Κατά την επίσκεψή του στο βιβλιοπωλείο, ο υποψήφιος Αναγνώστης του Καλβίνο στο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, μέχρι να φτάσει στον πάγκο όπου βρίσκεται το ποθητό –για εκείνον– βιβλίο, διασταυρώνεται με δεκάδες άλλα, τα οποία ο συγγραφέας κατηγοριοποιεί ποικιλοτρόπως (π.χ. Βιβλία Που Δεν Είναι Ανάγκη Να Διαβάσεις, Βιβλία Που Ήδη Διάβασες Χωρίς Να Κάνεις Τον Κόπο Να Τα Ανοίξεις Γιατί Ανήκουν Στην Κατηγορία Των Ήδη Διαβασμένων Πριν Ακόμα Γραφούν, Βιβλία Που Έχεις Πρόθεση Να Διαβάσεις Αλλά Πρώτα Έχουν Σειρά Κάποια Άλλα). Το βιβλίο του Διονύση Μαρίνου υπό τον τίτλο Όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ (Μελάνι, 2017) –εάν υποθέσουμε ότι τολμάμε να παραφράσουμε τον Καλβίνο και να παίξουμε με τα δικά του εργαλεία– ανήκει στην κατηγορία των Βιβλίων Που Από Το Εξώφυλλο Πιθανότατα Δεν Θα Διάλεγες Να Αγοράσεις Γιατί Είναι Παντελώς Αδιάφορο (Και Με Λάθος Στον Τίτλο). Ωστόσο, μια φωνή αλά Φίλιπ Ντικ θα σε προέτρεπε: Όχι από το εξώφυλλό του και θα είχε δίκιο, αφού θα ήταν σφάλμα να προσπεράσουμε ελαφρά τη καρδία τα διηγήματα του Μαρίνου.

Ας ξεκαθαρίσω κάτι από νωρίς προς αποφυγή αναγνωστικών παρεξηγήσεων. Όσοι από εσάς διάκειστε φιλικά σε πλέον του δέοντος επιμελημένα αναγνώσματα, στυλιζαρισμένα σαν βιτρίνες ενόψει εορταστικής περιόδου, δήθεν σουρεαλιστικά, με κύριο σκοπό την αυτοαναφορικότητα (το γνωστό «από την τέχνη για την τέχνη», παρά τους τόσους επικριτές του, ζει και βασιλεύει), λυπάμαι, αλλά θα απογοητευτείτε από τα δεκαεννέα διηγήματα του παρόντος βιβλίου, αφού η θεματολογία τους είναι γήινη, σχεδόν χοϊκή.

Ο Μαρίνος γράφει ρεαλιστικά διηγήματα. Κοινωνικά και ιδιαζόντως –θα εξηγήσω εν συνεχεία– ψυχογραφικά. Για παράδειγμα, στο Άρωμα ο ήρωας αρνείται να παραδεχτεί έναν θάνατο, στα Εδώ δεν έχει Αλάσκα και Παπαγάλος Άρα οι γονείς μεγαλώνουν παιδιά με νοητική υστέρηση, στον Άγιο Βασίλη ο άνεργος πρωταγωνιστής αντιμετωπίζει το προσωπικό, αλλά και συλλογικό ναδίρ της εργασιακής (και όχι μόνο) πραγματικότητας, στα Ένας ήσυχος άνθρωπος και Ζωή από λίγο η καθημερινότητα ταυτίζεται με την καταπίεση.

Ο συγγραφέας, λοιπόν, ξέρει να παρατηρεί τους ανθρώπους. Δεν τους μελετά με περιέργεια και (επι)κριτική διάθεση, αλλά με σεβασμό και, νομίζω, με κάποια συμπάθεια γι’ αυτό και καταφέρνει να καταδυθεί εντός τους. Τα χαρακτήρισα ιδιαζόντως ψυχογραφικά, διότι ο αναγνώστης πληροφορείται για την ψυχολογική κατάσταση των ηρώων μέσω της περιγραφής διάφορων περιστατικών στα οποία αυτοί συμμετέχουν και τα οποία υποδηλώνουν έμμεσα την ψυχική τους διάθεση. Λόγου χάρη, στο διήγημα Το στρώμα ο πρωταγωνιστής «σκούπισε τα μάτια του, πέταξε το αποτσίγαρο στον δρόμο και πήγε πάλι στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσε στο πάτωμα. Μάζεψε πόδια και χέρια και κουλουριάστηκε και έμεινε εκεί ξαπλωμένος. Στη μια πλευρά. Όχι στη δική του» (σελ.23). Δεν περιγράφονται τα συναισθήματα του άντρα, αλλά οι κινήσεις του, οι οποίες προσφέρουν μια ανάγλυφη εικόνα του ψυχικού του κόσμου. Οι δύο φράσεις «Στη μια πλευρά. Όχι στη δική του», τόσο απλές, ωστόσο συμπυκνώνουν επιτυχώς το αίσθημα του πόνου που προκαλεί η απουσία.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Διονύσης Μαρίνος είναι εξίσου γήινη με τη θεματολογία του. Είναι στρωτή, με λεκτικές εξάρσεις στα σημεία που χρειάζεται –δηλαδή απουσιάζουν οι λεκτικές υπερβολές–, εκπέμπει σιγουριά για τον εαυτό της, είναι μοντέρνα χωρίς να γίνεται του συρμού, έχει τέμπο και προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε ιστορίας. Σε όλα σχεδόν τα διηγήματα έχω σημειώσει τουλάχιστον μία πρόταση ή μία φράση με ποιητική υφή. Σταχυολογώ ορισμένες: «τα πάντα σε αυτό το σπίτι περπατούν σε χαμηλές νότες» (Το άρωμα, σελ. 13), «να ντύσεις τα διακοσμητικά σου όνειρα» (Το πρόβλημα με το ταβάνι, σελ. 27), «έχει μαζευτεί αίμα που κλαίει» (Ο Άγιος Βασίλης, σελ. 58), «να μην έχεις να κρυφτείς πουθενά από τους κυκλικούς λεκέδες της λιακάδας» (Η καινούρια μαμά, σελ. 79), «το φως γινόταν μια πορτοκαλί λάσπη πάνω από τις πολυκατοικίες» (Το τρακάρισμα, σελ. 96).

