Εκείνο το πρωινό, ο Αδαμάντιος, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, ξεκίνησε για τη δουλειά φορώντας μια αυτοσχέδια μάσκα γαϊδάρου στο κεφάλι. Το προηγούμενο βράδυ είχε παρακολουθήσει ένα ντοκιμαντέρ για το συμπαθές τετράποδο, κι είχε επηρεασθεί σε μεγάλο βαθμό. Πολλά κοινά χαρακτηριστικά εντόπισε ανάμεσα σ’ αυτόν και το ζώο: υπομονή, πείσμα, καθώς και μια καλοσυνάτη συμπεριφορά η οποία, ώρες ώρες, άγγιζε τα όρια του μωρού. Ξυπνώντας λοιπόν, κατακλύστηκε από μια ανεξέλεγκτη επιθυμία να του μοιάσει όσο γίνεται περισσότερο. Πήρε μια χαρτοσακούλα, άνοιξε δυο τρύπες στο ύψος των ματιών, μία στη θέση της μύτης (αφού διέθετε μεγάλη και στραβή λες κι ήταν κορυφογραμμή γεμάτη καρούμπαλα, απ’ το μέτωπο μέχρι το στόμα) και κόλλησε, κάθετα επάνω της, μια σειρά από μαύρα κρόσσια (τα είχε ξηλώσει από το παλιό του μπουφάν). Τη φόρεσε κι έφυγε. Οι άνθρωποι στον δρόμο τον κοιτούσαν με μια κακόβουλη περιέργεια, με οίκτο θαρρούσες, έτοιμοι να σκάσουν στα γέλια και την ίδια στιγμή να το βάλουν στα πόδια. Μόνο τα παιδιά που πήγαιναν στο σχολείο προσπαθούσαν να τον πλησιάσουν, ενθουσιασμένα, σαν να έβλεπαν κάποιο κινούμενο σχέδιο που είχε ξεπηδήσει απ’ την τηλεόραση, αλλά οι μανάδες τους τα συγκρατούσαν. Παρ’ όλα αυτά, ο Αδαμάντιος προχωρούσε αμέριμνος αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις του κόσμου. Εξάλλου, ένιωθε πια περισσότερο γάιδαρος παρά άνθρωπος κι αυτό του χάριζε μια βαθιά αίσθηση ελευθερίας. Ορισμένοι γείτονες αντιλήφθηκαν ποιος κρυβόταν πίσω απ’ τη μάσκα, όμως, το πειθήνιο βλέμμα του τραπεζικού υπαλλήλου τους απομάκρυνε από κοντά του πριν καν του μιλήσουν. Μόλις έφτασε στην τράπεζα, οι συνάδελφοί του τρόμαξαν περνώντας τον για ληστή. «Μα που βρίσκεις την όρεξη πρωί πρωί.» Εκείνος δεν έκανε πλάκα και τους απάντησε ότι είχε έρθει απλώς για να εκτελέσει την υπηρεσία του. Ενόσω μιλούσε, έκανε μικρές παύσεις και χλιμίντριζε. Οι συνάδελφοί του δεν ασχολήθηκαν άλλο μαζί του και κατευθύνθηκαν στα πόστα τους. Για τους περισσότερους είχε υπερβεί τα εσκαμμένα. Κάποιοι θεώρησαν πετυχημένο το αστείο του αλλά υπέκυψαν στην κυρίαρχη εντύπωση και δεν εκδηλώθηκαν. Κατέφθασε ο διευθυντής της τράπεζας και τον διέταξε να βγάλει την μάσκα αμέσως. Ο Αδαμάντιος δεν συγκινήθηκε διόλου απ’ τα λόγια του και συνέχισε να τακτοποιεί τα ντοσιέ στο γραφείο του. Μάλιστα τον παρακάλεσε να τον αφήσει να κάνει τη δουλειά του καθώς ο φόρτος εργασίας ήταν μεγάλος. Κάτι αισχρό πήγε να ειπωθεί απ’ τον διευθυντή όμως εκείνη