Μα έχει κάποιο νόημα μια ακόμη παρουσίαση αυτού του βιβλίου; Δεν έγραψαν ο Χατζηβασιλείου, η Μανδηλαρά για τον Σκαμπαρδώνη; Σπύρε Παύλου τι ζητάς σε ξένα χωράφια, γιατί φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν; Δεν μίλησε συγκινητικά ο Χατζάκης, στην υπέροχη ομιλία του για τον συγγραφέα, στον Ιανό; Δεν είπε ότι οι 27 ιστορίες συνθέτουν ένα ρέκβιεμ της ύπαρξης, ότι ο Σκαμπαρδώνης είναι ένας ομολογητής της ανθρώπινης περιπέτειας, ένας απαρηγόρητος θιασώτης ενός αναμνηστικού χρόνου, ότι τα διηγήματα αυτά είναι μια ανακλητική μνήμη; Δεν είπε, επίσης, ότι το Ντεπό είναι ένα μεταφυσικό έργο, ένα έργο μαγικού ρεαλισμού, ότι ο Σκαμπαρδώνης στέλνει με τα διηγήματα του μια αντιπροσωπία στην έρημο της ύπαρξης; Μήπως δεν έγραψε ο Στέφανος Τσιτσόπουλος στην Athens Voice ότι τα διηγήματα αυτά είναι σαν απολυτίκια πεταμένα στο βυθό μιας λίμνης, σαν κουτάβια νεογνά που μόλις άνοιξαν μάτια; Δεν προσκύνησε τον σαρωτικό, περισκοπικό, ευθύβολο λόγο, την ασύλληπτη γλώσσα του Σκαμπαρδώνη; Δεν έγραψε ότι τα διηγήματα του Ντεπό είναι σουρεαλισμός, μεταφυσική, μαγικός ρεαλισμός, ευθείες συνομιλίες με Μπόρχες μα και Παπαδιαμάντη; Ότι είναι είκοσι επτά ορισμοί για το τι θα πει διήγημα (εδώ δεν αναφέρει τους ορισμούς του διηγήματος, όπως τους έδωσε ο Σκαμπαρδώνης στο υπέροχο διήγημά του «Τι είναι διήγημα;»). Δεν έγραψε ότι τα «ποιητικότατα» χωρία του Ντεπό «ας απαγγέλλονται δίπλα στον καταρράκτη Εδέσσης ή στην ξινόμαυρη ένεκα κρασιού Νάουσα.»; Δεν είναι σύμφωνα με την κ. Μανδηλαρά «ένας πολύχρωμος, πυρακτωμένος κόσμος, γεμάτος αντάρα και ορμητική διάρκεια, ένα καλωδιωμένο ρεύμα που διαπερνά τη μόνιμη αγωνία της ζωής; Ότι «Πρόκειται σαφώς για μια ύψιστη αναφορά στην ανθρώπινη εμπειρία», πως «Ένα πρωτοχριστιανικό αλλά και αρχαϊκό συνάμα αξιακό υπόστρωμα προβάλλει σε κάθε ιστορία, βγαλμένο από τα έγκατα της Ιλιάδας και των μύθων, με τους άνδρες να μαζεύονται στα βουνά κάτω από τα περήφανα έλατα και η συμπεριφορά τους να μη διαφέρει από τα βιβλικά χρόνια, […] σκηνές όπου κυριαρχούν ο βοσκός, τα χωρατά, η τραγωδία και η πατριαρχική φιγούρα του παπά, η ραψωδία χ του Ομήρου και το κεφάλαιο 143 των Ψαλμών του Δαβίδ.»; Δεν έγραψε ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης ότι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης «είναι καλός μπάρμαν. Παίρνει τα υλικά που του δίνουν οι παραπάνω φιάλες και τα βάζει σε πολύχρωμα σέικερ λογοτεχνικής ώσμωσης»; Δεν κατέληξε γράφοντας ότι «ίσως αυτό που μένει από την ανάγνωση είναι η μετάγγιση μιας προσωπικής ηθικής, η οποία διέπει τη σκέψη του διηγηματογράφου, μιας ηθικής που ποτίζεται από την καθημερινότητα και επιστρέφει τη χάρη σ’ αυτήν»;

Διεκδικώ διαβάζοντας αυτά τα διηγήματα να είμαι ένας από τους ήρωες της ακριβής ρέμβης, αλλά από την πλευρά του αναγνώστη. Λέω να γράψω λίγα λόγια για το βιβλίο, αποφεύγοντας να σταθώ «κριτικά» στον κεντημένο άψογα λόγο του Σκαμπαρδώνη, τις πολυποίκιλτες λεξικές βελονιές, στην πιο διευρυμένη μέχρι τώρα αφηγηματικά γλώσσα του, την πιο κομψή ομορφιά, ένα λόγο που σαν ίσκιος δραμινός ευλογεί την τρομερή περιοχή της ύπαρξής μας, και να διαλέξω το δικό μου δρόμο. Το δρόμο της ασύνορης ευχαρίστησης που μου πρόσφεραν τα διηγήματα αυτά.

