Δυο τρία χιλιόμετρα από το χωριό είναι ένα νταμάρι, το Ασπρόζι ή Άμμοι. Η εξόρυξη έχει σταματήσει, και χρησιμοποιείται μονάχα ως πρόχειρος σκουπιδότοπος – μπορείς να βρεις πεταμένα εκεί κάθε λογής πράγματα, από ξεκοιλιασμένους καναπέδες μέχρι διαλυμένες ομπρέλες, σπασμένες κάσες πορτοπαράθυρων και σαραβαλιασμένες οικοσυσκευές. Το τοπίο είναι σεληνιακό: τις ηλιόλουστες μέρες εκτυφλωτικά λευκό, τόσο ώστε με την άκρη του ματιού βλέπεις άυλες μορφές να κυματίζουν, και τις φεγγαροφώτιστες νύχτες μυστηριακό, όπως οι βαθιές σκιές των φαγωμένων βράχων ξυραφίζουν την ασπράδα του. Είναι μια σελήνη σκαμμένη από τους ανθρώπους στον δασωμένο τόπο και βρομισμένη με τα σκουπίδια τους.

Ο Στέφος Τώνης περνούσε αποκεί Αύγουστο μήνα μες στο καταμεσήμερο, πηγαίνοντας με ενενήντα γιατί ήξερε τις στροφές του δρόμου καλύτερα κι από τις γραμμές στην τραχιά του χούφτα και πιο καλά κι από τις καμπύλες που ’χε το κορμί της Ντίνας όταν το χάιδευε με το γυαλόχαρτο της χούφτας του. Πάντα βιαζόταν, γιατί στο χωριό δεν είχε μείνει ουσιαστικά άλλος μάστορας. Η καρότσα ήταν γεμάτη οικοδομικά υλικά που είχε αγοράσει από τη μάντρα του Λαζοπάντου στο Χάνι.

Στην αρχή, που την είδε με την άκρη του ματιού περνώντας φουλαριστός, νόμισε πως ήταν από κείνες τις μορφές που ’φτιαχνε ο αέρας καθώς κυμάτιζε μέσα στην κάψα και στην ασπράδα του σκαμμένου τόπου. Σαν εκείνο το πώς το ’λεγαν –δεν του ερχόταν η λέξη–, εκείνο που έβλεπαν στην έρημο οι ταξιδιώτες. Τον ξεγέλασε, που ήταν πατόκορφα μες στην άσπρη σκόνη· από αλάτι, λες κι είχε αντικρίσει ποιος ξέρει τι Σόδομα, και ανώνυμη κι αυτή σαν τη γυναίκα του Λωτ.

Φρενάρισε κι έκανε όπισθεν.

Μα έπειτα, όταν την είδε καλύτερα, τα έχασε και γέλασε μοναχός του.

Η γυναίκα του Λωτ ήταν μια κούκλα σαν εκείνες που είχαν στις βιτρίνες στα Γιάννενα. Τέλεια σ’ όλα της, όπως δεν ήταν καμία απ’ όσες γυναίκες είχε γνωρίσει ο Στέφος. Το άψυχο πλαστικό της κορμί στεκόταν παράξενα γυμνό μες στο λιοπύρι. Τι δουλειά είχε να ’ναι εκεί; Παρακάτω, κει που οι Άμμοι έκαναν γούβα, ήταν πεταμένο όλο το σκουπιδαριό: σπασμένες καρέκλες και τηλεοράσεις, ξεντερισμένα στρώματα, ό,τι βάλει ο νους. Μα και πάλι, τούτη δω η κούκλα έδειχνε παράταιρη. Και ποιος την είχε στήσει έτσι; Τίποτε γύφτοι – θα πέρασαν να μαζέψουν ό,τι παλιοσίδερο ήταν πεταμένο στο νταμάρι και το βρήκαν γουστόζικο να τη στήσουν σκιάχτρο κει πέρα, για να κολάσει με τη γύμνια της όποιον τύχαινε να περάσει.

Κατέβηκε από τ’ αμάξι, στάθηκε αναποφάσιστος για μια στιγμή, κι έπειτα έριξε την κούκλα ξαπλωτή στην καρότσα, πάνω στα σακιά το τσιμέντο και το γύψο, και τ’ άλλα υλικά. Είχε κατεβασμένο στο πλευρό το αριστερό της χέρι και ελαφρά λυγισμένο και μισοσηκωμένο το δεξί. Όταν ήταν στημένη όρθια, τούτη η κίνηση είχε γυναικεία χάρη, αλλά τώρα έμοιαζε να θέλει να διώξει αποπάνω της κάποιον που, αόρατος, της κρατούσε το αριστερό χέρι. Σκέφτηκε ότι θα άρεσε στην Ντίνα να την έχει. Θα την έντυνε με τα ρούχα της, όπως ντύνουν τα κορίτσια τις κούκλες τους.

Δούλευε μέχρι που βράδιασε, σφυρίζοντας τραγούδια για να ’χει τη φωνή του να του κρατάει συντροφιά, κι έπειτα γύρισε σπίτι, με την κούκλα ξαπλωμένη στην άδεια καρότσα. Την έστησε στην αυλή και την έπλυνε με τη μάνικα να φύγει η σκόνη. Η Ντίνα καθάριζε στου Χρίστου Θεοδώρου. Θα έρχονταν την επομένη από την Αθήνα για τις αυγουστιάτικες διακοπές και της είχαν μηνύσει να φτιάξει το σπίτι, για να το βρουν έτοιμο όταν θα ’φταναν.

