Χλόη Κουτσουμπέλη, O Βοηθός του Κυρίου Κλάιν, Μελάνι, Αθήνα 2017.

Στην πολυκατοικία-καθαρτήριο ψυχών του κυρίου Γκάμπριελ Κλάιν, που ως ζωντανή τεράστια φάλαινα αναπνέει, πάλλεται, σείεται και σαλεύει (σελ. 12), κυριαρχεί o υπαινιγμός, η ασάφεια και η αμφισημία του χωροχρόνου, όπως επίσης και ένα είδος συναισθηματικής διαστρωμάτωσης των ενοίκων-ψυχών της κατά το Δαντικό πρότυπο της Θείας Κωμωδίας. Ο χώρος, η πολυκατοικία, ο χρόνος και ο μικρόκοσμός της λειτουργούν με τρόπο ιδιάζοντα ανορθόδοξο, γεγονός που μας παραπέμπει σ΄ αυτό που θα αποκαλούσαμε μεταφυσική ετεροτοπία, μια και στο μυθιστόρημα της Κουτσουμπέλη κυριαρχεί το στοιχείο του μαγικού ρεαλισμού. Παράλληλα, ένα ευρύτερο σύγχρονο, εξαιρετικά οικείο δυστοπικό περικείμενο, η Παλιά Πόλη, συνυπάρχει, αλλά αυτή ανακαλείται ως τραυματική μνήμη και περικλείει τα συμβάντα, τα πρόσωπα και τις πρότερες εμπειρίες τους στην πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν. Στο μικρόκοσμο της πολυκατοικίας το στοιχείο της δραματικής και καταστασιακής ειρωνείας είναι διάχυτο και ο χρόνος είτε σταματά, είτε κινείται ανάστροφα, ενώ διάφορα ασύγχρονα γεγονότα φαίνεται να συμβαίνουν ταυτόχρονα, αλλά σαν σε μία άλλη υπόγεια διάσταση, αφού σύμφωνα με τον ήρωα μας Στέφαν, ο χώρος του επιβλητικού αυτού κτιρίου μοιάζει να βρίσκεται τοποθετημένος «επίπεδα κάτω από την επιφάνεια της γης» (σελ. 13). Οι αφηγηματικές και μυθοπλαστικές συμβάσεις του μαγικού ρεαλισμού, όπως στην περίπτωση του μυθιστορήματος της Κουτσουμπέλη, κοινωνούν στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια έναν κόσμο ρευστότητας στον οποίο τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο, ενώ τα πάντα μπορούν να συμβούν, ή και μη συμβούν, γεγονός που σύντομα αντιλαμβανόμαστε καθώς ξεδιπλώνεται η πλοκή.

Θα ξεκινήσω την ανάγνωσή μου του μυθιστορήματος in mediα res, παραθέτοντας το έντυπο με τον τίτλο «Υποχρεώσεις Θυρωρού» (σελ. 48) που ο βοηθός του κυρίου Κλάιν και κεντρικός ήρωας μας, Στέφαν Χήροου, ανακαλύπτει καρφιτσωμένο στον πίνακα ανακοινώσεων του μικροσκοπικού, αλλά άριστα εξοπλισμένου διαμερίσματος του. Το εν λόγω διαμέρισμα, διόλου τυχαία, βρίσκεται στον ημιόροφο της πολυκατοικίας, όπου για 40 μέρες ο Στέφαν, σε ένα υπαρξιακά μεταβατικό περιβάλλον χωροχρονικής ρευστότητας, έχει αναλάβει χρέη συντηρητή και θυρωρού, κάτω από την επίβλεψη του αινιγματικά βλοσυρού, αλλά και γενναιόδωρου εργοδότη του, του κυρίου Γκάμπριελ Κλάιν. Στην απροσδιόριστα αβέβαιη πραγματικότητα της πολυκατοικίας οι καθρέφτες παραμένουν θολοί και αρνούνται να γυαλίσουν παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του Στέφαν και όλα τα φαγητά, εκτός από τη μυρωδάτη μηλόπιτα της Ηβ Ερθ και τα ζυμωτά τυρόψωμα-πρόσφορα της Μπόνυ Μεντράνο είναι άνοστα, τα ρολόγια λειτουργούν σε εντελώς δικό τους, ιδιόμορφο χρόνο, ενώ η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι προβληματική και γεμάτη παράσιτα. Η λίστα καθηκόντων του Στέφαν Χήροου έχει ως εξής.

