Αποφασίζω να συνθέσω ένα ποίημα, όταν ένα δυνατό συναίσθημα με σπρώχνει να το κάνω-περιμένω όμως, να ωριμάσει το συναίσθημα και να γίνει απόφαση. Τότε επιλέγω ένα στόχο, όσο το δυνατόν απλό, προς τον οποίο θα προχωρά το συναίσθημα μου (αν και μεταξύ μας, πολύ συχνά δεν καταλαβαίνω πώς το κάνει αυτό!), και τέλος συνθέτω το ποίημα χρησιμοποιώντας τα μέσα που έχω στη διάθεσή μου. Δανείζομαι από άλλους (από ποιους δεν έχει σημασία). Επινοώ αν πρέπει (δεν έχει σημασία τι και πώς). Χρησιμοποιώ τη γλώσσα που έμαθα στο δημοτικό, και απέδειξα με τα χρόνια πως έμαθα τους κανόνες της και ξέρω να δουλεύω μέσα στα όριά της. Το σπουδαίο είναι πως το τέλος που τελικά βάζω, αποτελεί μια ανακάλυψη. Δεν είναι το τέλος που είχα σκεφτεί στην αρχή. Γιατί κάθε λύση εμπεριέχει νέες επιλογές. Κάθε επιλογή θέτει νέα προβλήματα. Κάθε νέο πρόβλημα ζητά κι επιθυμεί διακαώς τη λύση του. Πάλι και ξανά. Βασανιστικά. Έτσι, ο ποιητής, βαθιά μέσα στα μύχια της καρδιάς του, πάντα εκπλήσσεται από το δρόμο που ακολουθεί το ποίημά του. Αυτό του φτάνει. Θα έλεγα μάλλον πως αυτό είναι το καύσιμο που τον κρατάει σε τροχιά γύρω από την Ποιητική Τέχνη. Να ξανανιώσει δηλαδή και να επαναλάβει αυτή την πρωταρχική έκπληξη.

Ένα ποίημα λοιπόν, το φτιάχνεις διαλέγοντας θέμα, δουλεύοντας το με σειρά και τάξη. Χρησιμοποιώντας το ένα στοιχείο για να βοηθήσεις το άλλο. Παρατάσσοντας το μέτρο δίπλα στην αίσθηση της γλώσσας και λοιπά και λοιπά. Είχαμε πιαστεί μες στο συναίσθημα της διδασκαλίας του ποιήματος και έλεγα στον φίλο που αποφάσισε κι αυτός να κάνει φέτος μαθήματα δημιουργικής γραφής, πόσο απλό ήταν ή πόσο απλό φαινόταν. Είχαμε πιει λίγο παραπάνω κρασί σε ένα σουβλατζίδικο στην Αριστοτέλους τις προάλλες. Μιλούσαμε σοβαρά και πιστεύω πως τον βοήθησα αρκετά και τον ενθάρρυνα δεόντως: δεν του αποκάλυψα από ποιο βιβλίο αντέγραψα τα λεγόμενά μου και δεν νοιώθω την υποχρέωση να σας το αποκαλύψω ούτε σε σας. Επιμένω στην άποψή μου πως οι θεοί της ποίησης είναι σοφοί, γιατί μας γλυτώνουν από τους στόχους που εμείς νομίζουμε πως επιδιώκουμε μια ολόκληρη ζωή.

[*Τζον Γουίλιαμς, Αύγουστος, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Aldina #10, 2017 και για την αντιγραφή: Σ.Π. Φωτογραφία: André Gelpke.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.