frear

Vesalius – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Το σώμα του Βενσάν απλωνόταν σαν χώρα πάνω στην ξαπλώστρα. Το Mont Ventre στο κέντρο, και παρακάτω ένας τόπος όλο ποταμούς και παραποτάμους, εκεί που πετιόνταν στα γέρικα πόδια του οι κιρσοί, και στο κουντεπιέ οι φλέβες, από τις δεκαετίες της ορθοστασίας στο εργοστάσιο της Citroën στο Ολνέ-σου-Μπουά, προτού το κλείσουν. Ήταν δίκαια κερδισμένος με ιδρώτα, και σχέδιο κι όνειρο μιας ζωής, τούτος ο μήνας των καλοκαιρινών διακοπών στο Λαγανά σε ξενοδοχείο πέντε αστέρων, κλεισμένος μέσω ενός τουριστικού γραφείου στο Σεβράν, κοντά στο διαμέρισμα όπου έμεναν αυτός και η Σιλβί, κάτω από γκρίζους χειμωνιάτικους ουρανούς, αλλά πάντα με μια γλάστρα σε κάθε τους παράθυρο την άνοιξη και το καλοκαίρι. Αυτές οι διακοπές, κι ένα Citroën C4 Picasso πίσω στο Σεβράν, ταχτικά σκεπασμένο με κουκούλα, ήταν το επιστέγασμα των κόπων τους.

Τον Λαγανά δεν τον ήξεραν, τους έδειξε ο πράκτορας φωτογραφίες του ξενοδοχείου και της παραλίας και τ’ αποφάσισαν, μα τον είχαν αντικρίσει από το τζάμι του μικρού λεωφορείου, στον ερχομό τους πριν από ένα δεκαήμερο, κι ύστερα κλείστηκαν στην όαση του ξενοδοχείου και δεν έβγαιναν ποτέ έξω. Η εικόνα του θέρετρου ήταν αποκαρδιωτική: σκουπίδια παντού, άθλια μαγαζιά, μεθυσμένοι, «γουρούνες», τσακωμοί.

Αλλά το ξενοδοχείο ήταν όπως τους το υποσχέθηκε ο πράκτορας κι όπως το είχαν ονειρευτεί, έτσι δεν τους ένοιαζε τι υπήρχε παραέξω. Η παραλία απλωνόταν ατελείωτη και υπάλληλοι έστρωναν νωρίς κάθε πρωί την άμμο. Ο Βενσάν έτρωγε ένα χορταστικό πρωινό, γεμίζοντας το πιάτο του και δεύτερη ή και τρίτη φορά. Η Σιλβί του ’λεγε να προσέχει, να μην το παρακάνει, αλλά με τόνο τρυφερό κι ανέμελο, γιατί το σώμα ηρεμεί στις διακοπές, αλλάζει, και χωνεύει τη διπλάσια τροφή. Υπήρχαν μερικοί συμπατριώτες τους, πολλοί Ιάπωνες, Εγγλέζοι, αρκετοί Γερμανοί. Από τη δεύτερη τρίτη μέρα είχαν βρει το «τραπέζι τους», σαν να υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στους αγνώστους που πρωί, μεσημέρι και βράδυ έτρωγαν μαζί στην τραπεζαρία, έτσι ένα συγκεκριμένο τραπέζι κατοχυρωνόταν σε μια συντροφιά ή οικογένεια, ή σ’ ένα αντρόγυνο, μετά τις πρώτες φορές που θα κάθονταν εκεί. Και ούτε ήταν ακριβώς άγνωστοι, κι ας μην είχαν όνομα. Είχε ο καθένας τον τρόπο που καθόταν, που κοίταγε γύρω του, που μιλούσε, καθώς και το συνδυασμό των ετερόκλητων φαγητών που μ’ αυτά γέμιζε το πιάτο του – όλα τούτα, που οι άλλοι τα πρόσεχαν καθώς έτρωγαν, ήταν γι’ αυτούς ό,τι τον όριζε αντί για το όνομά του. Υπήρχε έτσι μια αίσθηση οικειότητας· η ατμόσφαιρα στην τραπεζαρία ήταν πράγματι απρόσωπα ζεστή, μια φιλική ατμόσφαιρα μεταξύ ξένων, και σ’ αυτό συνέβαλλε η εξυπηρετικότητα κι ο επαγγελματισμός του προσωπικού.

