I

Διαλυμένος από το ποτό πεθαίνεις σε μια γωνιά της Λισσαβόνας, εσύ -που ποιος ξέρει;- μπορεί το αλκοόλ να σιχαινόσουν, μα σε ανάγκαζε να πίνεις ο Αλβάρο, ο Μπερνάρντο, ή κάποιος άλλος από εκείνους που έκρυβες στα στήθη.

Οι επιφορτισμένοι να κουβαλήσουν την κάσα μετά βίας μπορούσαν να τη σηκώσουν. Αυτό τους παραξένευε, μιας και η σωρός που κουβαλούσαν δεν ήταν παρά ενός λιπόσαρκου. Δεν ήταν σε θέση να ξέρουν πως εκείνη την ώρα μετέφεραν στην τελευταία της κατοικία μια ολόκληρη γενιά ποιητών.

IΙI

Πίσω από εκείνα τα μάτια, πίσω από εκείνα τα γελοία τα γυαλιά, με πόσα βλέμματα παρατηρούσες το σύμπαν; Και πώς να μην είναι όνειρο για σένα ο κόσμος, που ουσιαστικά ποτέ σου δεν υπήρξες· που παρέδωσες τη ψυχή σου κι αφέθηκες έρμαιο κάθε σκιάς που κουβαλούσες. Άραγε, θα μπορούσες να μας εξηγήσεις τουλάχιστον Πορτογάλε, όταν στη γη σε παράχωσαν, πως κατάφερες και όλους τους χώρεσες μέσα στο ίδιο το φέρετρο;

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.