Του ’χε μαγειρέψει προτού φύγει, αλλά ο Στέφος θα την περίμενε, να φάνε μαζί. Έβαλε τσίπουρο, ψωμοτύρι σ’ ένα πιάτο, κι είδε τηλεόραση καπνίζοντας και πίνοντας, ώσπου να έρθει η Ντίνα.

Κάποια στιγμή βγήκε έξω στην αυλή, πήρε την κούκλα, που είχε στεγνώσει, και την πήγε στην κάμαρή τους. Βαριά σύννεφα είχαν μαζευτεί τώρα αποπάνω και μπουμπουνησταριές ακούγονταν, σαν αχός μακρινής μάχης. Η νεροποντή θα ξέπλενε από την αυγουστιάτικη σκόνη τα φύλλα, τα σπίτια κι όλον τον τόπο, αλλά έπειτα η ζέστη θα ήταν ακόμα πιο πνιγερή. Ο Στέφος ένιωσε στις τρίχες στα μπράτσα του τον ηλεκτρισμό στον αέρα. Μύρισε τη βροχή που θα ερχόταν όπου να ’ναι.

Η Ντίνα ίσα που πρόφτασε να γυρίσει· με το που έκλεισε την πόρτα, άνοιξαν οι ουρανοί.

«Με περίμενες», του είπε.

Έβγαλε τα παπούτσια της, πήγε ξυπόλητη να πλύνει τα χέρια της και τους σερβίρισε.

Όταν η κούρασή της είχε καταπραϋνθεί με το φαΐ, του είπε «Στέφο…» μα σώπασε έπειτα, λες κι ό,τι άλλο ήταν να του πει θα λεγόταν από μόνο του.

«Ναι, Ντίνα;»

«Είσαι κουρασμένος;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Πάνε δυο βδομάδες από την τελευταία φορά που μου ’ρθε περίοδος».

«Δεν είμαι τόσο κουρασμένος».

Δεν περίμενε να πάει στην κάμαρή τους, μα ξεντύθηκε κει πέρα, στην κουζίνα. Ήταν κοντή και παχουλή, με μεγάλα στήθια και δυνατά χέρια και πόδια.

«Έλα», του είπε.

Πήγαν στην κάμαρη· η Ντίνα άναψε το φως και κοκάλωσε.

«Τι ’ν’ αυτό;» είπε.

«Μια κούκλα. Σ’ αρέσει;»

«Πού τη βρήκες;»

«Πεταμένη στους Άμμους. Είπα ότι θα σ’ άρεσε και σ’ την έφερα. Την έχω πλύνει».

«Τι να την κάνω, Στέφο;»

«Να της φοράς τα ρούχα σου. Άμα δεν σ’ αρέσει, να την πετάξω αύριο. Αλλά έλα τώρα».

Πλάγιασαν και τυλίχτηκαν ο ένας γύρω και μες στον άλλον. Μα η Ντίνα δεν έπαυε να ρίχνει κλεφτές ματιές σ’ εκείνο το πράμα μέσα στην κάμαρή τους, ακόμα κι ενόσω τη χάιδευε ο Στέφος και βογκούσε πάνω της. Κι όταν κοιμήθηκε έπειτα πλάι της, αποκαμωμένος πια, αυτή δεν έλεγε να την πάρει ο ύπνος. Είχαν σβήσει τη λάμπα και, όποτε άστραφτε, η κούκλα ξεπηδούσε απ’ το σκοτάδι στο φως, λεπτή, όμορφη κι άψυχη, με μικρά στήθια, χωρίς τρίχες ανάμεσα στα σκέλια, και με το δεξί χέρι μισοσηκωμένο σαν να έδινε κάτι ή σαν να ζητούσε. Στο σκοτάδι έπειτα, η Ντίνα ένιωθε βαριά τα στήθια της και την ανάσα της, και της φαινόταν πως, άμα έκανε να σηκωθεί και πατούσε τα πόδια κάτω, θα τα αισθανόταν να είναι από μολύβι και δεν θα κατάφερνε ποτέ πια να τα κουνήσει.

Τελικά το πήρε απόφαση, σηκώθηκε, πήρε την κούκλα και βγήκε γυμνή στη νεροποντή, στις τέσσερις τα χαράματα. Έπειτα γύρισε, πήγε στο μπάνιο να σκουπιστεί και πλάγιασε ξανά.

Το πρωί, όταν ο Στέφος μύρισε τον καφέ κι άνοιξε τα μάτια, δεν αναρωτήθηκε πού να ’ταν η κούκλα. Εκεί που ξυπνούσε, είχε θυμηθεί κάτι που, μέσα στις τόσες δουλειές, είχε λησμονήσει να το κάνει, και πήγε στην κουζίνα σκοτισμένος και βιαστικός. Ήπιε τον καφέ του, έβαλε δυο μπουκιές στο στόμα κι έφυγε. Καθώς έκανε όπισθεν για να βγει απ’ το δρομάκι, στριφογυρνούσε στο μυαλό του τι είχε να κάνει μες στη μέρα.

Δεν είχε περάσει ακόμα η σκουπιδιάρα, μα ο Στέφος ούτε που πρόσεξε το πλαστικό δεξί χέρι με τα λεπτά δάχτυλα και τη λεία χούφτα, που εξείχε μέσ’ από το σκουπιδοτενεκέ.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.