frear

Μ’ ένα τοκ-τοκ κι ένα ντουγκ – της Ελένης Κοφτερού

(αφιερωμένο στην Αθηνά Κοφτερού)

Κι άλλες φορές υποφέρω στο ταξίδι με το καράβι, μα το σημερινό είναι κάτι άλλο. O πονοκέφαλος που με καταδιώκει απ’ την εφηβεία, ελεεινός απόγονος των ημικρανιών της μάνας, σήμερα έγινε αδυσώπητο τέρας. Τα παυσίπονα ανεπαρκή κι αδύναμα να το αντιμετωπίσουν.

Η γυναίκα απέναντί μου, απευθυνόμενη στη φίλη της, επαναλαμβάνει γύρω στις δέκα φορές με ακρίβεια κουρδιστής κούκλας κάτι που θυμίζει λεκτική μονομαχία νηπίων: «Μ’ ένα τοκ-τοκ κι ένα ντούγκ», «Μ’ ένα τοκ-τοκ κι ένα ντούγκ» σου λέω! Στο δόξα πατρί με σφυροκοπούν οι ακατάληπτες λέξεις, σαν μικρά κυβιστικά γλυπτά που ρίχνονται στο κενό. Σωτήριο και παρηγορητικό το αεράκι, τις παρασέρνει προς το έντονο κρώξιμο των γλάρων που την ίδια στιγμή εκτελούν κυκλικούς σχηματισμούς πάνω απ’ το κεφάλι μου.

Η περιέργεια ωστόσο κυριαρχεί στον πόνο πυροδοτώντας την εμμονή μου να ακούω τις ιστορίες των άλλων χωρίς εκείνοι να το καταλαβαίνουν. Το αυτί μου μεγαλώνει, όπως γυαλίζει το μάτι του εθισμένου στον τζόγο μόλις αντικρίσει την τράπουλα. Ο πόνος καταλαγιάζει κι εγώ γέρνοντας δήθεν αδιάφορα προς τη μεριά απ’ όπου έρχεται η καμπανιστή φωνή της γυναίκας, αδημονώ να μάθω τι σημαίνουν οι παράξενες λέξεις, μα κυρίως φλέγομαι από περιέργεια σε ποιον, ή σε τι αναφέρονται. Αν οι γλάροι δεν συναινούσαν με την πράξη μου τερματίζοντας απότομα το επίμονο κρώξιμό τους, δεν θ’ άκουγα την ιστορία του τυχαίου μακρινού αγνώστου που πήρε στα μάτια μου ‒στ’ αυτιά μου εννοώ‒ σημαντικές διαστάσεις θεατρικότητας και λογοτεχνικότητας.

Ο ηλικιωμένος άντρας είχε περάσει τα ογδόντα. Υπόδειγμα καλοσύνης αυτάρκειας κι ευγένειας, αξιαγάπητος κι αποδεκτός ακόμη κι από τους πιο στριφνούς κατοίκους του χωριού, γέμιζε τις μέρες του κυρίως με το μπαξεδάκι του- μισό στρέμμα όλο κι όλο- που βρισκόταν στην άκρη του οικισμού, λίγα μέτρα βορειανατολικά του σπιτιού του. Κάθε μέρα, άνοιξη και καλοκαίρι, φθινόπωρο ή βαρυχειμωνιά, ο κυρ Παναγιώτης έσκαβε, ξεχορτάριαζε, κλάδευε, πότιζε με αυλάκια, φύτευε εποχιακά λαχανικά, μα κυρίως διασκέδαζε δοκιμάζοντας να μπολιάζει γενετικά ασύμβατα δένδρα, δεόμενος στις άπειρες πιθανότητες της φύσης, αφού για να πετύχει ο εμβολιασμός δεν αρκεί η μαστοριά του εμβολιαστή, πρέπει να συναινέσει και η γενετική. Ακόμη αναρωτιούνται ο γεωπόνος και ο αγροτικός γιατρός που κάτι σκαμπάζουν από γενετική, πώς κάποιες φορές κατάφερε το ακατόρθωτο. Αυτό είναι που λένε ότι με καλή διάθεση όλα γίνονται κι ο δικός μας άνθρωπος ξεχείλιζε από καλή διάθεση. Τον βοήθησε και κάποια μετάλλαξη κυττάρων κι έτσι στον κήπο του δέσποζε αγέρωχη μια βυσσινομηλιά. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην τον αγαπά. Μα κι εκείνος έδειχνε με κάθε τρόπο την αγάπη του σε κάθε ζωντανό πλάσμα. Αν τον άκουγες με πόση τρυφερότητα μιλούσε στις κατσικούλες του κάθε απόγευμα που τις έβγαζε για βοσκή! Άσε τα μυρμήγκια του κήπου! Συνεχώς είχε την έννοια μην χαλάσει τις φωλιές τους καθώς έσκαβε. Οι κακοπροαίρετοι καιροφυλαχτούσαν, μα δεν έβρισκαν τίποτε να του προσάψουν, καμιά φαρμακερή τους λέξη δεν ταίριαζε στον κυρ Παναγιώτη.