Μετά το πρωινό, ώσπου να χωνέψουν, ξάπλωναν σε δυο ξαπλώστρες, ο καθένας με το βιβλίο του, που της Σιλβί τέλειωνε στο άψε σβήσε και του Βενσάν σερνόταν αργά από σελίδα σε σελίδα, ανάμεσα στα διαστήματα που είτε λαγοκοιμόταν είτε κοιτούσε, γαλήνια αφηρημένος, όπου τύχαινε να πέσει η ματιά του. Η παραλία μπροστά στο ξενοδοχείο, η θάλασσα κι ο ουρανός ήταν σαν χούφτα ενός ευμενούς θεού: ζεστή, υγρή, φιλόξενη, και μέσα της το αντρόγυνο αναπαυόταν σε μιαν αιώνια ληθαργική στιγμή, υπνωτισμένο απ’ το λαμπύρισμα του νερού.

Το μεσημέρι ο Βενσάν θα γέμιζε ανυπερθέτως και τρίτη φορά το πιάτο του, αλλά το βράδυ το γέμιζε μόνο μία φορά πάντα. Προτού πέσουν για ύπνο, έπιναν ένα ποτό στο μπαρ του ξενοδοχείου, που στη μουσική είχε θεματικές βραδιές: λάτιν, ελληνική, Abba, γαλλική.

Προς το τέλος όμως της δεύτερης βδομάδας, ανεξήγητη ανησυχία κατέλαβε τον Βενσάν, που πρότεινε στη Σιλβί να επισκεφτούν την πόλη της Ζακύνθου. Ύστερα από τόσες ημέρες που είχαν περάσει παραδομένοι στη γλυκιά ρουτίνα του ξενοδοχείου, η εικοσάλεπτη διαδρομή με το λεωφορείο τους αναστάτωσε. Θα περνούσαν το πρωί στην πρωτεύουσα, και το μεσημέρι θα γυρνούσαν ξανά. Ο Λαγανάς, κι όλοι οι οικισμοί ως την πόλη, τους φάνηκαν ακόμα πιο βρόμικοι τώρα, με σκουπίδια σκορπισμένα σε σωρούς εδώ κι εκεί, και με μικρές και μεγάλες ταμπέλες που, βαλμένες άναρχα παντού, διαφήμιζαν μπαρ, ταβέρνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, εκδρομές σε παραλίες ή για να δουν οι τουρίστες τις θαλάσσιες χελώνες.

Στο πρόγραμμα ήταν πρώτα να επισκεφτούν εκείνη τη μεγάλη εκκλησία, τον Saint-Dionysios. «L’un des rares bâtiments de la capitale à avoir survécu au terrible tremblement de terre qui, en 1953, dévasta une grande partie de l’île», έγραφε ο οδηγός. «Construite au début du XVIIIe siècle, l’église est dédiée au saint patron de l’île, Saint Dionysios (ou Saint-Denis). A l’intérieur de cet édifice inspiré du style byzantin se trouvent de magnifiques fresques».

Μπήκαν και για λίγο στάθηκαν κοιτώντας τις υπέροχες τοιχογραφίες που έλεγε ο οδηγός, ώσπου πρόσεξαν κάποιους που είχαν σταθεί στη σειρά και περνούσαν ένας ένας από μια πλαϊνή πόρτα. Περίμεναν κι αυτοί και, όταν ήρθε η σειρά τους, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα λείψανο ντυμένο με άμφια. Βγήκαν αμήχανοι από μια πλαϊνή πόρτα και προχώρησαν δίπλα στη θάλασσα ως την άλλη άκρη του λιμανιού, κι εδώ αναπάντεχα, ύστερα από τον άφθαρτο άγιο στην εκκλησία, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα μακάβριο άγαλμα. Μες στο νησιωτικό λιοπύρι, ένας γδαρμένος μυώδης άντρας από μέταλλο υψωνόταν σ’ ένα βάθρο. Στους ώμους του κάθονταν περιστέρια, που πέταξαν ψηλά και κατέβηκαν στη σκεπή μιας άλλης εκκλησίας εκεί δίπλα. Ο μεταλλικός άντρας κρατούσε στο λυγισμένο δεξί του χέρι μια νεκροκεφαλή και την κοιτούσε συλλογισμένος, με κάποια θλίψη. Οι μύες στο πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια του φαίνονταν όχι ανάγλυφοι, μα ξεγυμνωμένοι στο γδαρμένο του κορμί. Ο άντρας ήταν βαθιά κι αληθινά γυμνός, με τα γεννητικά του όργανα να κρέμονται ρωμαλέα από το υπογάστριό του.

Ρώτησαν και τελικά έμαθαν πως είχε στηθεί εκεί προς τιμήν του Ανδρέα Βεσάλιου, ενός Φλαμανδού ανατόμου που ’χε πεθάνει στη Ζάκυνθο το 1564.

