frear

Γλώσσα άτιμη, ιερόδουλη – η Χρύσα Φάντη για την Κυριακή Αν. Λυμπέρη

Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, Eκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2017.

1.

Μετά τις συλλογές Κοιτούσα μέσα στο ποτήρι, 2009, Εμαυτού, 2010, Το κάλλος και το τραύμα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2012) και το Ζητήματα Ύψους (εκδ. Τυπωθήτω, 2015), η Κυριακή Λυμπέρη με τη νέα ποιητική της συλλογή, Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι, επιχειρεί να προσδιορίσει την ουσία ενός κόσμου σε συνεχή αμφισβήτηση και επαναδιαπραγμάτευση ακροβατώντας πάνω στο χάος. Με συνείδηση λόγου βιωμένου, γλώσσα παλλόμενη και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη, στα 33 ποιήματα που συγκροτούν την συλλογή ο λόγος της μας μεταφέρει επιτυχώς «από το κείμενο στο υπερκείμενο», αγγίζοντας θέματα υπαρκτικά και καίρια, όπως η δύναμη και η αδυναμία της ποίησης, το πάθος και η μοναξιά, το κενό και η ματαιότητα των ανθρωπίνων.

«Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη/ -για να το πω κομψά-/πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους/εδώ κι εκεί και σ’ όποιον να’ ναι/και τα “πολλών ανθρώπων λόγια” σου/μ’ ακολουθούν αδιάκοπα/απ’ την κουζίνα στο κρεβάτι!/[…] δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν/να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια/ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι./Χτυπάνε μες στα δόντια μου/ταμπούρλο τα φωνήεντά σου/να μην τελειώνει η μουσική/καλέ τι ωραία που εξασκούμαι/στα ανείπωτα!»

Το αίνιγμα και η αμφισημία, η ρευστότητα των πραγμάτων μέσα από την κατάδειξη των αντιθέτων συγκροτούν (όπως και στις προηγούμενες ποιητικές της συλλογές) τον κύριο θεματικό της καμβά. Ο έρωτας, κυρίαρχος, αναγνωρισμένος ως «θεμελιώδης ανάγκη της ύπαρξης» συναντάται τόσο ως ανάταση, αλλά και (περισσότερο) ως θραύσμα και πτώση που μοιραία την ακολουθεί, αίσθηση που περισσότερο μας διψά παρά μας δροσίζει:

«Δεν ωφελεί το χάδι στα μαλλιά τώρα/ η απουσία σφραγίδα στο δέρμα/μαθαίνεις νύχτα, μοναξιά αποστηθίζεις/σε ξένα σώματα ξεφορτώνεις το κενό.»

Η ποίηση της Κυριακής Λυμπέρη δεν αποτελεί απλή κατάθεση ή πιστή απεικόνιση της πραγματικότητας. Στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζει. Αναστοχαστική και λεπταίσθητη, με ιδιότυπες λεκτικές πολυσημίες και πινελιές υπερρεαλιστικές και συνειρμικές, θυμώδης αλλά και επικούρεια, απέναντι στη δυσάρεστη πραγματικότητα, δεν ξεχνά πως η γλώσσα (όπως και το συναίσθημα) ενώ επιθυμεί την πλήρωση υπάρχει κυρίως στην έλλειψη. Κοινωνός μιας γραφής γλυκόπικρα ειρωνικής, απεκδυόμενη την ευκολία του ανοήτως ευνόητου και της εύπεπτης κοινοτοπίας, υιοθετεί την Καρυωτακική εσωστρέφεια:

«Όμως/ θα σε φυλάω στο συρτάρι μου σαν φωτογραφία/θα σε φυλάω στο μυαλό σαν εξοχή/σήμερα που έξω ο Μάιος μοιράζει/το σώμα του σε χωράφια και κάμπους/και φτιάχνουν οι άντρες/στεφάνια στις αγαπημένες τους/και ορκίζονται “για πάντα” και δεν ξέρουν/πως αύριο μπορεί να ταξιδεύουν/πολύ μακριά και να ‘ναι/ο έρωτας μαδημένο λουλούδι/κι η άνοιξη γριά.»

Κι αλλού:

«Να καλημερίζω το κενό από απόσταση/τα δάκρυά μου να είναι χάρτινα/οι επιθυμίες μου πλαστικές/τα όνειρά μου σε τάξη.»

