Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το Κόμμα Φιλελευθέρων στην Ήπειρο, Σίμος, Καραπάνος, Γαρουφαλιά: Επιστολές, έγγραφά και μαρτυρίες, Historical Quest, 2015.

Στα 1910 η ελληνική επαρχία βρίσκεται ακόμα στην μεσαιωνική εποχή, δρόμοι δεν υπάρχουν και οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών πρέπει να περπατήσουν ώρες ατελείωτες μέσα από κακοτράχαλα βουνά για να φτάσουν στα αστικά κέντρα, ο θεσσαλικός κάμπος και οι άλλες πεδιάδες της ελεύθερης Ελλάδας λειτουργούν ακόμα με το σύστημα των τσιφλικιών έχοντας επικεφαλής μια σειρά από πλούσιους γαιοκτήμονες που διαφεντεύουν την ελληνική ύπαιθρο, οι Τούρκοι πλουτίζουν ελέγχοντας τα τελωνεία και τα περάσματα προς την υπόλοιπη σκλαβωμένη ακόμα Ελλάδα, ληστές και οπλαρχηγοί λυμαίνονται τα χωριά και τις κωμοπόλεις χωρίς κανένα περιορισμό και οι πολιτευτές εξαγοράζουν ψήφους αντί πινακίου φακής εξευτελίζοντας τους καταδικασμένους στην αιώνια φτώχεια χωρικούς.

Στο γύρισμα του αιώνα το νεοσύστατο ελληνικό κράτος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του με ένα τεράστιο ποσοστό αλύτρωτων Ελλήνων να ζει έξω από τα σύνορα του ενώ κατατρύχεται από ασαφείς μεγαλοϊδεατισμούς που θα προκαλέσουν σύντομα εθνικές καταστροφές. Όμως την ίδια αυτή εποχή ο ελληνισμός ακμάζει σε μια σειρά από κέντρα που απλώνονται στον χώρο από τα Βαλκάνια και τη Ρωσία μέχρι την Σμύρνη και την Αίγυπτο όπου το ελληνικό στοιχείο ευδοκιμεί και είναι εξαιρετικά δυναμικό αναδεικνύοντας μερικούς από τους πιο αξιόλογους διανοούμενους που πρόκειται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό θα εμφανιστεί μια σειρά φωτισμένων πολιτικών που συσπειρώνονται γύρω από τον Ελευθέριο Βενιζέλο έχοντας το όραμα μιας σύγχρονης χώρας σύμφωνα με τα πρότυπα των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Σ’ αυτή τη νέα γενιά πολιτικών ανήκει και ο Σπυρίδων Σίμος ένας δημοσιογράφος γεννημένος στην Λάβδανη της Ηπείρου που μετανάστευσε από πολύ νέος για λόγους πολιτικούς στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στην Βράιλα της Ρουμανίας όπου διέπρεψε ως αρχισυντάκτης και αργότερα ιδιοκτήτης της εφημερίδας Πατρίς. Με το ξέσπασμα των βίαιων βαλκανικών αναταραχών αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα όπου συνεχίζει την έκδοση της εφημερίδας του καθιστώντας την ένα από τα εγκυροτέρα έντυπα όπου θήτευσαν μια σειρά από γνωστά ονόματα ανάμεσα τους κι ο Δημήτριος Λαμπράκης, μετέπειτα εκδότης του Ελεύθερου Βήματος, ενώ η γνώση του πάνω στα θέματα του τύπου και της ελευθεροτυπίας για την οποία αγωνίστηκε σε όλη τη ζωή του είναι μοναδική για την εποχή του .

