Ένα ζευγάρι παπούτσια αλφαδιασμένα δίπλα στο σπιρτόκουτο. Νούμερο 44. Μισή μερίδα άνθρωπος με βατραχοπέδιλα στα πόδια. Κι οι φτέρνες σκασμένες. Όχι, τα πόδια είναι έξω από το σπιρτόκουτο. Κλείνει τα μάτια κι αρχίζει το παραμύθι, να θρέψει μ’ όνειρο το όνειρο. 4, 6, 8, 10, 12…

Σήμερα το απόγευμα θα πεταχτεί μέχρι τον «Μάρο» (Σταδίου και Μπενάκη γωνία) να αγοράσει ένα καινούργιο ζευγάρι με χαμηλό τακούνι, μόνο εκεί βρίσκει, ακόμα μεγαλώνει η πατούσα της κι είναι είκοσι τεσσάρων χρονών, και δεν ξέρει πού θα φτάσει αυτό, και τώρα που πέρασαν τα χρόνια, τα ίδια αθάνατα παπούτσια φοράει νούμερο 44 και τα παπούτσια εύκολα λιώνουν, οι δρόμοι τα λιώνουν, το πηγαινέλα πάνω κάτω την Πατησίων, με τα παιδιά στα μαγαζιά, στα σχολεία, στα φροντιστήρια, στα παιδικά πάρτι κάθε σαββατοκύριακο, και το σπίτι έγινε σπιρτόκουτο και τα παιδιά σκορπίσανε, για ποιον να μαγειρέψει, για έναν άνθρωπο είναι πολυτέλεια η κατσαρόλα, τα παπούτσια ξεχείλωσαν, παντόφλες γίνανε και τις σέρνει –μάλλον εκείνες την σέρνουν– ο Μηνάς, η Ελένη πάνε χρόνια που σκορπίσανε. Αν βέβαια είχε ακόμα τον Μιχάλη. Αντιρρήσεις δεν έφερνε και τον τάιζε και τον άλλαζε και τον φρόντιζε μέχρι το τέλος, δέκα χρόνια παράταση του χάρισε ο Άγιος Πέτρος, και να νιώθει τυχερή της έλεγαν. Ο Μιχάλης. Που γεννήθηκε μ’ έναν ήλιο στα μάτια. Μισός στη γη, μισός επάνω. Και μια ψυχή γεμάτη, που χωρούσανε τα πάντα. Ακόμα και τα φαντάσματα.

Περνά έξω από το φωταγωγημένο Μινιόν, Χριστούγεννα, χρώματα, αρώματα, κατάφωτες βιτρίνες, και ο Μιχάλης σφιχτά το χέρι τής κρατά. Ανεβαίνουν τις κυλιόμενες μέχρι τον τελευταίο όροφο κι ακόμα παραπάνω, τις κατεβαίνουν και δώσ’ του από την αρχή, να θρέψει μ’ όνειρο το όνειρο που ζει, κι ο μικρός αφήνει ένα γέλιο τρομακτικό ρίχνοντας κάτω τα καλούδια και όλοι γυρίζουν σαστισμένοι, εμβοές που βγαίνουν από σκοτεινό πηγάδι. Εκεί που έπεσε στα έξι και πέταξε ψηλά. Και δυο μέρες τον ψάχνανε. Εκεί που άφησε το μυαλό του. Στα θεμέλια μιας γειτονικής πολυκατοικίας. Και δεν το ξαναβρήκε. Ούτε τη μιλιά του. Και κάπου εκεί σταμάτησε και τ’ όνειρο. Και στο γκάρντεν ρουφ του αγοράζει γρανίτα λεμόνι κι ο πάγος να λιώνει στα δάχτυλα –α, πού το θυμήθηκε αυτό– lollipop lollipop τραγουδούσε στο θερινό όταν γνώρισε τον Βασίλη και τον έκανε δικό της, κατάδικό της τον κράτησε, μέχρι που μια μέρα γύρισε πίσω το ταξί χωρίς τον οδηγό, κι ο Βασίλης είχε –λέει– χρέη στο χαρτί, γαμημένη γκίνια για χρόνια πολλά, κι ένα γιο σακάτη.

Και το Μινιόν σκιάχτρο που τρομάζει τους περαστικούς και ο «Μάρος» κλειστός, και τώρα εβδομήντα περασμένα στο σπιρτόκουτο της μαγνητικής κλείνει τα μάτια, μετρώντας χρόνια-προβατάκια, ένα δύο τρία τέσσερα, πέρυσι έκλεισε τα τριάντα τέσσερα ή μήπως τα σαράντα τέσσερα, χάνει το μέτρημα, και να σκεφτείς κάποτε ούτε σε ασανσέρ δεν έμπαινε μοναχή της, ένα γυάλινο σπιρτόκουτο κι αυτό εδώ μέσα, με ηλεκτρικές εκκενώσεις να της ψιθυρίζουν πως καλά τα κατάφερε μέχρι τώρα στη ζωή της να θρέφει κάθε μέρα μ’ όνειρο τ’ όνειρο και παράπονο κανονικά δεν-. Μόνο που να. Δυσκολευόταν όσο να ’ναι να βρει παπούτσια νούμερο 44. Τα βλέφαρά της τρεμοπαίζουν. Μάλλον κάποιο όνειρο βλέπει. Το όνειρο του ονείρου της. Νύχτα. Μια ανάλαφρη νύχτα. Σχεδόν σιωπή.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.