Ι.

Λυπήθηκα που τον είδα μόνο στη μέση εκείνης της πλατείας. Απ’ όλα τα πράγματα, απ’ όλα τ’ ανθρώπινα και απ’ τις ζωές κρατούσε τώρα μια απόσταση.

Τα έντεκα υπέροχα χρόνια του στο βάθος του κήπου κόντρα σε όλους τους καθρέφτες δεν θα ξανάρθουν ποτέ πια. Θα τον πάρουν λέει άλλα σώματα, οι παλίρροιες θα τον σβήσουν.

Και αν απόψε λυπάμαι τόσο, είναι περισσότερο για το φως που ξοδεύτηκε μέσα σ’ ένα και μόνο καλοκαίρι.

Είναι για σένα ακοίμητε φίλε μου, που στο μέσον της πλατείας, ισορροπώντας πάνω στο τελευταίο σύνορο, γράφεις ακόμη την ιστορία σου.

Τρυφερές, μεγάλες να είναι πάντα οι νύχτες σου. Επάνω στους στίχους να διασχίζεις τα νερά, με πλοιάριο τον καιρό και με κεραυνούς πάντα να μ’ αποχαιρετάς.

ΙΙ.

Ένα εντεκάχρονο παιδί, δρομέας που φθάνει μέσα απ’ τα ξοδεμένα περνά απόψε απ’ τις σκοτεινές μας γειτονιές. Θα τον χειροκροτήσουμε, εμείς που πάντα μένουμε πίσω, για τη σημαία του που βάφει τη νύχτα μας, θα τον τιμήσουμε. Για τα αδύναμα χέρια του που κουβαλούν τον κόσμο. Και ίσως οι πιο τολμηροί τον ακολουθήσουμε ως τα προάστια της πόλης που φλέγονται.

Ήταν πάντα αρκετά εκείνα τα έντεκα χρόνια του, τα χρώματα της σημαίας του που ποτέ δεν τα ’χαμε φανταστεί ήταν αρκετά για ν’ αλλάξει ο χτύπος της καρδιάς μας.

Πρόκειται για την παρέλαση του μοναχικού παιδιού που λαμβάνει χώρα κάθε χρόνο στην όχθη ενός ακοίμητου ποταμού. Η ζεστασιά της είναι ό,τι μας απέμεινε, το βήμα της ο ρυθμός που μας κρατά. Επάνω στα έντεκα χρόνια του λάμπουν περίφημα αιώνες παλιού ανέμου.

ΙΙΙ.

Είναι δεν είναι έντεκα χρονώ η Νινόν. Η μικρή οπτασία που κερδίζει όλο τον ουρανό του τσίρκου Μεντράνο έχει χρώμα παλιού ελεφαντοστού. Όταν χορεύει εκεί επάνω, ανάμεσα στα σώματα των ακροβατών που περνούν σαν εκκρεμή εμπρός απ’ τη σπασμένη της ομορφιά, όταν κινδυνεύει επάνω στο άνθος της ζωής της, η μαρτυρία της γίνεται λιγότερο πικρή.

Για το τέλος της αποψινής παράστασης, κρατά στα χέρια της ένα αινιγματικό φεγγάρι. Θυμίζει την Μόνα των ιστοριών της μακρινής πατρίδας της, Φορά λευκότατο φουστάνι και έχει τα μαλλιά της πιασμένα μ’ ουρανούς και κοχύλια. Ο έρωτας κρατιέται απ΄τ΄απάνω χείλη της. Και όσα πρέπει να γνωρίζει τα ’χει μάθει σε μια μετέωρη στιγμή μ’ εξέδρα τον κόσμο και με δυνατούς προβολείς.

Ακουμπά τ΄άστρο της και το κοινό που μέχρι τότε κρατούσε την ανάσα του τραγουδά τ’ όνομά της. Έντεκα χειμώνες μετρά η Νινόν σ΄αυτόν τον κόσμο. Όλες οι πιθανότητες είναι με το μέρος της. Ένα σπουδαίο μυστικό την μεγαλώνει. Έχει το βλέμμα μιας θεάς.

IV.

Στα έντεκα χρόνια ανακηρύχτηκε βασιλιάς. Αργά τη νύχτα έφθασε στο σπίτι μας το νέο. Το ’φερνε ένας ξαφνικός άνεμος μέσα απ’ τα χρόνια. Ανταλλάξαμε σινιάλα ευτυχισμένοι που τώρα η πολιτεία μας είχε πια δικό της βασιλιά.

Τ’ άλλο πρωί, στο μέσον της μικρή πλατείας του μοναστηριού των πουλιών τελέστηκε η στέψη. Ο νεαρός βασιλιάς, πέρασε μέσα απ΄τους λειμώνες και εκεί απάνω σκοτώθηκε. Παιδί, έντεκα χρονών με χέρια νάρκισσους, διάφανο όπως οι ομίχλες, χάθηκε στα πικρά περιβόλια. Ήταν ένα χρώμα είπαν, μια σκοτωμένη ζωγραφιά και τίποτε. Ίσκιος και όνειρο αρχαίο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.