1. Οι 40 μέρες που καλύπτονται από τη συμφωνία είναι ένα μεταβατικό διάστημα. Η συμπεριφορά σου αυτήν τη χρονική περίοδο θα είναι καθοριστική για το μέλλον.

2. Θέτεις τον εαυτό σου στη διάθεση των ενοίκων. Μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί σου είτε στο θυρωρείο κατά τις ώρες 10 με 12 το πρωί, είτε οποιαδήποτε άλλη ώρα της μέρας και της νύχτας μέσω της συσκευής ενδοεπικοινωνίας.

3. Φροντίζεις για την καθαριότητα του διαμερίσματος όπου διαμένεις προσωρινά και όλων των κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής…οποιαδήποτε βλάβη πρέπει να επιδιορθώνεται άμεσα.

4. Τα κλειδιά της αποθήκης [συστατικά μετάνοιας] είναι μέσα στο συρτάρι. Μέσα στην αποθήκη υπάρχουν όλα τα απαραίτητα για την καθαριότητα και τις επιδιορθώσεις.

5. Σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης και μόνον, επικοινωνείς με τον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας στο εξής τηλέφωνο. Στο σημείο αυτό ο αριθμός ήταν μουτζουρωμένος και δυσδιάκριτος… (σελ. 48)

Επιχειρώντας μια δομική εν μέρει προσέγγιση, θα ισχυριζόμουνα ότι στο σημείο αυτό του κειμένου και μέσα από τούτη τη λίστα καθηκόντων αναδύεται αυτό που στη ζωγραφική ορολογία/σημειολογία ονομάζουμε σημείο φυγής, δηλαδή οι νοητές συγκλίνουσες γραμμές (της αφήγησης στην προκειμένη περίπτωση) που δημιουργούν το βάθος ή την τρίτη διάσταση στο αφηγηματικό τελάρο των δύο διαστάσεων (κάθετο και οριζόντιο), έτσι ώστε να αποδοθεί πιο ρεαλιστικά η ζωγραφική μας, η αφήγηση εν προκειμένω. Ωστόσο, στην περίπτωση του θεατρικά, τρόπον τινά, δομημένου μυθιστορήματος της Κουτσουμπέλη, η όποια οικεία ρεαλιστική πραγματικότητα τίθεται υπό αίρεση συστηματικά και κατ’ επανάληψη, αφού από πολύ νωρίς προ-οικονομείται τούτη η ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ πραγματικής και μεταφυσικής εμπειρίας και είναι κάπου στο ενδιάμεσο όπου ξεδιπλώνεται η πλοκή. Σε εντελώς οικείο τόνο γραμμένη η λίστα καθηκόντων του επικείμενου συντηρητού θυρωρού της πολυκατοικίας, του Στέφαν, εκτός από μία εκκωφαντικά υπαινικτική λεπτομέρεια που κάνει όλη τη διαφορά, εκείνη των σαράντα ημερών «που καλύπτονται από τη συμφωνία». Το κρίσιμο για το όποιο μέλλον του ήρωα μας 40 ήμερο φανερά μας παραπέμπει σε μια αλληγορία, στην μεταβατική περίοδο εκείνη των 40 ημερών που ακολουθεί τον βιολογικό θάνατο του σώματος, περίοδο κατά την οποία σύμφωνα με τα διάφορα Χριστιανικά δόγματα η ψυχή, η οποία βιαίως αποχωρίζεται από το σώμα, περιπλανάται, πειράζεται, δοκιμάζεται, αναστοχάζεται και λογοδοτεί σε σχέση με τα πεπραγμένα της, μετανοεί ή όχι για κάποια εξ’ αυτών, πριν λάβει την τελική της θέση και κατάταξη σε κάποια άλλη τάξη πραγμάτων, αν κάτι τέτοιο τελικά υφίσταται. Ο για 40 ημέρες συντηρητής-θυρωρός της τελευταίας του (πολυ)κατοικίας, Στέφαν, οφείλει να θέσει – και θέτει – εαυτόν στη διάθεση των ενοίκων του πολυκατοικοιμένoυ από φιγούρες του πρόσφατου (εν ζωή) παρελθόντος του, οι οποίοι πράγματι έρχονται συστηματικά σε επαφή μαζί του σε ένα παιχνίδι διαπροσωπικών σχέσεων, μετά-τραυματικών εμπειριών και επιδιορθωτικών επεμβάσεων. Οποιαδήποτε βλάβη πρέπει να επιδιορθώνεται άμεσα και για το σκοπό αυτό η πολυκατοικία του κυρίου Κλάιν παρέχει όλες τα απαραίτητες διευκολύνσεις, αρκεί να γίνουν αντιληπτές και αποδεκτές, έτσι ώστε ο εκάστοτε, υπό θεραπεία διατελών συντηρητής, να αφεθεί στην επιδιορθωτικές-θεραπευτικές τους ιδιότητες. Έχουμε την οικογένεια πένθους με το όνομα Μουρν, στον 1ο όροφο (1ο στάδιο το πένθος και ο θρήνος), την γήινη φιγούρα-απάγκιο Ηβ Ερθ στο 2ο όροφο, με τον απόντα κι άφαντο κύριο Χου. Όμως κάνουμε το συνειρμό: «Χους ει και εις χουν απελεύσει»…). Στον 3ο όροφο ένα Οιδιπόδειο τραύμα προς θεραπεία που ακούει στα ονόματα κύριος και κυρία Ίντιπους, μαζί τους και η γεμάτη απώλειες μετανάστρια οικιακή βοηθός Λαρίσα, και τέλος, στον 5ο όροφο, ο ακτιβιστής-θεραπευτής κύριος Χηλ που είναι εκεί για να κλείσει κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς με το Στέφαν και όχι μόνο. Στο 2ο όροφο η Μπόνυ Μεντράνο, (συν)ιδιοκτήτρια και όχι απλή ένοικος της πολυκατοικίας συνεπικουρεί τον κύριο Γκάμπριελ Κλάιν στο έργο της θεραπείας /διάσωσης του τωρινού βοηθού-συντηρητή.