Ο ίδιος, προτιμούσε να ενοχλείται, παρά να ενοχλεί. Έτσι, εκείνο το πρωινό που ένιωσε την παράξενη αδιαθεσία που συνοδευόταν από κάψιμο στο σαγόνι, δεν ζήτησε βοήθεια από κανέναν γείτονα. Ντύθηκε με το γαμπριάτικο κοστούμι του – το μοναδικό που είχε – βρήκε το νούμερο του ταξιτζή στο κουτί με τις καρτούλες και τον κάλεσε από την τηλεφωνική συσκευή που ήταν καρφωμένη στον τοίχο του. Πήρε μαζί του εκατό ευρώ ‒ποσό τεράστιο γι αυτόν τον τόσο λιτοδίαιτο και ολιγαρκή άνθρωπο‒ και μόνο όταν έμπαινε στο ταξί ομολόγησε: «Μιχάλη στον γιατρό, γρήγορα σε παρακαλώ, δε νιώθω καθόλου καλά…»

Ο Μιχάλης, επηρεασμένος από την πληθώρα των περιπετειών που παρακολουθούσε μανιωδώς στην τηλεόραση, άδραξε την ευκαιρία να υποδυθεί ο ίδιος τον ήρωα. Με την κόρνα κολλημένη και με ταχύτητα γύρω στα 100 km την ώρα που άγγιζε την ταχύτητα του φωτός για τον γεμάτο κακοτεχνίες και επικίνδυνες στροφές επαρχιακό δρόμο, ο κυρ Παναγιώτης ήταν μπροστά στο ιατρείο επτά λεπτά. Κατέβα εσύ, εγώ θα βρω κάπου να παρκάρω, του είπε ο ταξιτζής, θα σε προφτάσω μέσα.

Τοκ-τοκ ακούστηκε στην ξύλινη πόρτα του ιδιωτικού ιατρείου του Αλέξανδρου Καραμάνου, υιού του παλιού του φίλου και επί χρόνια επιμελητή στο νοσοκομείο της κωμόπολης, Θεοφάνη Καραμάνου. «Περιμένετε λίγο, εξετάζω…» πρόλαβε ν’ ακούσει τις τελευταίες λέξεις γι’ αυτή τη ζωή ο κυρ Παναγιώτης, ειπωμένες με τη βαθιά και κάπως αγχωμένη φωνή του νεαρού γιατρού. Ακολούθησε μια μικρή ταλάντευση του ψηλού και λεπτού κορμού του, μια τελευταία αντίσταση στην βαρύτητα πριν το κεφάλι του πέσει μπροστά με απίστευτη ένταση, αφήνοντας ένα δυνατό ηχητικό αποτύπωμα πάνω στην κλειστή πόρτα του ιατρείου.

Το ντουγκ που ακούστηκε φτάνει στα δικά μου αυτιά, λυγμική κραυγή κάποιου μακρινού απόγονου του ξύλου. Το τύμπανό μου υποφέρει απ’ το ουρλιαχτό της στιβαρής οξιάς τη στιγμή που φιλά το χώμα μπροστά στα πόδια των άγριων ξυλοκόπων. Στα μαλακά τοιχώματα του λαβύρινθου των αυτιών μου οδύρεται μια ανήλικη καρυδιά κάτω απ’ το βάρβαρο αστραφτερό τσεκούρι και γίνεται ο θρήνος της κατάδικός μου. Βλέπω τις αδιευκρίνιστες προθέσεις αυτονομίας που μαρτυρά το κεφάλι του κ. Παναγιώτη, σα να θέλει να χωριστεί απ’ το γερασμένο σώμα, να διαπεράσει το ξύλινο εμπόδιο και να πετάξει προς άγνωστους άυλους τόπους, εκεί όπου δεν υπάρχει συνάφεια και συνοχή που κρατούν τα μόρια της ύλης ενωμένα. Ένας κόμπος φράζει για λίγο τον λαιμό μου, η ζήλια και η οργή για τον ανώδυνο, αστραπιαίο θάνατο του κυρ Παναγιώτη με κατακλύζουν κι ο πονοκέφαλος ξαναγυρνά θριαμβευτής. Τα δάκρυα που δεν μπορώ να συγκρατήσω δεν απαλύνουν καθόλου την οδύνη για την αδικία που έχει συντελεστεί σε βάρος του μπαμπά μου που έμοιαζε τόσο πολύ στον ήπιο και γλυκό χαρακτήρα του κυρ Παναγιώτη, κι όμως έλιωνε για έξι ολόκληρους μήνες στα νοσοκομεία.