Ο Σίμος αναμίχθηκε ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου, εκλέχτηκε βουλευτής Άρτας και η ανάγνωση των ομιλιών του προκαλεί αίσθηση – θα πρέπει να ήταν εξαιρετικός ρήτορας. Ταυτόχρονα όμως είχε πολύ καλή επαφή με τους ψηφοφόρους του και δεν αναλώνονταν σε άσκοπους βερμπαλισμούς αλλά προσπαθούσε κάθε φορά να δώσει λύσεις σε πρακτικά προβλήματα όπως αυτό της συγκοινωνίας που ανάγκαζε τους χωρικούς να διανύουν πεζοί τεράστιες αποστάσεις για να προμηθευτούν λίγο στάρι ή καλαμπόκι, το ζήτημα της έλλειψης σχολείων που καταδίκαζε τους χωρικούς στο σκοτάδι και τον αναλφαβητισμό, την απουσία στοιχειωδών χώρων λατρείας που ανάγκαζε τους δύστυχους κατοίκους των απομακρυσμένων χωριών να εκκλησιάζονται στο ύπαιθρο.

Το δίπολο ανάμεσα στους παλιούς πολιτικούς και τους ενθουσιώδεις νεοεισερχόμενους σαν τον Σπυρίδωνα Σίμο αποτελεί το βασικό στοιχείο της δομής αυτού του βιβλίου. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι απόγονοι της τάξης των παλιών τσιφλικάδων όπως ο Κωνσταντίνος Καραπάνος ο οποίος πέρα από τη νομή των απέραντων κτημάτων του έχει να επιδείξει και άλλες δραστηριότητες σημαντικές όπως η ανασκαφή του ιερού του Δία στην αρχαία Δωδώνης όπου ανακάλυψε και μια πλούσια συλλογή νομισμάτων και γλυπτών που την δώρισε στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο. Απέναντι του ο Κωνσταντίνος Καραπάνος θα βρει τους νέους επίμονους πολιτευτές με προεξάρχοντα τον Σπυρίδωνα Σίμο, που διαβλέπουν την επείγουσα ανάγκη ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης προς όφελος του λαού και της χώρας. Μέσα από μια σειρά σπάνιων ντοκουμέντων που αφορούν ομιλίες, εκθέσεις πεπραγμένων, επιστολές και σφοδρές κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις αναδεικνύεται αυτή η σύγκρουση που είναι στην πραγματικότητα η απεικόνιση της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Ηπείρου, εκείνου του κομματιού της χώρας που μοιάζει καταδικασμένο αιώνια στην φυσική του απομόνωση με τους φερέοικους κατοίκους του να ακολουθούν τη μοίρα των τσιφλικάδων ακολουθώντας τους κάθε φορά όπου υπήρχε δουλειά, προσπαθώντας να επιβιώσουν μέσα σε συνθήκες πρωτόγονες κι όταν ερχόταν η στιγμή που ζητούσαν την ψήφο τους έπρεπε να υποστούν την εξευτελιστική διαδικασία της εξαγοράς που τους εξαχρείωνε καταδικάζοντας τους στο χαμηλότερο επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης.

Αυτό που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το βιβλίο και διαχέεται σε κάθε γραμμή του είναι η ιδιαίτερη αγάπη που έχει αναπτύξει ο συγγραφέας για την Δυτική Ελλάδα και ιδιαίτερα για την πόλη της Άρτας κοντά στην οποία ζει τα τελευταία είκοσι χρόνια. Την αγάπη του αυτή την εκδηλώνει με μια σειρά μελετών που έρχονται να φωτίσουν το παρελθόν αυτής της πόλης, τις δυνατότητες της, τις κακεντρέχειες που την ταλανίζουν αλλά και τα καλύτερα και πιο αξιοσημείωτα στοιχεία του πολιτισμού της. Ταυτόχρονα όμως έρχεται ν’ ανοίξει καινούριους δρόμους στη μελέτη κρίσιμων περιόδων της τοπικής ιστορίας σε μια εποχή ραγδαίων κοινωνικών μετασχηματισμών καθώς οι κοινωνία περνούσε με ταχύτητα από την μεσαιωνική στη σύγχρονη εποχή. Όλα αυτά πλαισιώνονται από σπάνιο αρχειακό υλικό και φωτογραφίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά και καθιστούν το κείμενο ενδιαφέρον και πραγματικά αξιόλογο.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.