Μέσα από ένα πλέγμα αισθήσεων (η απόλαυση του φαγητού και του έρωτα διατηρούν κάτι από τη σαγήνη τους έστω και ψευδαισθητικά) παραισθήσεων και ψευδαισθήσεων, αλλά και εν μέσω στιγμών πλήρους πνευματικής διαύγειας ο Στέφαν Χήροου, αν και αντιλαμβάνεται το σώμα του να φθίνει μέρα με τη μέρα, αναβιώνει, αναπλάθει και εν μέρει κατανοεί τα πεπραγμένα του, δείχνει σημάδια μετάνοιας, αποκολλάται από το σύνδρομο του Εγώ, δίνει και δίνεται, όπως δεν δόθηκε όταν έπρεπε, επιλέγει να βοηθήσει και εντέλει βοηθιέται. Κι ύστερα όλα γίνονται φως. Οι 100 χρυσές λίρες, η αμοιβή των 40 ημερών εργασίας του, πιστώνονται στο λογαριασμό του, οι όποιες οφειλές του διαγράφονται και η θέση του αδειάζει για να καταληφθεί από το νέο συντηρητή θυρωρό, που δείχνει να μοιράζεται πολλά κοινά με τον προκάτοχό του. Η 40/ήμερη θητεία του στο καθαρτήριο ψυχών, τραυμάτων και (Ιερών πληγών λήγει αισίως, αφού τελικά ακούει τη μητρική φωνή, με τη μορφή της Μπόνυ να του ψιθυρίζει ότι επειδή ακριβώς είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη που είναι πλασμένα τα όνειρα κι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, ανάμεσα στους άπειρους κόσμους όπου κάποιος μας φυσά κι εμείς ξεκολλάμε και ταξιδεύουμε στα σύμπαντα του εδώ και του αλλού, η μόνη συγκολλητική ουσία στο Χάος της ζωής μας είναι η αγάπη.

Τέλος, το μυθιστόρημα της Χλόης Κουτσουμπέλη, θα μπορούσε να διαβαστεί ταυτόχρονα και ως δείγμα αυτού που στις μέρες μας είναι γνωστό με τον όρο λογοτεχνία της κρίσης, αφού εκτός από την μεταφυσική ετεροτοπία της πολυκατοικίας, στο αφηγηματικό περικείμενο του μυθιστορήματος ενυπάρχει έντονο και το δυστοπικό στοιχείο των οικείων μας, σύγχρονων καιρών της κρίσης που διάγουμε, με την ανάμνηση (και τις συνέπειες) του οποίου κινούνται οι χαρακτήρες της πραγματικά πολυφωνικής αφήγησης: Ήταν σίγουρα παράξενοι καιροί, αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα κι ο άνθρωπος στην αλυσίδα της εξέλιξης, αντί να ορθώνεται, γονάτιζε και άφηνε όλο και περισσότερο τον χιμπατζή να κυριαρχεί στον εγκέφαλό του. Πόλεμοι μαίνονταν, μια τεράστια οικονομική κρίση μάστιζε τον κόσμο, όλο και περισσότεροι άνθρωποι κουβαλούσαν το σπίτι τους στην πλάτη, παιδιά πνίγονταν στη θάλασσα.» (σελ. 11)