Στα πλεονεκτήματα της γλώσσας ανήκει επιπροσθέτως η ικανότητά της να προκαλεί συγκίνηση και γέλιο (ακόμη κι αν είναι πικρό). Από τα πλέον ενδεικτικά συγκινησιακά χωρία του βιβλίου είναι αυτό στο οποίο η καινούρια μαμά «παίζει μαζί μας. Όχι πάντα, αλλά καμιά φορά ξεθαρρεύει, σηκώνεται από τον καναπέ και έρχεται στο δωμάτιό μας, δήθεν τάχα να φτιάξει την ντουλάπα, να διπλώσει τα ρούχα, κι εδώ στις γωνίες, κοίτα κάτι χνούδια, μας λέει για να μας ξεγελάσει. Ούτε που το καταλαβαίνουμε πότε ξαπλώνει στο πάτωμα και παίζει με τα παιχνίδια μας. Είναι παράξενο να τη βλέπεις να κάθεται χάμω και να γελάει» (σελ. 82-83). Αντίστοιχα, με έξυπνο χιούμορ είναι γραμμένο το πολύ δυνατό διήγημα Ζωή από λίγο: «Λιποθυμώ, λιποθυμώ, ψιθυρίζει η μαμά, λίγο νερό, τρέχω στη βρύση, ρίχνω στα χέρια μου, τη ραντίζω, βρε βλάκα, σε ποτήρι, δεν είναι λουλούδι, σκούζει ο μπαμπάς, ναι, δεν είναι, κανείς δεν ξέρει αν κάποτε ήταν» (σελ. 89). Η μαεστρία, δε, της γλώσσας γίνεται εμφανής και στο άνωθεν «γύρισμα» από το αστείο στο σοβαρό, το οποίο επίσης θα μπορούσε να ανήκει στις ποιητικές φράσεις που απομόνωσα πρωτύτερα.

Στο πλαίσιο του σχολιασμού πάνω στη γλώσσα, να προσθέσω ότι σε κάποια σημεία του βιβλίου, όπως στο τελευταίο διήγημα με τίτλο Μαύρα νερά, ο συγγραφέας κάνει επίκληση στον μαγικό ρεαλισμό. Παραθέτω: «Έχετε προσπαθήσει το τελευταίο διάστημα να μπείτε στο ασανσέρ; Μην το κάνετε, έχει φρακάρει: η πόρτα δεν ανοίγει. Φώναξα και το συνεργείο συντήρησης. Χρειάστηκε να τη σπάσουν για να δουν τι συμβαίνει˙ δεν άνοιγε αλλιώς. Τι νομίζετε ότι βρήκαν; Ακριβώς, παπαρούνες ως εκεί πάνω. Τι να κάνουν οι άνθρωποι, τις έκοψαν μία μία».

Σχολίασα ήδη ότι το διήγημα Ζωή από λίγο είναι από τα καλύτερα του βιβλίου, όπως και το Άρωμα, το Στρώμα, το Εδώ δεν έχει Αλάσκα, ο Γάμος. Εκείνα που δεν μου προκάλεσαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν τα Αυτός ο ήχος και Μυρίζει. Τα υπόλοιπα δεκαεπτά, αν και ξεχώρισα κάποια, είναι όλα εξίσου καλά, με μικρές διαφορές μεταξύ τους.

Το Όπως κι αν έρθει αυτό το βράδυ δεν είναι το βιβλίο της χρονιάς. Είναι βιβλίο κάθε χρονιάς. Βιβλίο για πολλές χρονιές. Να το έχεις στη βιβλιοθήκη και να το ξανασυναντάς κατά καιρούς, όπως χάνεσαι και βρίσκεσαι με κάποιον παλιό γνωστό. Ο Μαρίνος δεν έγραψε ιστορίες-πυροτεχνήματα, αλλά ιστορίες για να μείνουν.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Βασίλης Δ. Γόνης.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.