Ας το επιχειρήσω. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι ήρωες, αν δεχθούμε ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ αυτούς, γράφοντας στην προμετωπίδα του βιβλίου του τον στίχο του Γιώργου Σαραντάρη «Ήρωες της ακριβής ρέμβης». Είναι τα ιχθύδια, οι αβρές, τρυφερόβιες, αργυρές, αδέκαστες αθερίνες, αυτές οι φαεινές πιθανότητες, τα ελάχιστα ανύσματα, ο όχλος υπαινιγμών. Οι γυναίκες με το βαθύ κόκκινο κραγιόν, αεροσυνοδοί ιπτάμενων αρωμάτων, οι ποικίλες, επιθετικές ευωδίες, αυτά τα αυθαίρετα, προηγιασμένα μεταβαλλόμενα ημιτόνια, οι αύρες υστεροφημίας. Η Ευριδίκη με τα ίχνη παλαιάς ομορφιάς που την εγκατέλειπαν ραγδαία. Η φυσαλιδώδης Μαίρη με την επιπέδωση, τη μικρογναθία, τη συμπίεση ρινικής γέφυρας, τη λαγωχειλία, την πολυδακτυλία, τις διμερείς οπλές των φτερνών της, την προβολή μετώπου, με τη μαύρη, μυτερή γλώσσα. Είναι η πολύ ηλικιωμένη, λεπτή, αλλά κομψή με κάποια ακατανόητη τραγικότητα στα μάτια της Ελισάβετ Ιωαννίδου-Πέτριτσι, αντιπρόσωπος «Μουράνο» σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, με τον έξοχο πολυέλαιο με κρύσταλλα αθερίνες, να φωτίζει το φαεινό γιγανταιώρημα που αγάλλεται επηρμένο ανάμεσα σε πευκοβελόνες και στα κλαδιά, με τα κρύσταλλά του να ξαστράφτουν θαρραλέα, με παγωμένη οξύνοια και σε πλήρη κρινόλευκη δόξα μέσα στο σκότος. Ο Γιάννης, συνταξιούχος ταχυδρομικός υπάλληλος, με την πολλή και μακροχρόνια μοναξιά, που πετάει με δύναμη κι απέχθεια τη ταχυδρομική του σάκα στο ποτάμι, στην ασταμάτητη ροή υδράργυρου, κάτω από το φως της σελήνης, που τώρα μοναρχεί στον σκουρόμαυρο θόλο, διακτινίζοντας κυκλικά αργυρές ανταύγειες σαν πολυέλαιος, ο υπέρτατος πολυέλαιος. Η γυναίκα με τα υγιή μαλλιά, τον μεγάλο διασκελισμό και τα χαμηλά παπούτσια, εκείνη η γυναίκα με τα άσπρα στίγματα στα νύχια, τη σκαφτή μέση και τα χέρια που υγραίνονται εύκολα από το φόβο. Η γυναίκα που της πηγαίνουν οι μοχέρ μπλούζες και οι βυσσινί δαντελωτές κάλτσες, με το καλτσόν που κάνει χρτς στο σταυροπόδι της, η Ελένη, με το τατουάζ στο βλέμμα, η γυναίκα που ξέρει από οδύνη και πώς να ζυμώνει το ψωμί. Το ανοικονόμητο, τεράστιο, φοβερό αγριογούρουνο δεμένο στον κοτσαδόρο του ημιφορτηγού και η μεταφορά του, ο παραλοϊσμός του κυνηγού, που δεν μπορεί να αντέξει τον βασανισμό και τον φρικτό θάνατο των ζώων, η καταστροφή των οργάνων δολοφονίας των ζώων, και τέλος το χρυσοσκάνδαλο δίκαννο «Saint Etienne», το πιο ελαφρύ κι αξιόπιστο όπλο σύμφωνα με τον αφηγητή της ιστορίας, πεταμένο στα τυφλά, μακριά, έξω από την αυλή του σπιτιού του. Ο Γιάννης Περλεπές, απ’ τα Γιάννινα, λίγο ζαβούτσικος, που όμως είχε σώσει με τον ηρωισμό του τον Νίκο Ζαχαριάδη, το βράδυ των Χριστουγέννων του 1948, επικεφαλής είκοσι παιδιών-ανταρτών, λένε τα κάλαντα στους στρατιώτες του Εθνικού στρατού, κι εκείνοι ανταποδίδουν με την «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη, ιστορία που καταλήγει με επτά αντάρτες νεκρούς, όταν πέφτουν σε ναρκοπέδιο. Ιστορίες για το μωρό σαβανωμένο με μετάξι απ’ τα κουκούλια και η Μητσιό να το πλένει με τη χούφτα στο ποτάμι, να του δίνει με τ’ ακροδάχτυλά της μερικές σταγόνες κρασί, σαν μεταλαβιά, να πίνει κι αυτή πού και πού απ’ το κρασόνερο, ενώ γύρω της χοροπηδούνε, σαλτέρνουνε τρελά, μέσα έξω απ’το κρασόνερο που τρέχει ασημίζοντας, δεκάδες μεθυσμένες πέστροφες. Είναι ο Ιωαννίκιος,, καλόγερος στη μονή Ραβδούχου, πρώην κομμουνιστής και αντάρτης, όταν μετά τη δεύτερη Ανάσταση πέντε μοναχοί με σκοτεινές διαθέσεις, βλοσυροί, τον οδηγούν μέσα από στοές, καταπακτές, αλυσίδες, που κρέμονται ως κάτω στο σκότος, στο έσχατο μέρος, εν τοις καταχθονίοις. Εκεί στο οστεοφυλάκιο της μονής, παίζουν και τραγουδούν όλοι μαζί σμυρναίικα κι μικρασιάτικα τραγούδια, πίνοντας τσίπουρο αδελφωμένοι, και στο τέλος ψέλνουν με μεγάλο πάθος, δέος, και με πάσα πνοή: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας…». Διαβάζουμε την αφήγηση του τσομπάνη Τάκη Σιγομήτρου, για τον Ρίτσο, τον πιο θρυλικό λύκο των τελευταίων δέκα χρόνων, στην περιοχή Κρανιά Ελασσόνας ως κάτω στα Χάσια, που πηδούσε, λένε, πάνω από δυόμιση μέτρα ύψος, με πατέρα λυκόσκυλο, που μάγευε το κοπάδι, τα σκυλιά και τον τσομπάνη, πριν το αρπάξει. Ένας λύκαρος που οι διηγήσεις τον είχανε φτάσει σε ιδεολογική ανύψωση. Ο μεγάλος τζερεμές. Ο αιμοδιψής, αθώος, αγνός κι αδάμαστος, μυσαρός και θηριόγνωμος, έχει όμως έναν ορκισμένο εχθρό. Τον Πολύκαρπο, τον μεγάλο, θεόρατο και περήφανο τράγο. Τώρα στην ιστορία μας, ο Ρίτσος έχει μπροστά του όχι τον Πολύκαρπο αλλά το ολόγραμμά του, το ψηφιακό του καλούπι, φτιαγμένο από τον Χρήστο Ζηρό, απόφοιτο του Ινστιτούτου Ολογραμμάτων Κρήτης. Είναι η τελική αναμέτρηση. Ο Πολύκαρπος έχει σφαχτεί από τον Γκίκα τον ιδιοκτήτη του, πριν πεθάνει από το θανατηφόρο δάγκωμα του Ρίτσου στην προηγούμενη αναμέτρησή τους. Με αυτό το τέχνασμα ο Ρίτσος πέφτει χτυπημένος από τις σφαίρες του Χρήστου, τη στιγμή που με ένα επικό, καμπυλωτό άλμα με στόχο τον λαιμό του ψηφιακού Πολύκαρπου, συναντά αέρα και ξαναορμά. Ο Ρίτσος, γέρος πια, διηγούνται οι τσομπάνηδες, έρχεται τώρα κοντά στο μαντρί και κοιτάζει τον Πολύκαρπο, που μοναρχεί στη στέγη, φωτεινός, ανέγγιχτος, μετέωρος σχεδόν, ολοζώντανος και περήφανος. Τον κοιτάζει αλλά δεν μπορούνε να καταλάβουνε τι σκέφτεται. Ήρωας της μακρινής ρέμβης ο κυρ Στέλιος, εργάτης στον υπόγειο φούρνο «ΜΕΖΑΠ», στου Χαΐτογλου, που έφτιαχνε ταχίνι και χαλβάδες από σουσάμι, ξυπνούσε χαράματα , μες στον βαρύ χειμώνα, στη