frear

Zjarr – του Μιχάλη Μακρόπουλου

Το φως που ’μπαινε από το σκονισμένο παράθυρο έφτιαχνε μια φίνα νταντέλα στον τοίχο, και μες στην αποθήκη πλανιόταν πυκνός καπνός που έφερνε δάκρυα στα μάτια. Πάνω στο μάρμαρο ήταν ένα γκαζάκι, ένα μπρίκι, καφές, ζάχαρη, φλιτζάνια. Στο τραπέζι ήταν ένα μπουκάλι τσίπουρο, ρακοπότηρα, μεζέδες. Το τσίπουρο, 19 γράδα, ήταν από το προηγούμενο καζάνι. Αρωματικό, κεντούσε τη γλώσσα και το λαρύγγι, και κάθε γουλιά έφερνε δάκρυα που συμπλήρωναν εκείνα από τον καπνό. Τα ρούχα και τα μαλλιά μοσχοβόλαγαν καμένο ξύλο. Οι κουβέντες μέσα στην αποθήκη, όπου γινόταν η απόσταξη, είχαν στις λέξεις τους κάτι μετρημένο σαν το οινόπνευμα, υπολογισμένο μ’ ακρίβεια χιλιοστού στο γραδόμετρο για να μην είναι μήτε τόσο βαρύ που δεν πίνεται, μήτε ελαφρύ. Τριγύρω ήταν στοιβαγμένα χαρτόκουτα, ένα χαλασμένο ρολόι τοίχου, ένα παλιό ραδιόφωνο, ένα κλουβί που ποιος ξέρει από πού ξέμεινε γιατί κανένας δεν θυμόταν να ’χε ποτέ κάποιος ένα καναρίνι, και μια οβάλ εικόνα με μια παλαιική οικογένεια καθισμένη στο τραπέζι και με τον Χριστό να στέκει ορθός δίπλα. Όποτε κινιόταν κανείς, ο καπνός χόρευε στο φως απ’ το παράθυρο.

Πλάι στη φωτιά, που ’λεγε κι αυτή τις κουβέντες της κάτω από το καζάνι, καθόταν σ’ ένα χαμηλό ξύλινο σκαμνί ο Φόρης και τη συδαύλιζε. Με το ένα χέρι βαστούσε τη μασιά και με τ’ άλλο το ρακοπότηρο. Έπειτα άφηνε τη μασιά, άπλωνε το χέρι ως το τραπέζι, έπιανε το πιρούνι και τσιμπούσε ένα μεζέ. Τα μάγουλα και το κούτελό του είχαν πυρώσει. Ήταν τόσο κοντά στη φωτιά, που έτσι κι έκανε να σηκωθεί απότομα θα χτυπούσε το κεφάλι στο λουλά.

«Τράβα παραπίσω, Φόρη», του είπε η Ρίνα, μισογυρνώντας το κεφάλι κει που έψηνε καφέδες στο μάρμαρο· κοντή σαν κορίτσι του δημοτικού, με στήθια που και μετά από τρεις γέννες ήταν κοριτσίστικα, και με το σαραντάχρονο πρόσωπό της να δείχνει ακόμα μεγαλύτερο· λες κι από κακία, ή ως χωρατό, είχε δοθεί τούτο το γυναικείο πρόσωπο, γερασμένο ήδη λίγο, σ’ αυτό το κορμί το τόσο παιδικό, που η Ρίνα αγόραζε τα ρούχα της από καταστήματα παιδικού ρουχισμού στα Γιάννενα, γιατί κανένα γυναικείο ρούχο δεν καθόταν σωστό πάνω της. «Θα καείς».

«Τα ’χω μιλημένα με τη φωτιά και δεν καίγομαι», είπε ο Φόρης με 49 αλκοολικούς βαθμούς αψηφισιά, και εις επίρρωσιν έσκυψε κοντύτερα.

«Εγώ τη φοβάμαι», είπε η Ρίνα, που έλεγε πάντα του Φόρη ν’ αλλάζει εκείνος το γκαζάκι όποτε σωνόταν, μήπως πήγαινε να βάλει το καινούριο και της έσκαγε στα χέρια.

Η νύφη της η Λένη, αδερφή του Φόρη, ο Γιάννης ο άντρας της, και οι γειτόνοι που κάθονταν μες στην αποθήκη σε άσπρες πλαστικές καρέκλες και σκαμνιά, είχαν δει όλοι το καλοκαίρι, που η Ρίνα φόραγε σορτς, το σημάδι στο αριστερό της μπούτι, εκεί που ’χε καεί, μικρή, όταν την είχαν αφήσει μόνη και πήρε φωτιά μια βελέντζα. Ήταν σαν αϊτός κείνο το σημάδι, κι έπειτα τη φώναζαν Σκιπόνια. Μέχρι που ’χε βάλει η Koha Jonë στα ψιλά ένα άρθρο για το κορίτσι που η φωτιά το σημάδεψε μ’ έναν αϊτό.