Με τον όρο δυστοπία αναφερόμαστε στην κοινότητα εκείνη ή την κοινωνία που είναι ανεπιθύμητη ή τρομακτική και που είναι το αντίθετο της ουτοπίας, η οποία αποτελεί το υπόδειγμα για μία ιδανική κοινωνία χωρίς πόνο, εγκληματικότητα ή φτώχεια. Οι δυστοπικές κοινωνίες, όπως αυτή της Παλιάς πόλης που κυριαρχεί στο Βοηθό του Κυρίου Κλάιν, χαρακτηρίζονται από τον απάνθρωπο χαρακτήρα τους, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, την περιβαλλοντική καταστροφή και άλλα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με την κατακόρυφη πτώση του κοινωνικού ιστού των ανθρώπινων κοινοτήτων, σε καιρούς όπου το περιβάλλον, η πολιτική, η οικονομία, η ηθική, η επιστήμη και η τεχνολογία, χειραγωγούμενα από το οικονομικό κατεστημένο και την ακόρεστη δίψα των ανθρώπων για εξουσία, χάνουν την κατεύθυνσή τους, οδηγώντας, ενδεχομένως, σε ακραία δυσάρεστες καταστάσεις. Οι δυστοπίες, που συχνά εμφανίζονται με τη μορφή ολοκληρωτικών καθεστώτων που τα χαρακτηρίζει το χάος, η αναρχία, και η έλλειψη ηθικών, οικονομικών και κοινωνικών φραγμών βρίσκονται στον αντίποδα των ουτοπιών. Κι αν οι ου-τοπίες συνδέονται με έννοιες όπως η εξιδανίκευση, η απουσία συγκρούσεων, η πληρότητα και η έλλειψη οδύνης, τα ζοφερά, δυσοίωνα τοπία των δυστοποιών προκαλούν αβεβαιότητα, ανασφάλεια, τρόμο και πανικό. Όπως κι αν έχει, οι ουτοπίες και οι δυστοπίες συχνά επικοινωνούν μέσω σημείων φυγής και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους παραμένει οριακή, αφού μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο μυθιστόρημα της Κουτσουμπέλη, όπου η μεταβατική ετεροτοπία της πολυκατοικίας του πραγματικού πορτιέρη-φύλακα Γκάμπριελ Κλάιν λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος ενός δυστοπικού παρόντος και ενός ουτοπικού επέκεινα. Με την ανάμνηση, και κυρίως με τις συνέπειες μιας τέτοιου είδους δυστοπικής αστικής τοιχογραφίας, κινούνται, σκέφτονται, πράττουν αναστοχάζονται, θρηνούν και αγωνίζονται να διαχειριστούν τα τραύματά και τις απώλειές τους τους οι ήρωες και οι ηρωίδες του βιβλίου που φανερά βρίσκονται σε απόλυτη ρήξη με το περιβάλλον τους σε περιόδους κρίσης και όχι μόνο. Η μεταφυσική ετεροτοπία του Κυρίου Κλάιν με τους κλειστοφοβικούς παροξυσμούς των ενοίκων της λειτουργεί ως ένα σύστημα ανοίγματος και κλεισίματος («Πόρτες που ξεκλειδώνουν» μας λέει η αφηγηματική φωνή) και απαιτείται για την είσοδο σε αυτό είτε εξαναγκασμός (βίαιος θάνατος στην περίπτωση του εκάστοτε Στέφαν ή Πωλ κλπ.) είτε ειδική άδεια, είτε ιεροτελεστία εισδοχής ή τελετή μύησης, που στο εν λόγω μυθιστόρημα αναδύονται με τρόπο ευφάνταστο και γλαφυρό, αποτελώντας, παράλληλα με το κύριο αφηγηματικό σύμπαν της πολυκατοικίας, κομβικά σημεία αναφοράς, αλλά πολύ περισσότερο, αφορμές διερώτησης και αναστοχασμού.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: Misha Vallejo.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.