“Τα ποιήματα αποτυχαίνουν/όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες./ Μην ακούτε τι σας λένε/θέλει ερωτική θαλπωρή το ποίημα/ για ν’ αντέξει/στον κρύο χρόνο/” γράφει η Αγγελάκη Ρουκ (Προοίμιο, Λυπιού, 1995). Και η Κυριακή Λυμπέρη, σε αντιστικτική συνομιλία μαζί της, στο ποίημα με τίτλο «Κι όμως Κατερίνα», απαντά:

«Κι όμως τα ποιήματα πετυχαίνουν/ακόμα κι όταν οι έρωτες αποτυχαίνουν./Ιδίως τότε ίσως να πετυχαίνουν·/στο χαρτί ολοκληρώνεται το πάθος/φιλί-φιλί το αγαπημένο σώμα/γράφεται και ξαναγράφεται απ’ την αρχή/τα μάτια τώρα, τα χέρια μετά, τα χείλη/ […]Γιατί όταν έχεις τον έρωτα/το ποίημα τι να το κάνεις;»

Η δημιουργία, εκτός από μέθεξη και μαγεία, είναι πρωτίστως στέρηση. Και την ποίηση δεν την γεννά κόρος σωματικός αλλά πνεύμα σάρκας που πάσχει, πεινά, επιθυμεί, αμφιβάλλει:

«Μήλο μου στρογγυλό / δύο μισά που έγιναν ένα / άμα σπάσει το ένα, τι γίνονται;», «Κι άμα στο πουθενά βρεθείς / πώς να γυρίσεις στην αρχή;»

«Κι αφού το όλο “σκηνικό είναι από χαρτόνι” / γιατί τον νιώθω τόσο αληθινό / τον πόνο αυτό που με καρφώνει;»

«Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου/αλλά λείπει ο ένας/γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται;»

Το λυρικό στοιχείο, με ριπές λόγου καθημερινού, σπάει το ξερό ποιητικό στυλιζάρισμα συνεπικουρούμενο από ένα ευφάνταστο παιχνίδι εικόνων. Το φανταστικό σμίγει με το πραγματικό, το αφηρημένο με το συγκεκριμένο, υπαρκτικές αμφιβολίες και φιλοσοφικές διερωτήσεις εκφέρονται με αγωνία και γνησιότητα, σε αγαστή συμπόρευση με την φόρμα. Το ύφος παραμένει λιτό κι ο λόγος πυκνός και εξομολογητικός.

2.

Μακριά από αβασάνιστες αποτυπώσεις του συρμού, η Κυριακή Λυμπέρη υπερβαίνει τα εσκαμμένα, ενδυόμενη γλώσσα πολύτροπη. Ο στίχος της (αδυσώπητος και ταυτόχρονα ιαματικός) περιγράφει, υπογραμμίζει, ζωντανεύει και προεικάζει αδιέξοδα λίγο πριν την παραίτηση και τη σιωπή.

Η τέχνη:

«Στα κοιμητήρια γυρίζει αδιάκοπα/ με λέξεις επιμένει να καλλωπίζει το θάνατο/η Τέχνη μας, η καλύτερη νοσηλεύτρια/γυμνάζεται πάνω στους τάφους ακμαία/ανακαλεί νεκρούς/ξεψαχνίζει βίους/μερεμετίζει φθορές και σφάλματα/συγχωρεί·»

Και η ματαιότητα της ζωής:

«τη ματαιότητα για διάλειμμα/ κανένα ποτηράκι να κεράσει δοκιμάζει/τουλάχιστον/ανώδυνα τέλη, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά/μήπως και της ξεκλέψει κατά λάθος/στη ζάλη της.»

Ο λακωνικός και υπαινικτικός της ενδοσκοπισμός:

«Με τη μέθοδο των υπαινιγμών/ αν δοκιμάσεις να μιλήσεις/ περισσότερο χρόνο/τα ερωτήματα θα σέρνονται./Έχει κι αυτό φυσικά τη γοητεία του./Παρακινεί σε διαδρομές τη φαντασία.»

Η φύση και η σχέση της με την ανθρώπινη ύπαρξη και δημιουργία:

«...μυστικές διεργασίες/απ’ τη ρίζα ως επάνω, χυμοί/μπαίνεις με όλους τους πόρους στο πράσινο/χλωροφύλλη ευχαριστία στο φως/χλωροφύλλη επιμελής χρήση/στο κουκούτσι του καρπού εισχωρείς/με τους σπόρους στην ουσία ανοίγεσαι/στη βαθιά ύπαρξη.»

Η αμφίθυμη στάση απέναντι στα τερτίπια της Παραμυθίας:

«[…] ότι φυτρώνει πόδια η γοργόνα/ ότι ξυπνάει με το φιλί η κοιμωμένη/ ότι στ’ αλήθεια κάποια μέρα θα βρεθούμε/ τόσο πολύ/ τόσο πολύ ήθελα ν’ απατηθώ!»

Η δύναμη των λέξεων:

«Όμως, αν πρόκειται για πυρκαγιές/ α, τότε μια χαρά μπορώ/την καρδιά σας να κάψω στο λεπτό/μ’ ένα φιτίλι ρήμα τόσο δα από/την πυριτιδαποθήκη της γλώσσας.»

Ο σπαραγμός:

«και η ελπίδα μου με συντηρεί/ωραία στην κατάψυξη/αγαπημένη κανενός.»

Ο κλαυσίγελος της διάψευσης:

«τέλειωσε, τέλειωσε η γιορτή λοιπόν/ξανά στα κουτιά τα σύνεργα/και με το μέλλον μας/θ’ ασχοληθούν με ζήλο τα ποντίκια.»

Κι ένα καβαφικού τύπου τέλος:

«Όμως απ’ το λαβύρινθο αν βγεις/το φως του ήλιου πάλι αν χορτάσεις/εύκολο είναι να ξεχνάς/εύκολο ομολογίες να κάνεις.»

Νοσταλγός της ένωσης, ο στοχασμός εδώ είναι αυθεντικός, μεστός και σαγηνευτικός:

«Και τώρα εγώ πώς θα τραβήξω / από το αυτάκι τη δικαίωσή μου;», «Μα πού είσαι;», «γλιτώνει κανείς από το ψέμα;», «Μα ήταν όλα για το ποίημα;», «ποιος στα παθήματα / γελούσε κάτω απ΄ τα μουστάκια του;»

Κι αλλού:

«Αν είμαι κόκαλο ποτισμένο με οξύ και δάκρυα / σταματημένους ήλιους αν έχω στα βλέφαρά μου / αν είμαι συκώτι μεθυσμένο που πρήζεται / και δεν αντέχει την οδύνη του / αν είμαι δέρμα που βαραίνει και πιέζει το κρέας / αν είμαι σώμα που υποφέρει / μπορώ να είμαι και φτερό, πουλί, αερόστατο / μπορώ να είμαι ρίζα που ανεβαίνει / βεγγαλικό που σκάει / την ουσία μου ν’ αναλίσκω μπορώ / με κρότο τα μυρμήγκια να εντυπωσιάζω».

Σάρκα και πνεύμα –«σαρξ εκ πνεύματος– πνεύμα εκ σαρκός» (όπως αναφέρει στο moto που για την αρχή του βιβλίου εφευρίσκει) γίνονται αλληγορία και όραμα, πηγή ενσυναίσθησης και ψυχικής υπέρβασης.

3.

Στους στίχους της Κυριακής Λυμπέρη η «επίκληση» είναι ομιχλώδης, κρυπτική, στα όρια του ερμητισμού. Αυτός ο κάποιος (ή κάτι) στο οποίο απευθύνεται η ποιήτρια δεν αποκτά ποτέ συγκεκριμένη ταυτότητα. Οι μάσκες με τις οποίες μας τον παρουσιάζει δείχνουν συχνά προς ένα φανταστικό πρότυπο:

«Κάποτε η εξάρτησή μου θα ήθελε/επί ίσοις όροις να στέκεται δίπλα σου/(τρόπος του λέγειν, πού;/αφού αυτός ο τόπος δεν υπάρχει)»

έναν άυλο μέντορα:

«Θα συμμετέχω πάλι και πάλι/σ’ αυτό το παιχνίδι/δήθεν πως είναι έρωτας/δήθεν πως λίγο κι εγώ σ’ εξουσιάζω/με την επανάληψη/και θα θέλω να σου μοιάζω[…]»

ένα ον σε αέναη απουσία- παρουσία:

«σε λίγο θα σχηματίσω τα σπίτια/ την πόλη, τον ουρανό./Από κάποιο λάθος της φαντασίας μου/κινδυνεύω να μη σε βρίσκω.[…]»

οντότητα προς την οποία εκείνη νιώθει ανεκπλήρωτο πόθο και έλξη:

«[…]ρουφάω το αίμα που σου ανήκει/χαμηλώνω τα στόρια, αλλά πάλι σε βλέπω/[…]»

ύπαρξη-αντανάκλαση των εσώτερων απωθήσεων και επιθυμιών της, πρόσωπο που μέσα από το βλέμμα ή μη βλέμμα του μοιάζει να θέτει όχι μόνο το θέμα, αλλά και τα ίδια τα όρια και τα μη όρια της ποίησής της. Εκφραστής του ανολοκλήρωτου και του ασύμπτωτου, πρόσωπο-Ιδέα που στην εμμονική του ανάκληση ο ψυχισμός της είναι ευάλωτος και συχνά αμφισβητεί ακόμη και τη δύναμη της ποιητικής της. Φανταστικό άλτερ έγκο της που (άλλοτε απροκάλυπτα κι άλλοτε υποδόρια) την σηματοδοτεί:

«Σου θυμώνω γιατί έχεις αυτά που εγώ δεν έχω/ …Σου θυμώνω γιατί κλέβεις τα λόγια μου/και φτιάχνεις ωραία μουσική».

[Πρώτη δημοσίευση.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Twitter