοσία.

Κι όταν πια κουράστηκα ακούμπησα
στον ιερό βράχο κάτω από το ίδιο σύννεφο
που κυματίζει αιώνες και μου είχαν δείξει οι μοίρες
για μάνα και πατρίδα.

ΛΕ΄

Τι γυρεύουμε σ’ αυτούς τους δρόμους
ρυτίδες πάνω απ’ τα υπόγεια των τυφλών καταδικασμένων
γενιές ολόκληρες χαμένες
μόνο με την πίστη της ιδέας που κάποτε θύμιζε
αλήθεια κι επανάσταση;

Γιατί περιμένουμε ακόμη στους ίδιους σταθμούς
τα ξεχασμένα τρένα του βορρά
που όλο κινούν και πάνε μακριά, πάντα για αλλού;

Πώς να κατεβάσουμε λάβαρα, να θάψουμε σπαθιά
να βγούμε γελώντας στις πλατείες
όλοι μαζί σαν παιδιά, αγκαλιασμένοι
με την φωτιά στο μέτωπο και το φιλί στα μάτια;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Luca Laghetti.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.