την ώρα μπήκε ο πρώτος πελάτης στο κατάστημα. Κάθισε απέναντι απ’ τον μασκοφόρο τραπεζικό (αυτός ήταν ο αρμόδιος να τον εξυπηρετήσει), ξερόβηξε, ενώ αλλόκοτοι μορφασμοί μεταμόρφωναν συνεχώς την έκφρασή του και του ζήτησε ένα στεγαστικό δάνειο. Για να εγκριθεί το δάνειο ο Αδαμάντιος ζήτησε απ’ τον πελάτη να του φέρει μια σακούλα με καρότα απ’ το κοντινότερο μανάβικο. Ο πελάτης αρνήθηκε αρχικά, αλλά τελικά του την έφερε. Υπογράφηκαν τα συμφωνητικά, σύσφιξε τη μάσκα στο κεφάλι του κι αμέσως μετά άδειασε τη σακούλα στο πάτωμα κι άρχισε να μασουλά με λαιμαργία τα καρότα στα τέσσερα. Μπήκαν κι άλλοι πελάτες. Ο διευθυντής πάσχιζε να τους ενημερώσει για την ξαφνική παράκρουση του υπαλλήλου του, αλλά εκείνοι σχεδόν τον αγνοούσαν απολαμβάνοντας το θέαμα. Εξυπηρετούσε ήρεμος στο γραφείο του όποιον χρειαζόταν τις υπηρεσίες του. Λες και κάποιος διακόπτης γυρνούσε αυτόματα μέσα του. Καθ’ όλη τη διάρκεια του οκταώρου, ο επίδοξος γάιδαρος έκανε βόλτες παιδιά καβάλα στην πλάτη του στους διαδρόμους, δεχόταν τα χάδια αντρών και γυναικών, παράγγελνε λαχανικά και χόρτα χωρίς παράλληλα να παραμελεί την εργασία του. Και πάντα χλιμιντρίζοντας ανάμεσα στα λόγια του. Παραδόξως, οι πελάτες έφευγαν ικανοποιημένοι απ’ την τράπεζα, συζητώντας για την διασκεδαστική εμπειρία (όπως τη χαρακτήρισαν) η οποία έδινε ένα κάποιο χρώμα στη μονοτονία που επικρατεί σ’ αυτούς τους χώρους. Μάλιστα ορισμένοι απ’ αυτούς, την επομένη κιόλας, τόλμησαν να φτιάξουν τις αντίστοιχες μάσκες των δικών τους αγαπημένων ζώων και να βγουν άφοβα απ’ το σπίτι. Σύντομα, στην πόλη αυτοί που δεν φορούσαν παρά το ανθρώπινο προσωπείο τους ήταν η μειοψηφία. Όλοι απέπνεαν μια αύρα παιδικής αθωότητας, η γραφειοκρατία έμοιαζε πια με παιχνίδι, ενώ η σοβαροφάνεια είχε εκλείψει.

Όμως εκείνη τη μέρα το τέλος της υπηρεσίας του Αδαμάντιου βρήκε τον διευθυντή να του δίνει χαρακιές στα καπούλια. Ο τελευταίος είχε το βλέμμα θιγμένου γορίλα, οι πλάτες του είχαν φουσκώσει και το κορμί του σκέπαζαν τρίχες. Ο γάιδαρος δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο λόγο: Του έριξε μια πισινή κλωτσιά στ’ αχαμνά κι έφυγε γκαρίζοντας. Έξω απ’ την τράπεζα, οι σκύλοι φλέρταραν με τις γάτες, οι τίγρεις περπατούσαν αγκαλιά με τις αντιλόπες και τα πρόβατα μπάτσιζαν τους λύκους. Ο γορίλας κάθισε στο γραφείο του δυσφορώντας και παρήγγειλε ένα τσαμπί με μπανάνες απ’ τους υπαλλήλους του, οι οποίοι παρέμειναν άνθρωποι και μόνο άνθρωποι.


[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]