«Πώς τη λένε στ’ αλβανικά τη φωτιά;» τη ρώτησε ο Γιάννης.

«Zjarr», του είπε.

Ο Γιάννης πιρούνιασε ένα κομμάτι τυρί. Gjirofarm, το είχε φέρει τις προάλλες απ’ την Αλβανία. Ήταν πλασιέ κοσμημάτων και είχε πάει για δουλειές στο Αργυρόκαστρο.

«Ζιαρ», είπε. «Μου ’κανε εντύπωση η διαφορά στο τοπίο, προχτές που μπήκα μέσα. Με το που πέρασα από το τελωνείο στην Κακαβιά, όλο το βουνό ήταν καμένο. Μαύρες πλαγιές και χωριά: Ζερβάτες, Γεωργουτσάτες, Γράψη, Φράστανη, Τεριαχάτες, Βάνιστα, Καλογοραντζή, Δερβιτσάνη, Λαζαράτες».

Άμα άκουγε ή έβλεπε ένα όνομα ο Γιάννης, δύσκολα θα το ξεχνούσε έπειτα, κι αυτό ήταν μεγάλο πλεονέκτημα στη δουλειά του, γιατί θυμόταν ονόματα συζύγων και παιδιών, έτσι ευχόταν χρόνια πολλά στους πελάτες.

Η Λένη είχε σηκωθεί και μέτρησε τα γράδα.

«19 παρά κάτι», είπε. «Το βγάζουμε».

Μαζί η Λένη και η Ρίνα ξεκόλλησαν τη χαρτοταινία από τις άκρες του λουλά κι από το καπάκι στο καζάνι – σωτηρία η ταινία, γιατί παλιά τα σφράγιζαν με στάχτη που την έκαναν λάσπη, ή με σβουνιά στην Αλβανία. Ο Βαγγέλης ο γείτονας, φορώντας δύο γάντια κουζίνας, πρώτα σήκωσε το λουλά κι έπειτα το αχνιστό καπάκι, και τα έβγαλε έξω για να τα πλύνουν. Ο Γιάννης έπιασε από τη μια μεριά το καζάνι κι ο Φόρης από την άλλη, φορώντας επίσης γάντια κουζίνας και οι δύο. Ο Φόρης παραπάτησε μα ύστερα ισορρόπησε.

«Θες να το σηκώσει άλλος, ρε Φόρη;» ρώτησε ο Γιάννης.

«Όχι», είπε κείνος.

«Μπρος, πάμε».

Μισοσκυμμένοι από το βάρος και τυλιγμένοι στον ατμό, το κουβάλησαν έξω, ως το χώμα ανάμεσα στα λάχανα, κει που υπήρχε ήδη ένα λοφάκι από βρασμένα στέμφυλα.

«Εν δυο, πάμε», είπε ο Γιάννης, και γύρισαν μαζί το καζάνι, με τα χέρια απλωμένα και τα πόδια διάπλατα, τραβηγμένοι όσο γινόταν πιο πίσω, για να μην καούν τα παπούτσια τους ή οι ίδιοι.

Η Ρίνα είχε πλύνει με το λάστιχο το λουλά και το καπάκι, και τώρα έπλυνε και το καζάνι· έπειτα το γέμισαν ξανά, μέχρι τα δύο τρίτα, το ’βαλαν στη φωτιά και το συμπλήρωσαν, στέριωσαν το καπάκι και το λουλά, και τα σφράγισαν με ταινία.

Αυτό ήταν, για μία μιάμιση ώρα, τώρα, απλώς θα κάθονταν και θα κοιτούσαν το καζάνι, πίνοντας και τσιμπολογώντας• μα έπειτα η Ρίνα κοίταξε καλά καλά τον Φόρη, που της έριχνε τουλάχιστον ένα κεφάλι, και δακρυσμένη από τον καπνό έβαλε τα γέλια.

«Ο γενναίος μου ο άντρας», είπε.

Τον πρόσεξαν όλοι, τότε, κι είδαν πως τα πυκνά του φρύδια είχανε καψαλιστεί από τη φωτιά.

«Τι τρέχει;» τους ρώτησε. «Τι έχω;»

Παρά τις διαμαρτυρίες του, τον έβαλαν να κάτσει όσο γινόταν πιο μακριά απ’ το καζάνι, και ξανάπιασαν το κουβεντολόι, με τις φωνές των παιδιών να ’ρχονται τσιριχτές από τ’ ανοιχτό παράθυρο και με το φως να κεντάει με την ψιλή του νταντέλα τον τοίχο πάνω από τον μαρμάρινο νεροχύτη.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία του Μ.Μ.: Το φως στον τοίχο, Δελβινάκι, στα καζάνια, 28/10/2017.]

Δείτε τα περιεχόμενα της έντυπης έκδοσης εδώ.

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly

Twitter

Πρόσθεσε το Φρέαρ στη λίστα του feed.ly: μία από τις καλύτερες επιλογές για την ανάγνωση feeds μέσω RSS.

follow us in feedly