Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Πρόσωπο 24 ετών, βλέμμα χωρίς ηλικία, πέτρινο και ρηχό. Στάθηκε λίγο στα σημάδια, ένα σε κάθε μάγουλο, είχαν πάρει πια ένα άρρωστο μαύρο χρώμα. Έξω συνέχιζε να βρέχει. Δώδεκα χρόνια δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό. Την χαλάρωνε ο ρυθμός της βροχής, οι χτύποι πάνω στην στέγη του σπιτιού της. Μπήκε στο σαλόνι και χάιδεψε τα κρόσσια που κρέμονταν στο πλάι της πολυθρόνας. Ήταν πανέμορφη με το βαθύ μωβ χρώμα της, τ’ αναπαυτικά μαξιλάρια και τον βαρύ σκελετό της. Την χάιδεψε πιο δυνατά κι ένιωσε να την διαπερνά ένα ρίγος, σχεδόν ερωτικό, στην αφή του βελούδινου υφάσματος. Ανέπνεε κοντά της, της άρεσε ν’ ανταλλάζουν κουβέντες, επικοινωνούσαν στην ίδια σπάνια γλώσσα.

Μικρή την φώναζαν φλύαρη Ντόνα. Τραγουδούσε και μιλούσε ακατάπαυστα, σε γνωστούς, σε αγνώστους, στα σκυλιά της γειτονιάς. Είχε κι εκείνα τα δάχτυλα, φτιαγμένα λες για χορδές κιθάρας. Κιθάρα δεν της πήραν ποτέ, έτσι έμαθε να χορεύει, αυτοδίδακτη. Στα όνειρά της έβλεπε συχνά μπαλαρίνες να γλιστρούν πάνω στις λευκές πέτρες της αυλής. Και παραμιλούσε.

Αποφάσισε να βγει να ψάξει ακόμη μια φορά. Δεν εγκατέλειπε την προσπάθεια, αισθανόταν ακόμη εκείνη την ακατανίκητη ανάγκη να βρει αυτό που γύρευε κι ας είχαν περάσει δώδεκα χρόνια. Συνήθως έμενε μέσα, όχι εξαιτίας της βροχής, αλλά γιατί δεν ήθελε να αφήνει την πολυθρόνα μόνη της. Σκεφτόταν πόσο τρομερό θα ήταν να της συμβεί κάτι κι εκείνη να λείπει. Επέστρεψε το σούρουπο, άπραγη όπως πάντα. Έριξε μια ματιά στην στέγη, είχε μαυρίσει για τα καλά. Κάποτε ήταν πράσινη, όπως ο λόφος απέναντι που έγερνε στον ορίζοντα σαν αγκαλιά.

Όταν ξύπνησε την επόμενη μέρα, το αισθάνθηκε στο κορμί της, κυρίως όμως από την μυρωδιά της σήψης στα μάγουλα: η στέγη είχε αρχίσει να σαπίζει. Άκουσε το κουδούνι στην εξώπορτα. Έτρεξε τρέμοντας ν’ ανοίξει, ποτέ δεν είχε επισκέψεις. Μπροστά της στέκονταν δύο αστυνομικοί, είχαν βρει τη φωνή της στην άλλη άκρη του δάσους, ραγισμένη στην μέση, μέσα σ’ ένα χαμόσπιτο. Στην κουζίνα, της είπαν. Το μόνο σημείο που δεν είχε ψάξει ποτέ. Ανοιγόκλεισε τα χείλη της στην σιωπή. Και τα θυμήθηκε όλα.

Μετά το φαγητό, ο πατέρας την φώναζε για το επιδόρπιο. Της χάιδευε το κεφάλι με τα χοντρά του δάχτυλα, της έδενε τα μαλλιά με ένα κοκαλάκι να μην πέφτουν στο πρόσωπο, έπιανε απαλά τα δυο της χέρια και αφού τα φιλούσε τα σταύρωνε στην πλάτη. Το σχοινί όχι πολύ σφιχτά, το στόμα όχι πολύ κλειστό. Κι εκείνη ονειρευόταν μπαλαρίνες να γλιστρούν πάνω στις λευκές πέτρες της αυλής και από εκεί πλάι στα μικρά της πόδια, να την καλούν να πετάξει, ένα βήμα, στροφή και δύο άλματα μακριά, πάνω στ’ ασπρόμαυρα πλήκτρα της φαντασίας, στις νότες που γέμιζαν την σκέψη της με την παυσίπονη αγάπη της καλής μούσας.

Πάνω στην φωνή βρήκαν κρεμασμένα τρία γράμματα που σχημάτιζαν την λέξη ΟΧΙ.

Η κηδεία έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο. Την φωνή της, την έθαψαν χωριστά.

Στα σκουπίδια έξω απ’ το σπίτι της ξεχώριζε για μέρες μια μαύρη βελούδινη πολυθρόνα. Κατά τόπους το χρώμα είχε ξεφτίσει και φαινόταν από κάτω ένα βαθύ μωβ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Krass Clement.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.