μικρή αυλή της παράγκας του, γυμνός από τη μέση και πάνω, και πλενόταν ώρα πολλή στη βρύση με το παγωμένο νερό. Ένας λιθοβολισμός από τον Κάτω Κόσμο στο αυτοκίνητο του αφηγητή. Ο κυρ Παύλος, ο κουρέας με τα πανέμορφα, θηλυκά σχεδόν, πεντακάθαρα χέρια, μορφή τρυφηλή, εντελώς καβαφική, με τα όμορφα, μεγάλα, βαθυκάστανα μάτια, μακιγιαρισμένα, τα πουδραρισμένα μάγουλα και πλούσια λευκά μαλλιά, διηγείται για τον παππού Παύλο, κουρέας κι αυτός, κομμουνιστής, ο οποίος κατά τα μέσα Μαΐου 1945, ή λίγες μέρες μετά, κουρεύει τον Άρη Βελουχιώτη για στερνή φορά. Μαζεύει τα μαλλιά και τα γένια του Άρη σε μια σακούλα και τα κρύβει. Μαθαίνουμε μέσα από τους δαιδάλους τού ύπνου του Γιώργου Πούπη, την εξομολόγηση του Καρτιέ-Μπρεσόν για τη σκέψη του για τη μεταθάνατον επίσκεψή του στην Ελλάδα για να φτιάξει καινούργιες φωτογραφίες. Για τη δυσοίωνη, σχετικά περίπλοκη, ατσάλινη, στιβαρή μηχανή, μαύρη, παλιά, αλλά γρασαρισμένη, καθαρή, διατηρημένη άψογα, την πρέσα όπου κόπηκαν τα πενήντα πέντε χιλιάδες εβραϊκά αστέρια, τον Ιανουάριο του 1943. Διαβάζουμε για το παλιό πολυβόλο “Sten”(εγγλέζικο όπλο-με παραλλαγή των Γερμανών το ΄43), για τον κυρ Ηλία, εβδομήντα εννιά χρονών, να δίνει στον Μόργκα, ένα πεντάχρονο, ασπρόμαυρο καθαρό τσομπανόσκυλο, περήφανο, με μπόι-θέριεμα, ίσα με μισό γαϊδούρι, γαλαζοκίτρινα μάτια, να φάει την παραμονή των Χριστουγέννων του 2013, στις δώδεκα παρά τέταρτο, πριν από την αναμέτρησή του με τους λύκους που πολιορκούν το μαντρί, μαγειρίτσα, που έχει ετοιμάσει ο ίδιος με τα χέρια του. Και με το πρώτο ελάχιστο φως, χαράζοντας ελαφρά, ο κυρ Ηλίας σηκώνει το «Sten» και αδειάζει με τη μία όλη τη γεμιστήρα πάνω στους λύκους, ρίχνοντάς τους νεκρούς και χτυπημένους, πανικοβλημένους, δίνοντας στον καταματωμένο Μόργκα ένα αποξηραμένο αγιορείτικο αντίδωρο, λέγοντάς του χαμηλόφωνα: «Χρόνια πολλά, Μόργκα. Καλά Χριστούγεννα». Ήρωας της ακριβής ρέμβης ο Τηλέμαχος Ζαΐρης, εβδομηνταδύο ετών, δώδεκα χρόνια συνταξιούχος πιλότος, στη θέση 18Α, ως επιβάτης της πτήσης Αθήνα-Αγία Πετρούπολη, ανήσυχος διαπιστώνει τη γενική παγοποίηση στα εξωτερικά μέρη της ατράκτου, και φοβάται τυχόν δυστύχημα, παρατηρεί τα πάντα, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση, γιατί φοβάται, πανικοβάλλεται, τώρα που δεν είναι πιλότος. Διαβάζουμε για την επίσκεψη στην Αρετσού, στον γενέθλιο τόπο του παππού του αφηγητή, που τον επισκέπτεται το 1973, πρώτη φορά ύστερα από πενήντα ένα χρόνια. Φτάνει στο πατρικό του, πάει στην κουζίνα, αποκαλύπτει ένα πηγάδι που έπαιρναν νερό, βρίσκει έναν μεταλλικό κουβά, τον δένει με σκοινί, βγάζει νερό και το αφήνει πάνω στο τραπέζι. Ο Τούρκος ιδιοκτήτης και ο πατέρας πίνουνε ρακί, yeni raki, τρωγοπίνοντας, κουβεντιάζοντας, ο πατέρας του αφηγητή ξεσκαλώνει έναν έναν τους τσίρους από τις κλωστές και τους ρίχνει πάλι μέσα στη θάλασσα. Διαβάζουμε για την «Καβασάκι ΖΖΖ 1100», του 1990, με επιβάτες που φορούν λευκό, υφασμάτινο καλσόν, και κόκκινο τσαρούχι με τα εξήντα καρφιά στη σόλα και τη μαύρη φούντα, κατάλευκη φουστανέλα, πορφυρό ζωνάρι, άσπρη πουκαμίσα με φαρδιά, μαρουλάτα μανίκια, γιλέκι κεντητό, μακριά μαλλιά, τον Νίκος, και η Ελβίρα, το ομορφότερο κορίτσι του φοιτητικού Συλλόγου Παραδοσιακών Χορρών, ντυμένη με τη στολή της Αλεξάνδρειας Ημαθίας, μαζί με έξι μοτοσυκλετιστές με πέτσινα, τατουάζ, μπότες, καρφιά, κρεμασμένες αλυσίδες και μακριά μαλλιά, με «Χάρλεϊ», με υπερυψωμένα τιμόνια, «BMW», χορεύουν όλοι μαζί στο μαγαζί «Αντίθετο» το αργό, συγκαθιστό «Μπεράτι» και το «Κατακαημένη Αράχωβα, Νταβέλη, Νταβέλη…», με τη φωνή της Νίτσας Τσίτρα, και κατόπιν ο Στέλιος, ή Στηβ, ψηλός, θηριώδης, γενειοφόρος, με μαύρα πέτσινα και ατσαλόβιδες κρεμασμένες στο στήθος τραγουδάει το «Ace of spades» των “Motorhead”, φωνάζοντας: «Γεια σου, κλαριτζή, με το μυδράλλιο!» Ιστορεί τον απόλυτο ήρωα της ακριβής ρέμβης Βασίλης Τσιτσάνη, στα 1963, ο οποίος λάμποντας ολόκληρος από ένδον μουσική, στέλνει τον αφηγητή, μικρό τότε παιδί, να του αγοράσει τσιγάρα «Άσσο φίλτρο», από το περίπτερο που απέχει εκατό μέτρα από το κέντρο «Καλαμίτσα», στο Καραμπουρνάκι, όπου έχει πάει με τους γονείς του αρχές Σεπτεμβρίου, και την άρνηση του πατέρα του να δεχθεί το φιλοδώρημα του συνθέτη για τον κόπο του παιδιού. Διαβάζουμε την ιστορία για την καρνταρόμπα του νεκρού, εξόχως αυστηρού εισαγγελέα Σοφοκλή Παπασταύρου, την ιδιοτροπία του ν’αγοράζει ακριβά ρούχα τα οποία δεν φοράει ποτέ, για το ερώτημα του Φώτη Σεκέρογλου, οδηγού του αυτοκινήτου συνοδείας κατά την κηδεία του εισαγγελέα, ποιο από τα δυο ήταν γυφτιά: η συμπεριφορά του εισαγγελέα ή του Τζίμη Μπουντούρη, μαυριδερού Ρομά, ο οποίος χρησιμοποιεί μέχρι εξαντλήσεως ότι έπεφτε στα χέρια του. Είτε ρούχα είναι αυτά είτε πετιμέζι. Για να μονολογήσει μουλωχτά: «Ο ένας χειρότερος απ’τον ίδιο». Διαβάζουμε για έναν ακόμη ήρωα, για τον Γιάννη που το πρωί της 21ης Απριλίου 1967, δεκατριών χρονών παιδί, ζητάει από τον οδηγό του σκοτεινού άρματος μάχης, που είναι σταθμευμένο ακριβώς πάνω στην εστία του «Γουέμπλει», την αλάνα της γειτονιάς, να τραβήξει το άρμα παραπέρα γιατί δεν μπορούν να παίξουν μπάλα. Ο χειριστής του άρματος το μετακινεί κάπως επιθετικά, φιγουρατζίδικα, δυσαρεστημένος, κατά διαταγή του αξιωματικού, το παρκάρει στην πάνω τέρμα αριστερή γωνία της αλάνας, και ο αξιωματικός, όμορφος, λιγνός, καστανός γαλανομάτης, ο ήρωας της πιο ακριβής ρέμβης, συμμετέχει στον αγώνα εκτελώντας κόρνερ. Μαθαίνουμε για την ιστορία του