Κουρασμένοι από τον περίπατό τους, κάθισαν να φάνε, κι όταν γύρισαν στο ξενοδοχείο το εστιατόριο ήταν ακόμα ανοιχτό, έτσι ο Βενσάν επέμεινε να φάνε ξανά, και μάλιστα γέμισε δύο φορές το πιάτο του. Το βράδυ κάθισαν πάλι στην τραπεζαρία, και στις έντεκα ήταν ξαπλωμένοι, η Σιλβί με το βιβλίο της ανοιχτό μπροστά της, κι ο Βενσάν με το δικό του λησμονημένο στα πόδια του, με τον αντίχειρα βαλμένο σαν σελιδοδείχτη στη σελίδα όπου είχε μείνει.

Περασμένα μεσάνυχτα, έσβησαν το φως, καληνυχτίστηκαν και κοιμήθηκαν, μα λίγο αργότερα ο Βενσάν ξύπνησε καταϊδρωμένος και νιώθοντας τρομερό πόνο στο στομάχι. Ανακάθισε, και η Σιλβί τον κατάλαβε μες στον ύπνο της και μισοξύπνησε.

«Τι έχεις;» τον ρώτησε.

«Το στομάχι μου», της είπε. «Με πονάει. Θα περπατήσω λίγο για να χωνέψω».

«Τέτοια ώρα;»

«Τι πειράζει;»

«Άναψε το φως αν θες».

«Όχι», της είπε. «Δεν χρειάζεται».

Πήρε τα ρούχα του, που τα ’χε αφημένα στην καρέκλα, πήγε στο μπάνιο ανοίγοντας το φως και κλείνοντας την πόρτα, και ντύθηκε εκεί. Έπειτα έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του, έσβησε το φως του μπάνιου και βγήκε από το δωμάτιο παίρνοντας μαζί το κλειδί. Είχε σκοπό να τριγυρίσει λίγο στο χώρο του ξενοδοχείου, ίσως να πάει ως την παραλία και να δει για λίγο τη σκοτεινή θάλασσα, μα τελικά βγήκε στο δρόμο έξω απ’ το ξενοδοχείο και βάδισε προς την πόλη, που ήταν γεμάτη φώτα, θόρυβο, κίνηση. Προχώρησε δίχως προορισμό, βλέποντας γύρω του παρέες πιωμένων νεαρών. Μηχανάκια και γουρούνες πήγαιναν πέρα δώθε με σαματά. Σε μια πινακίδα μπροστά του αναβόσβηναν δυο κόκκινα γυναικεία πόδια με γόβες, όμως αντί για γυναικείο σώμα αποπάνω υπήρχε ένα ποτήρι. Κάτω από την ταμπέλα, βουτώντας ρυθμικά στο φως της που τους έβαφε αιμάτινους, ήταν πέντ’ έξι νεαροί που καβγάδιζαν με φωνές κι έντονες κινήσεις. Ο Βενσάν πλησίασε κι είδε ξαφνικά τον έναν να βγάζει με μια απότομη κίνηση κάτι από την τσέπη του τζιν του και να τινάζει έπειτα το χέρι του προς το πρόσωπο ενός απέναντί του. Ύστερα σκόρπισαν όλοι, εκτός από κείνον που ’χε δεχτεί το πλήγμα και τώρα έβαλε πρώτα το χέρι στο μάγουλο κι έπειτα το σήκωσε κόκκινο –και δυο φορές κόκκινο όποτε άναβε η ταμπέλα– μπροστά στα μάτια του. Ο Βενσάν πλησίασε κι άλλο, ώσπου έβλεπε καθαρά τη βαθιά πληγή στο νεανικό πρόσωπο, μα έπειτα έκανε μεταβολή, όταν άρχισε να μαζεύεται κόσμος, και προχώρησε πίσω προς το ξενοδοχείο. Μπήκε όσο γινόταν πιο αθόρυβα στο δωμάτιο και ξεντύθηκε στο σκοτάδι, αφήνοντας τα ρούχα του στην καρέκλα.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε μισοκοιμισμένη η Σιλβί.

«Ναι», της είπε. «Μου πέρασε ο στομαχόπονος. Κοιμήσου».

Ξάπλωσε δίπλα της, έμεινε γι’ αρκετή ώρα ξύπνιος ώσπου να κοιμηθεί τελικά κι αυτός, και δεν βγήκαν ξανά απ’ το ξενοδοχείο, γιατί δεν υπήρχε λόγος να βγουν ούτε ένιωσαν την ανάγκη να το κάνουν, ως το τέλος εκείνου του μήνα των διακοπών τους.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Το έργο: μπρούντζινο άγαλμα άντρα που φαίνονται οι μυς του και κρατά νεκροκεφαλή, των Pascale Pollier και Richard Neave, προς τιμήν του Ανδρέα Βεσάλιου, Ζάκυνθος, φωτ. Μιχάλης Μακρόπουλος.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly