Την προηγούμενη νύχτα είχα ονειρευτεί τον οδηγό ενός αυτοκινήτου. Είχε αράξει το αυτοκίνητο στον τοίχο του δημοτικού μεγάρου, αλλά δεν ήταν σίγουρο ότι αυτός είχε έλθει από ένα άλλο μέρος και ήταν αμφίβολο αν αυτός ήταν που είχε οδηγήσει το αυτοκίνητο.

Θυμόμουν ότι δεν μου είχε μιλήσει, μόνο μου έγνεψε με νεύμα του κεφαλιού. Είχα μια αίσθηση ότι η σιωπή του ήταν μια ατέλειωτη ομιλία με κρυμμένα μηνύματα. Το νεύμα του με καλούσε σε κάτι άγνωστο και μακρινό. Ήταν ένας παλιός άνθρωπος- μια απόκοσμη σκιά, που τον σκέπαζε ένα χαμηλό ημίφως. Τον ήξερα καλά, από τα μικρά μου χρόνια, αλλά ταυτόχρονα μου ήταν ένα άγνωστο πρόσωπο, που είχε χαρακτηριστικά ακαθόριστα και σκοτεινά.

Στο χρόνο του ονείρου χάνονταν τα σημεία αφετηρίας και η συνέχεια. Μπέρδευα τα γεγονότα που ένιωθα και ήταν σαν να τα είχα ξαναζήσει σε άλλο χρόνο. Ύστερα, το αυτοκίνητο μετακινιόταν μόνο του, από μια παράξενη δύναμη, ανάδρομα κι ο οδηγός του σαν να έμπαινε συνεχώς σε άλλη διάσταση.

Το τοπίο γύρω ήταν απόκοσμα μουντό και τα χρώματα έσβηναν. Σύννεφα μαύρα έδειχναν να πλησιάζουν με βροχή. Και οι εικόνες διαχέονταν τεθλασμένες. Αγωνιούσα και έπρεπε να βάλω γρήγορα το χειρόφρενο στο ακυβέρνητο αυτοκίνητο και δεν ήξερα αν κάποτε είχα κι εγώ δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου.

Όταν αργότερα ξύπνησα, προσπάθησα να ερμηνεύσω με τη λογική μου το όνειρο. Νόμισα στην αρχή ότι συνδέεται με θέματα που με απασχολούσαν στην εργασία μου ή με κάποια προβλήματα προσωπικά που με βασάνιζαν. Όμως το θέμα πήγαινε και πιο πέρα και ολοένα με έβαζε σε λαβύρινθο. Ήταν σαν προβολή στο μυαλό μου και μια ερμηνεία ταυτόχρονα των συμβολικών κινήσεων του ονειρικού επισκέπτη.

Αλλά ήταν πλέον αργά και καμιά ερμηνεία δεν μπορούσε να με βεβαιώσει για τη μυστική συνομιλία που έγινε. Ακόμη, αμφέβαλα αν πράγματι ο οδηγός μου είχε απευθύνει κάποτε το λόγο ή αν οι απαντήσεις που έλαβα ήταν οι δικές μου μόνο σκέψεις ή ερωτήματα που με απασχολούσαν.

Και τέλος, μου φαινόταν εντελώς περίεργο ότι αυτός με τα σκοτεινά χαρακτηριστικά που είδα στο όνειρό μου, έμοιαζε, ήμουν σχεδόν σίγουρος, στη μορφή με το συγγραφέα Πεσσόα και μπορούσα να τον ξαναφέρω στη μνήμη μου.

Ήταν η παρουσία του φίλου μου, την επόμενη μέρα, που με έκανε να θυμηθώ το όνειρο. «Έλα κάθισε» είπε αυτός χαρούμενα, και συμπλήρωσε «σε είδα στο όνειρό μου!» και αμέσως μετά γελαστός φώναξε το γκαρσόνι για να με κεράσει. Ήταν ο ηλικιωμένος φίλος μου, που έβλεπα στο καφενείο της πλατείας, με το γκρι καλοκαιρινό κουστούμι, τα ολόλευκα μαλλιά και φρύδια, που διάβαζε «το βιβλίο της άμμου».

Όσο περνούσε η ώρα, σκεφτόμουν ότι μπορεί να ήταν ο φίλος μου αυτός που είδα στο όνειρο, αλλά μπορεί να ήταν αφορμή και «ο άλλος» που είχε καλέσει τον ποιητή: «παράτα τα που να σε πάρει / σκίσ’ τα επιτέλους τα χαρτιά…», που έτυχε να έχω στο δικό μου μυαλό, χθες, λίγο πριν ο ύπνος με πάρει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.