σπαθιού με τα περίτεχνα, σκαλιστά σχέδια, την ελαφρώς κυρτή λεπίδα, αμφίστομη, εκατόν είκοσι πόντους περίπου, την επάργυρη, ανάγλυφη λαβή και ατσαλένιο, καμπύλο προστατευτικό χειρός που χρησιμοποιεί η θεία του αφηγητή, μια δυνατή, πραγματική αντρογυναίκα, στη μικρή αυλή και να το κατεβάζει αποφασιστικά στο λαιμό του κόκκορα, ενώ ο αφηγητής όταν το παίρνει στα χέρια του κουράζεται εύκολα, βαραίνει, γιατί για να το κουσουμάρεις χρειάζεται, μαθημένα, ισχυρά πόδια, που να πατούν δυνατά και σταθερά. Και βέβαια πίστη, ψυχή και κράση. Διαβάζουμε για τον Καραγάτση, ο οποίος νοικιάζει τη δεκαετία του ’50 το ισόγειο του μπαρ «Πύργος» στη Μύκονο, εκεί που ο αφηγητής γνωρίζοντας τον ιδιοκτήτη του μπαρ κάνει διακοπές. Τον επισκέπτονται ο Λιάπκιν και ο Γιούγκερμαν, τους ακούει να συνομιλούν μεταξύ τους, μέχρι τη στιγμή που μπαίνει καμαρωτός, σινιαρισμένος, με λευκό κουστούμι, τριαντάφυλλο στο πέτο, χρυσή αλυσίδα στον καρπό και τα υπέρβαρα γυαλιά του, ο Ζάχος Χατζηφωτίου. Όταν βραδιάζει στο νου του αφηγητή, οι δυο ήρωες του Καραγάτση απομακρύνονται αργά, περπατώντας, τρεκλίζοντας επί των κυμάτων, και να χάνονται συζητώντας με μεγάλες χειρονομίες. Ιστορίες για πεπτωκότες αγγέλους, δεκαεξάχρονους, με λευκά σορτσάκια, λευκά μπλουζάκια και λευκά παπούτσια αθλητικά, να παίζουν τένις. Ήρωας κι ο Πάκο, ένα κόκερ σπάνιελ, να νομίζει πως βλέπει ένα κίτρινο πουλί, ένα θειαφοκανάρινο ή έναν συκοφάγο, που πέφτει χτυπημένος και ξανασηκώνεται. Να βλέπει τους δύο αγγέλους της νεότητας ντυμένους στα λευκά, το κίτρινο πουλί που ανεβοκατεβαίνει χτυπημένο, να πέφτει στο έδαφος και να ξαναπογειώνεται, χωρίς να πεθαίνει ποτέ. Ήρωας των διηγημάτων του Σκαμπαρδώνη ο μορφωμένος λαγός που κοπρίζει μυτερές βιρβιλιές, πράσινες και γυαλιστερές κακαράντζες, στρογγυλεμένες, ήρωες της ακριβής ρέμβης ή Δανάη και ο Πόιζον, κανελί εγγλέζικα σέτερ, κυνηγόσκυλα, που τον ψάχνουν, απειλούμενοι από την οθωμανική οχιά, γκριζοκαστανή με μαύρο μαίανδρο- τατουάζ στη ράχη και μάτια που κιτρίνιζαν.

Διάλεξα να μιλήσω με τα λόγια του συγγραφέα, δίχως να προσθέσω πολλά, παρουσιάζοντας τα διηγήματα του Ντεπό. Έκρινα, αφού μίλησαν άλλοι πιο ειδικοί από μένα, επαγγελματίες καταξιωμένοι, ότι ο καλύτερος τρόπος να παρουσιάσει κάποιος αυτό το έργo είναι να μιλήσει με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα, ελπίζοντας έτσι ότι δεν θα προδώσει τη μαγεία του βιβλίου. Διαφορετικά είναι μεγάλος ο κίνδυνος μια ακόμη κριτική προσέγγιση να αφυδατώσει ένα σπουδαίο έργο σαν αυτό, γνωρίζοντας ότι αυτός που μιλάει καλύτερα είναι συγγραφέας μέσα από το έργο του.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Franco Fontana.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.