Ο κυρ Παναγιώτης μετά το ντουγκ σωριάστηκε κάτω για να βυθιστεί στην πηχτή κι αλύγιστη σιωπή του θανάτου. Ακολούθησε ο πανικός κι η απογοήτευση του γιατρού, αφού στάθηκε αδύνατον να τον επαναφέρει με τις μαλάξεις στο στήθος. Ο εξεταζόμενος ασθενής πετάχτηκε έντρομος στην αρχή, φτύνοντας τον κόρφο του για την κακή του τύχη μέρα μεσημέρι, αλλά πολύ γρήγορα στα μάτια του κυμάτιζε άγρια και κρυφή η χαρά της ζωής που εξακολουθούσε να την κατέχει κι ας είχε υψηλή πίεση και χοληστερίνη, θα ξεκινούσε δίαιτα, το ορκίστηκε στον εαυτό του.

Μόνο ο Μιχάλης δεν πήρε χαμπάρι τίποτε αφού στη διάρκεια αναζήτησης χώρου στάθμευσης συνάντησε μια παλιά του αγάπη και την ακολούθησε ως την άκρη της πόλης, μα εκείνη δεν καταδέχτηκε να του ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Όταν τον κάλεσε ο γιατρός στο κινητό και του ανακοίνωσε τα δυσάρεστα, ο Μιχάλης έκλαψε σαν μικρό παιδί και δεν μπόρεσε να σταματήσει ούτε όταν παρέδωσε την ταυτότητα του αγαπημένου του φίλου στους υπαλλήλους του γραφείου κηδειών, επαναλαμβάνοντας συνέχεια ανάμεσα στους λυγμούς του: «Δεν χρειάζεται να κάνετε τίποτε, ούτε στο θάνατό του δεν ήθελε να κουράσει κανέναν ο κυρ-Παναγιώτης, είναι έτοιμος με το κοστουμάκι του» κι αυτή ήταν η αλήθεια γιατί ο κυρ Παναγιώτης έλαμπε από καθαριότητα και γαλήνη κι είχε από μόνος του φορέσει το κατάλληλο κοστούμι για το ταξίδι του.

Αυτά μονάχα πρόλαβα ν’ ακούσω. Οι δυο γυναίκες απομακρύνθηκαν χαχανίζοντας, επαναλαμβάνοντας πνιχτά «Μ’ ένα τοκ-τοκ κι ένα ντουγκ», σαν συμμαθήτριες που τις ενώνει προπάντων η συνενοχή.

Κάποια βράδια ακούω ένα τοκ τοκ στην πόρτα του δωματίου μου και τρέχω ν’ ανοίξω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Εκείνος κάθεται στην πολυθρόνα κι εγώ στο πάτωμα ακουμπώντας την πλάτη στο κρεβάτι. Η συζήτηση μας περιστρέφεται κυρίως γύρω από τους πονοκεφάλους – κεφαλαλγίες τους αποκαλώ για να τον εντυπωσιάσω- και άλλα ιατρικά θέματα, για τα οποία ο καημένος ο κυρ Παναγιώτης δεν έχει ιδέα. Ούτε ασπιρίνη δεν είχε πάρει ποτέ του. Με ακούει με προσήλωση και θαυμασμό και κουνά συγκαταβατικά το κεφάλι του. Κάποιες φορές το βλέμμα του χάνεται προς το φωτιστικό, ακουμπά για λίγο στις άψυχες τουλίπες που αποτελούν το ντεσέν της κουρτίνας και μένει σαστισμένο στην βιβλιοθήκη διατρέχοντας τις ράχες των βιβλίων μου. Έπειτα αρχίζει να κλαίει με σπαραχτικά σιγανό κλάμα σαν το παράπονο του πληγωμένου ζώου που δεν έχει καμιά ελπίδα διαφυγής: «Δεν μπορώ να θυμηθώ από πού σε γνωρίζω κορίτσι μου» μου λέει ανάμεσα στους αναστεναγμούς του κι εγώ έντρομη αλλάζω κουβέντα και τον ρωτώ ξανά, πώς στο καλό πέτυχε εκείνο το μπόλι της βυσσινομηλιάς.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter