Θα είναι η θλίψη διαρκής; Θα ’ναι υπόσχεση η θλίψη; «Ας τραγουδάτε εσείς· εγώ/το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου./[Υπόσχεση], γράφει ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου. Πεζοποιήματα που ηχούν νοήματα, λέξεις που διψούν να σκύψει πάνω τους, να τις ξεκλειδώσει ο απαιτητικός αναγνώστης. Η απόγνωση μετέωρη περιφέρεται ως υπόνοια των καλά δομημένων και σφιχτοδεμένων ποιημάτων. Στο «Σωσίβιο χώμα» διαβάζουμε: «Σε νεκροφάνειας στάση έρπω. Με τη ράχη μου σπρώχνω τον ξύλινο θόλο από αέρα τυφλό κι από γύρη της μνήμης τρελά μεθυσμένος.» Ο χρόνος, ο καταλύτης της ζωής, δεν μπορεί να μην απασχολεί τον ποιητή που οραματίζεται το «αν» μιας ενδεχόμενης επιστροφής. Μιας επιστροφής που θα συνοδεύεται από το φως εκείνο που θα αναδεικνύει τα πράγματα, κόβοντας το όνειρο στα δύο. Είναι οι στιγμές που εγκλωβίζονται με τούτη τη γραφή ως όχημα. Είναι «οι παράπλευρες απώλειες» που συμπυκνώνονται σε στίχους ηχηρούς μιας θλίψης γοητευτικής, μιας σιωπής που αρμόζει σε σκεπτόμενο δημιουργό που ξέρει καλά να φιλτράρει δημιουργικά τις αποχρώσεις της Ύπαρξης.

Το νόημα ελλοχεύει παντού και τα δίχτυα του απλώνονται στις συνειδήσεις των αναγνωστών και τους τάζει την Ερμηνεία εκείνη που Φως συνεπάγεται. Γιατί η Ποίηση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλίμονο αν ήταν ‒Ποίηση ίσον παιδεμός ατελείωτος και δυσβάστακτος. Θα παραθέσω στίχους του ποιητή από το ποίημα «Νοσταλγία Μετάλλου»: «Σημάδι ευλύγιστο στο φως και πρόσταγμα έρωτα κηλιδωμένου από εικόνες ζωής που υψώνονται χωρίς κινδύνου επίγνωση χωρίς τρέμισμα αγάπης». Αυτό εισπράττω από το έργο του Παπαγεωργίου: Φως που τολμά. Να εγκλωβίσει τη στιγμή δίνοντας και την υφή της, όλες τις λεπτές της αποχρώσεις. Σε μια εποχή ταχύτητας που τα παρασέρνει όλα στο διάβα της, δυστυχώς και την σύγχρονη παραγωγή εν μέρει, το παραπάνω, όπως το διατυπώνω, είναι επίτευγμα. Είναι όμως και επιβεβαίωση της μεγάλης ευελιξίας του δημιουργού, που ξέρει να κάνει τον στίχο να έχει διάρκεια, να ξεδιπλώνει αργά αλλά σταθερά την δυναμική του, μυώντας τον αποδέκτη στη νέα εμπειρία που το κάθε ποίημα εισάγει.

Η βραδύτητα εμφανής μέσα στα ποιήματα. Η λύπη άλλωστε ή το πένθος δεν συνάδουν με την ταχύτητα. Μέσα στη σιωπή, το μάτι ανοιχτό, η ψυχή ξαγρυπνά, παρατηρεί. Γράφει στο ποίημα «Βάρος τυφλό»: «Και ούτε είναι χρώμα η λύπη αλλά ρυθμός με σφυγμό χαλασμένο». «Όσο ο ποιητής από θάνατο σφύζοντας» κεντά τους στίχους με μια στάση πεσιμιστική, αλλά ποτέ μελό, αισθανόμαστε σαν να βρισκόμαστε «στα κελιά παλιάς μουσικής» που «κατοικούν οι ερημίτες του ονείρου» και δεν ξέρουμε αν ενδιαφερόμαστε για το αύριο.

Πάντα το βλέμμα του δημιουργού σπάει και θρυμματίζεται κόντρα στη συμβατική αρμονία, οι εικόνες «σπασμένες» ή ασχημάτιστες, όχι ενιαίες, δίνουν συχνά την αίσθηση του αλλόκοτου, του ιδιότυπου, του απρόβλεπτου: «Αν δυο πνιγμένοι από φιλιά γυμνοί επιπλέουν σε στεκάμενα νερά εγκαταλειμμένου ονείρου αλλά πνιγμένοι από φιλιά και αναίτια τόσο νοσταλγούν το χωρισμό είναι νομίζω προτιμότερο και από την αυταπάτη ακόμα το τάμα ενός κεριού σε εικόνισμα καταργημένου αγίου.»[Υπόθεση]. Kαι στο ποίημα «Ουράνιο τόξο» γράφει: «Η λύπη δεν υφαίνει ουράνιο τόξο αλλά τα χρώματα θερίζοντας συνθέτει ένα μεσίστιο γιατί που φτάνει δήθεν από μακριά επειδή ποτέ δεν έφυγε.»

Οι συλλογισμοί γίνονται Εικόνες που έχουν κάτι το υπερβατικό, που ξέρουν να ξαφνιάζουν και να αναρωτιούνται, παιχνιδίζοντας, ανασαίνοντας, επιστρέφοντας σε μνήμες και αισθήσεις. Εξαιρετικό το ποίημα «Σκηνοθεσία» της σελ. 35. Κλείνω τούτο το σημείωμα με ένα εξίσου αγαπημένο μου κομμάτι:

Αγάπης άσκηση: Διαιρώ το ένα δια του δύο και πηλίκον
ακέφαλο αισθάνομαι στις άδειες μου τσέπες. Ό,τι διαιρείται
χάνεται λοιπόν όπως η αγάπη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Walker Evans.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.